Παρασκευή, 30 Ιανουαρίου 2015

The Theory of Everything κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: James Marsh
Hθοποιοί:  Felicity Jones, Eddie Redmayne, Emily Watson, David Thewlis, Charlie Cox


Ο James Marsh επιστρέφει με ταινία μυθοπλασίας, μετά το βραβευμένο με όσκαρ ντοκυμαντέρ του "Man on wire". To "The Theory of Everything" παρουσιάζει το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής ενός από τα πιο λαμπρά μυαλά που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα, μέσα από έναν ύμνο για την αγάπη που κρατάει γερά στο πέρασμα των χρόνων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτυπώνεται η αγάπη του ιδιοφυούς Στίβεν (Eddie Redmayne) και της αποφασιστικής και δυναμικής, Τζέιν (Felicity Jones).

Γνωρίστηκαν ως φοιτητές στο Cambridge και εκεί ξεκίνησε ένα διστακτικό στην αρχή φλέρτ που αναδείχτηκε στη συνέχεια σε μεγάλη αγάπη. Κατά τη διάρκεια της γλυκιάς τους ατμόσφαιρας εμφανίστηκε η ασθένεια που έμελλε να καθηλώσει τον Στίβεν Χόκινγκ από τα 21 του χρόνια μέχρι και την υπόλοιπη ζωή του έως και σήμερα. Χάρης όμως τη σταθερή υπομονή και δύναμη της συζύγου του αλλά και το προσωπικό του πείσμα, συνέχισε τη δουλειά η οποία τον καθιέρωσε ως έναν από τους σημαντικότερους επιστήμονες.

O ρόλος του Χόκινγκ  δόθηκε στον 32χρονο  Eddie Redmayne ο οποίος δεν έχει αφήσει βραβείο για βραβείο μετά από αυτήν την εμφάνιση(Χρυσές Σφαίρες, Bafta κ.α), και όχι άδικα. Τώρα οδεύει αισίως για το πρώτο του Όσκαρ. Η ερμηνεία του είναι εκθαμβωτική. Παρά το γερό θεμέλιο της "τρελής" ομοιότητας που έχει με τον πραγματικό Χόκινγκ, που ευτυχώς δεν επαναπαύεται σε αυτό, μπαίνει για τα καλά στο πετσί και ακόμη πιο βαθιά, του ρόλου ενός παραπληγικού. Το σώμα του, οι προσεγμένες κινήσεις του, οι εκφράσεις του προσώπου του όταν παλεύει να αρθρώσει μια λέξη καθώς η πάθηση του έχει προχωρήσει κατά πολύ, το παιχνιδιάρικο σήκωμα των φρυδιών του, μας δίνουν την εντύπωση πως δεν είναι ο ηθοποιός αυτός που παρακολουθούμε δύο ώρες και κάτι. Δίπλα του, εξίσου εκπληκτική, στέκεται και η Felicity Jones (υποψήφια για Όσκαρ Α' γυναικείου). Δίνει χρόνο και χώρο στο χαρακτήρα της, αλλάζοντας σταδιακά και σταθερά από μια νεαρή ερωτευμένη κοπέλα σε εξαντλημένη γυναίκα, υιοθετώντας την ψυχραιμία που χαρακτηρίζει τις Βρετανίδες γυναίκες.

Η σκηνοθεσία μπροστά στο θεόρατο επιστημονικό έργο του, μοιάζει να χάνεται αλλά και να μην επιθυμεί να ασχοληθεί περαιτέρω. Αντιμετωπίζοντας το όμως με σεβασμό περιορίζεται σε μικρές αναφορές, ενώ αντίθετα επικεντρώνεται στην κλιμακούμενη σχέση του ζεύγους. Αυτό ίσως αφήσει αρνητική γεύση σε ορισμένους θεατές που επιθυμούν να μάθουν πολύ περισσότερα για τη μελέτη του φυσικού Χοκινγκ. Μικρό το κακό όμως γιατί υπάρχουν και άλλα φιλμικά κείμενα πάνω σε αυτό το θέμα...

Είναι ένα αρκετά συγκινητικό και γοητευτικό (εδώ συμβάλει το κομμάτι της νοσταλγικής φωτογραφίας) φιλμ, πλαισιωμένο από ένα νοσταλγικό soundtrack που κορυφώνεται με το απερίγραπτα όμορφο "Arrival of the birds" των Cinematic Orchestra. Θα μείνει σίγουρα για πολύ καιρό στο κινηματογραφικό μας μυαλό.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

The Tribe (Plemya), κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Myroslav Slaboshpytskiy
Hθοποιοί: Grigoriy Fesenko, Yana Novikova, Rosa Babiy, Alexander Dsiadevich, Yaroslav Biletskiy, Ivan Tishko

Έχοντας ήδη κερδίσει 3 βραβεία στην Εβδομάδα Κριτικής στις Κάννες, έρχεται και στις ελληνικές αίθουσες για να συγκλονίσει. Δίχως υπότιτλους, δίχως διαλόγους, o σκηνοθέτης  μπαίνει στα άδυτα ενός σχολείου κωφών και παρακολουθεί μια κοινωνία με δικούς της κώδικες. 

"This film is in sign language, there are no sudtitles and no voice over". Η ταινία ξεκινά και μας ενημερώνει-προειδοποιεί.
Τη "Φυλή" (που θα μπορούσε να ονομάζεται και "Η συμμορία") δεν την παρακολουθείς απλά, αλλά τη ζεις, τη νιώθεις. Είναι στα όρια μεταξύ κινηματογραφικής και ανθρώπινης εμπειρίας.

Για 130 λεπτά απουσιάζει μια αίσθηση. Αυτής της ομιλίας. Αλήθεια, μας είναι τόσο απαραίτητη όσο ίσως πιστεύουμε και στην περίπτωση της ταινίας αλλά και στη ζωή γενικότερα? Στην περίπτωση της ταινίας, από το πρώτο κιόλας λεπτό, παύει να μας ξενίζει το γεγονός ότι δεν ακούμε διαλόγους με λόγια και λέξεις. Βυθιζόμαστε στον κόσμο της "Φυλής" που δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τον δικό μας. Βία εδώ, βία και εκεί. Αγάπη εδώ, αγάπη και εκεί. Πόνος εδώ, πόνος και εκεί.

Αυτό πετυχαίνει η σκηνοθετική επινόηση. H ταινία του γίνεται κατανοητή σε όλους του θεατές. Mέσα από μια δυνατή και άγρια ιστορία ενηλικίωσης και τις "ηχηρές" εικόνες της, αποδεικνύεται πως για να εκφραστούμε ανάλογα ή μάλλον καλύτερα, να νιώσουμε κάτι (πόνο, αγάπη, ηδονή) δεν είναι (καθόλου) απαραίτητα τα λόγια που προέρχονται από το στόμα. Με αυτόν τον τρόπο, η ταινία γίνεται κατανοητή σε όλους τους θεατές. Ο τρόπος και η ένταση κίνησης των χεριών μας, το φιλί μας, η αγκαλιά μας- η γλώσσα του σώματος, αρκεί.

Χαρακτηριστικά της "Φυλής" είναι ο ωμός ρεαλισμός, η τόλμη, η αμεσότητα. Στο έπακρο όλα αυτά. Σοκάρει με τον βαθύ και ωμό ρεαλισμό της(κατά τη διάρκεια της πρώτης προβολής της στο 55ο ΦΚΘ, σημειώθηκαν κάποια επεισόδια από την πλευρά σοκαρισμένων θεατών). Ωμές σκηνές βίας και πόνου. Τα τελευταία πράγματα που θέλει ο σκηνοθέτης είναι να μας καλοπιάσει και να ωραιοποιηθεί στα μάτια μας.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως τα παιδιά που πρωταγωνιστούν είναι και στην πραγματικότητα κωφά και οι ερμηνείες τους, έξοχες! Παράλληλα η μουντή φωτογραφία κάνει ακόμη πιο θορυβώδη και βίαιη την ταινία. Η εκκωφαντική σιγή, μας κάνει να θέλουμε να κλείσουμε τα μάτια μας και τα αυτιά μας.

Μην χάσετε την ευκαιρία να την παρακολουθήσετε.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4.5/5

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2015

"Eθνική Ελλάδος"

Νέα τηλεοπτική σειρά* δια χειρός Γιώργου Καπουτζίδη.



Όλοι μας τον τελευταίο (τηλεοπτικό) καιρό έχουμε φάει μεγάλη πίκρα και απογοήτευση από τις ανύπαρκτες σχεδόν, ελληνικές τηλεοπτικές σειρές που (δεν) πρωταγωνιστούν στην ελληνική τηλεόραση. Για αυτό το λόγο, δεν περίμενα μέσα στα τελευταία χρόνια να με γοητεύσει τόσο μια ελληνική σειρά και να με κάνει να ανυπομονώ για το "επόμενο επεισόδιο".

Ο λόγος φυσικά γίνεται για την "Εθνική Ελλάδος", μια ευρηματική και ανθρώπινη σειρά γεμάτη κοινωνικά μηνύματα, που υπογράφει ο -το λιγότερο ταλαντούχος σεναριογράφος, Γιώργος Καπουτζίδης. Η τελευταία του δουλειά ήταν το αξέχαστο, αγαπημένο "Στο Παρά 5" (δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος που να μην κατάλαβε σε ποια σειρά αναφέρομαι) που το είδαμε και συνεχίζουμε να το βλέπουμε ξανά ξανά. Όταν μας προκαλούσε απεριόριστο γέλιο με την αφέλεια της Ντάλιας και της Ζουμπουλίας και τις απορίες τους για κάθε τι το εξωγήινο -για τα μάτια τους πάντα, έθιγε παράλληλα την πολιτική διαφθορά και όχι μόνο.

Έχει το ταλέντο να παρουσιάζει τα κακώς κείμενα και να μας προβληματίζει μέσα από καταστάσεις αβίαστου χιούμορ. Και για αυτό τον ξεχωρίζουμε.

Στην "Eθνική Ελλάδος", έρχεται πιο σοβαρός -αλλά δίχως να χάσει το ξεχωριστό του χιούμορ, να θίξει την έσχατη κατάσταση στην οποία 'επιβιώνει' η ελληνική πραγματικότητα τα τελευταία χρόνια. Διαρκής αναζήτηση για επάγγελμα, φασισμός και σημαιάκια με σβάστικες, χρήματα που δεν "τα φάγαμε μαζί", απραξία των εθνικών παραγόντων προς τα κοινά (ΜΜΕ για παράδειγμα), όλα αυτά πρωταγωνιστούν στο νέο "δεν πρέπει να χάσετε" τηλεοπτικό σήριαλ.

Υ.Γ.  Πέρα από όλα τα παραπάνω, μαθαίνουμε και τι είναι το curling (ομολογώ πως αγνοούσα την ύπαρξη του!).
Υ.Γ.2  Εκεί που είχαμε να περιμένουμε την κάθε Δευτέρα για το "Παρά Πέντε", τώρα έχουμε την Τρίτη...


Παρασκευή Γιουβανάκη

*Κάθε Τρίτη, 22:30 στο Μega

St. Vincent (Ο Αγαπημένος μου Άγιος) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Theodore Melfi
Hθοποιοί:  Melissa McCarthy, Bill Murray, Naomi Watts, Jaeden Lieberher, Chris O'Dowd, Terrence Howard


Ο Vincent, είναι ένας παράξενος τύπος που μισεί τους πάντες – ακόμη και τον ίδιο του τον εαυτό. Έχει εμμονή με τον τζόγο, το αλκοόλ και τα περίεργα πλάσματα της νύχτας που τον οδήγησαν θριαμβευτικά στον πάτο της ζωής. Για να καταφέρει πλέον να συνεχίσει να επιβιώνει στην αποτυχημένη και αξιολύπητη καθημερινότητά του, θα αναλάβει να φροντίσει, επί πληρωμή, το 12χρονο μελαγχολικό αγόρι της διπλανής πόρτας, τον μοναχογιό της φρεσκοχωρισμένης Maggie (Melissa McCarthy).

Δεν είναι η πρώτη φορά που πρωταγωνιστεί  σε αμερικάνικη ταινία ένας περιθωριακός, ιδιότροπος και αθυρόστομος τύπος που δεν μιλάει σε άνθρωπο και στην εξέλιξη αποδεικνύεται ότι είναι «ψυχούλα». Συνήθως o γκρινιάρης αυτός τύπος τυχαίνει να είναι και βετεράνος πολέμου, έτσι και εδώ, η συγκεκριμένη παράδοση συνεχίζεται σταθερά μέσα από την εκρηκτική παρουσία του Murray. Ο Bill Murray με τη χακί βερμούδα είναι ο Vincent και το απολαμβάνει. Αφορμή της 'μεταμόρφωσης' του είναι το γλυκύτατο 12χρονο αγόρι (Jaeden Lieberher). Οι ερμηνείες και των δύο μαζί είναι εκπληκτικές, ταιριάζουν απόλυτα μεταξύ τους καθώς η μία φαίνεται να εμπνέεται από την αλλή. Από την πλευρά του βετεράνου ηθοποιού το περιμέναμε, αλλά από τον νεαρό ηθοποιό όχι και τόσο, για αυτό και αποτελεί μεγάλη και ευχάριστη έκπληξη. Ο Murray είναι μαγευτικός. Προσεγγίζει γοητευτικά το ρόλο του και προκαλεί τη συμπάθεια του θεατή προς αυτόν παρά το γεγονός ότι αντικειμενικά είναι ένας αντιπαθητικός χαρακτήρας. Δίχως υποκριτικές μούτες αλλά με βλέμμα που μιλάει από μόνο του δημιουργεί μια ανθρωπιά μέσα από την πολλάκις απάνθρωπη συμπεριφορά του Vincent. Η Naomi Watts με τη σειρά της, είναι τόσο μακριά από τους συνηθισμένους της ρόλους που τρομάζεις να την αναγνωρίσεις. Δεν την έχουμε συνηθίσει σε αθυρόστομη "γυναίκα της νύχτας". Η ίδια προσεγγίζει με σεβασμό το ρόλο της, κάτι που λειτουργεί θετικά και για το σύνολο της ταινίας. 

Η έλλειψη πρωτοτυπίας όσον αφορά την αφηγηματική ιδέα, σώζεται από ένα σενάριο που σε πολλά αφηγηματικά σημεία αποφεύγει το προβλέψιμο και το εύκολο. Οι χαρακτήρες εμβαθύνονται ολοένα και περισσότερο για αυτό και η ιστορία του St. Vincent κερδίζει εκτός από το χιούμορ και την ανθρωπιά.

Είναι μια πραγματικά ευχάριστη και ενδιαφέρουσα ταινία με αποκορύφωμα την τελευταία σκηνή όπου ένας Bill Murray μοναχός του, σε καθηλώνει με μια και μόνο πράξη: σιγοτραγουδάει.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

My Old Lady κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:  Israel Horovitz
Ηθοποιοί:  Kevin Kline, Kristin Scott Thomas, Maggie Smith



Για την παρθενική του σκηνοθετική απόπειρα, ο φημισμένος θεατρικός συγγραφέας Ισραέλ Χόροβιτς, επιλέγει το δικό του θεατρικό έργο «Ένα Σπίτι στο Παρίσι». Δραμεντί, που βασίζει την ιστορία της στο «viager», μια γαλλική νομοθεσία κατά την οποία ένα ακίνητο αλλάζει ιδιοκτησία μόνο μετά το θάνατο του ενοίκου του. Σε αυτήν την περίπτωση έχουμε τον Mathias (Kevin Kline), ένας αποτυχημένος και άφραγκος Νεοϋορκέζος, που του χαμογελά η τύχη όταν κληρονομεί  ένα διαμέρισμα στο Παρίσι από τον αποξενωμένο πατέρα του. Σύντομα όμως ανακαλύπτει ότι το διαμέρισμα είναι κατειλημμένο από τη Mathilde (Maggie Smith), μια εκλεπτυσμένη ηλικιωμένη κυρία, και την υπερπροστατευτική της κόρη (Kristin Scott Thomas). Έτσι το σπίτι θα του ανήκει ολοκληρωτικά μόνο μετά το θάνατο της ενοίκου...

Στο ξεκίνημά της η ιστορία φαίνεται γλυκιά, σαν μια τυπική γαλλική ρομαντική κομεντί. Ο looser που ενώ τα έχει χάσει όλα ξαφνικά του χαμογελά η τύχη και αποφασίζει να κάνει μια καινούρια αρχή. Τότε πέφτει πάνω στην κακιά και πονηρή "πεθερά" που τυχαίνει να της γυαλίζει το μοναδικό χρυσό ρολόι του νεοφερμένου και έτσι το ρολόι κατάσχεται. Ο Kevin Kline με "ζευγάρι" την πάντα συμπαθητική Maggie Smith δημιουργούν όμορφη χημεία μεταξύ τους ως ένας looser Αμερικανός και μία στρυφνή- καθώς πρέπει Βρετανίδα, αντίστοιχα. Ο πρώτος όμως φαίνεται να βαριέται που και που..

Όλα δείχνουν να ισορροπούν πάνω στο σχοινί του χιούμορ κάτι που κρατά σε ευχάριστη θέση τον θεατή -ο Mathias πουλάει κρυφά ότι παλιό αντικείμενο περνά από το χέρι του, ενώ υιοθετεί δική του προφορά σε επίθετα και ονόματα της γαλλικής γλώσσας. Ώσπου κάπου στα μισά της δεύτερης πράξης, το χιουμοριστικό ύφος αλλάζει ραγδαία και μετατρέπεται σε καθαρά δραματικό ως και αποπνικτικό στοιχείο σαπουνόπερας. Φαντάσματα του παρελθόντος έρχονται να στοιχειώσουν το ήρεμο παρόν. Πολύ πιθανόν αυτή η απότομη αλλαγή να λειτουργήσει αρνητικά στα μάτια του θεατή. Αρνητικά σημειώνει και το σενάριο μέσω της ακατάπαυστης φλυαρίας των μονολόγων και των αναμενόμενων εξελίξεων που παρουσιάζει. Με τούτα και με κείνα το "My old lady" κουράζει και δυστυχώς κάπου το έχουμε ξαναδεί.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1.5/5

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Maps to the Stars κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: David Cronenberg
Hθοποιοί:  Julianne Moore, Robert Pattinson, Mia Wasikowska, Carrie Fisher, John Cusack, Evan Bird

Ένας κύκλος από μακάβριες σχεδόν κανιβαλιστικές ιστορίες ανθρώπων.

L.A - Hollywood. O κόσμος των "αστέρων", ο κόσμος της απεριόριστης δόξας. Μέσα σε αυτόν τον λαμπερό κόσμο, ο  Cronenberg τοποθετεί τους χαρακτήρες της νέας του ταινίας, που αποτελεί μια σαρδόνια σάτιρα για το star system του Hollywood. Εκεί γνωρίζουμε την Αγκαθα Γουάις (Mia Wasikowska) , μια κοπέλα μελαγχολική, που μόλις έχει βγει από άσυλο στο οποίο νοσηλευόταν με την κατηγορία της πυρκαγιάς που προκάλεσε στο σπίτι της. Φτάνει στην πόλη του "φωτός" και μεταφέρεται με μια λιμουζίνα, με οδηγό τον Τζερόμ Φοντάνα (Robert Pattinson), φέρελπι ηθοποιό. Η Αγκαθα καταλήγει να βρει δουλειά ως προσωπική βοηθός -σχεδόν σκλάβα της πρώην δημοφιλoύς ηθοποιού Χαβάνα Σεγκράντ (Julianne Moore), η οποία προσπαθεί και κάνει τα πάντα ώστε να παραμένει το άστρο στην καριέρα της. Η Χαβάνα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα και τα ζητήματά της μητέρα της, που την κακοποιούσε όταν ήταν μικρή, την οποία μάλιστα ευελπιστεί και να ενσαρκώσει με την ελπίδα πως θα αναδειχθεί και πάλι. Τα σημάδια της ασχήμιας που προκαλεί το ανελέητο life style των ποτών και των ξενυχτιών έχουν χαρακωθεί πάνω της. Ζητά σωτηρία από τον φιλόδοξο τσαρλατάνο life coach γιατρό Στάφορντ Γουάις (John Cusack) ο οποίος είναι πατέρας του 13χρονου ηθοποιού Μπέντζι (Evan Bird), ενός μικρού τέρατος αλαζονείας. Μητέρα του μικρού τέρατος είναι η νευρωτική μάνατζερ του η οποία είναι και..η αδερφή του πατέρα του.

Η νεαρή Αγκαθα νιώθει αισιόδοξη και απέραντη χαρά και περηφάνια που δουλεύει για την γνωστή ηθοποιό. Σύντομα όμως η χαρά αυτή θα της βγει το λιγότερο ξινή καθώς έρχεται αντιμέτωπη με έναν θανατηφόρο ανταγωνισμό που πρωταγωνιστεί στο χολιγουντιανό σύμπαν. Η Mia Wasikowska είναι ενδιαφέρουσα ενώ η Julianne Moore ως νευρωτική Χαβάνα Σεγκράντ, αναμφισβήτητα κρατά σταθερά στα χέρια της ολόκληρη την ταινία, όπως κράτησε και το Βραβείο ερμηνείας στις Κάννες.

Το "Maps to the Stars"  θυμίζει το "Birdman" ως προς τη θεματική του καθώς και στα δύο φιλμικά κείμενα σημειώνεται ευδιάκριτα πως οι άνθρωποι είναι πολύ πιθανό να χάσουν την ανθρωπιά τους στο όνομα της φήμης. O σκηνοθέτης με ειρωνική διάθεση χαρίζει μια ατσαλένια κριτική προς τον απάνθρωπο τρόπο ζωής του Hollywood. Όλοι οι χαρακτήρες του φαντάζουν άνθρωποι "προϊόντα" με ημερομηνία λήξης. Η αρρώστια της φήμης και η αναλγησία του χρήματος, η κατάντια του να είσαι διατεθειμένος να κάνεις το οτιδήποτε για αυτά τα "αντικείμενα", απεικονίζονται με τρόπο που παραπέμπει ταυτόχρονα στο χαρακτήρα του σουρεαλισμού και τον ρεαλισμού. Το ενδιαφέρον όμως περιορίζεται σε ένα μικρό κομμάτι της ταινίας. Μετά βίας αποβάλλουμε από τη μνήμη μας ορισμένες σεναριακά απαίσιες και εντελώς ανούσιες σκηνές που θυμίζουν μελόδραμα και το μόνο που καταφέρνουν είναι να επεκτείνουν βασανιστικά τη διάρκειά της. Ο ίδιος ο Cronenberg φαίνεται να φτάνει σε αδιέξοδο μέσα στον χαοτικό "οδηγό επιτυχίας"του - και μάλλον δεν υπάρχει διέξοδος. Το σίγουρο είναι πως σαν θεματική παρουσιάζει περισσότερο ενδιαφέρον σε σύγκριση με το προηγούμενο "Cosmopolis". 

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Birdman or The Unexpected Virtue of Ignorance κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Alejandro Gonzalez Inarritu
Hθοποιοί: Emma Stone, Edward Norton, Naomi Watts, Andrea Riseborough, Michael Keaton, Zach Galifianakis

Ύστερα από μία σειρά δραματικών ταινιών, ο Μεξικανός σκηνοθέτης Alejandro Gonzalez Inarritu επιστρέφει  με κάτι εντελώς διαφορετικό, μία πρωτότυπη σεναριακή ιδέα που τη χαρακτηρίζει το μαύρο και πικρόχολο χιούμορ της. Μια ταινία που φέτος φιγουράρει ως ένα από τα δυνατά οσκαρικά φαβορί καθώς είναι υποψήφιο για εννιά Όσκαρ.

Βρισκόμαστε στα παρασκήνια ενός γιγαντιαίου θεάτρου στο χώρο του Brodway. Η κάμερα περιστρέφεται κυρίως στα παρασκήνια με ελάχιστες "λοξοδρομήσεις" όταν επισκέπτεται τους χαοτικούς δρόμους της Ν.Υόρκης. Ο ηθοποιός Riggan Thomson (Michael Keaton) που έγινε πριν από χρόνια διάσημος παίζοντας έναν σούπερ-ήρωα, τον Birdman,  προσπαθεί να ανεβάσει ένα θεατρικό, ελπίζοντας πως θα αναβιώσει την καριέρα του. Παράλληλα με τον Thomson αλληλεπιδρούν ο φευγάτος παραγωγός και κολλητός του σκηνοθέτη-πρωταγωνιστή που τον εμψυχώνει συνεχώς (Zach Galifianakis), η ηθοποιός- ερωμένη του σκηνοθέτη (Andrea Riseborough), καθώς και μια ακόμη ηθοποιός που βρίσκεται σε αναζήτηση  αυτοκυριαρχίας και αυτοσεβασμού (Naomi Watts), ένας αλαζόνας και εκνευριστικός ηθοποιός- εν ολίγοις για μπάτσες, (ειρωνικά αξιολάτρευτος εδώ ο Edward Norton) και τέλος η νεαρή κόρη του Thomson που βρίσκεται στα πλαίσια αποτοξίνωσης και ενώ έχει φάει πολλές πίκρες από τον πατέρα της, συνεργάζεται μαζί του (εντυπωσιακή η Emma Stone). 

Πρώτη μας συστήνεται..η πλάτη του Thomson ενώ ο ίδιος ήρεμος, αναλογίζεται στο καμαρίνι του. Αυτό που μάλλον θα σας κεντρίσει το ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το σώμα του βρίσκεται κάποια εκατοστά πάνω από το έδαφος... Είναι μια από τις αρκετές mindfuck στιγμές του "Birdman", αλλά η μοναδική κατά την οποία επικρατεί απόλυτη ηρεμία. Μετά από αυτό, ξεχάστε οτιδήποτε έχει σχέση με ηρεμία. Ακολουθεί ένα δίωρο γεμάτο ένταση και σύγχυση, τις οποίες εντείνει η μονότονη drums συνοδεία  σε ρυθμούς jazz. Μια συνεχής τρέλα που φυσικά δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ο κεντρικός της χαρακτήρας- ο παλαί ποτέ εμπορικός σούπερ ήρωας που τις ημέρες που προηγούνται της πρεμιέρας του, καλείται να αντιμετωπίσει τα επαγγελματικά και οικογενειακά του προβλήματα, αλλά και τους προσωπικούς του δαίμονες. Ο Michael Keaton βαστάει γερά τον κεντρικό ρόλο και δικαίως έχει σαρώσει τις υποψηφιότητες.

Η σκηνοθετική πλευρά επιλέγει να γυριστεί η ταινία "σαν" σε μονοπλάνο. Μακροπερίοδα μονοπλάνα με ελάχιστα, σχεδόν απαρατήρητα cuts, δημιουργούν μια αίσθηση κλειστοφοβίας. Προσκαλούν το θεατή να γίνει κομμάτι τους, ο οποίος τελικά δέχεται χωρίς όμως να το επιλέγει από μόνος του, με αποτέλεσμα να νιώσει άβολα για αυτό αφού γίνεται μάρτυρας ακραίων συμπεριφορών και καταστάσεων. Ο κόσμος του "Βirdman" που πολύ πιθανόν να μην σας γίνει αρεστός, υπάρχει και εκτός ταινίας. "Να φτάσω ψηλά, όσο πιο ψηλά γίνεται!", μια αβίαστη επιθυμία και ανάγκη για αποδοχή ή αναγνώριση που σε αναγκάζει να ξεχνάς και να παραμελείς ορισμένους σημαντικότερους παράγοντες. 


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Agora: Από τη Δημοκρατία στις Αγορές κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Γιώργος Αυγερόπουλος



Η Αγορά ήταν μια κεντρική περιοχή στην Αρχαία Ελλάδα των πόλεων-κρατών. Ήταν ένας τόπος συγκέντρωσης, μια συνάθροιση ενεργών πολιτών, καθώς και το κέντρο της πόλης για την πολιτική, οικονομική, αθλητική, καλλιτεχνική και πνευματική ζωή. Ήταν η καρδιά της δημοκρατίας. Στη σύγχρονη Ελλάδα η λέξη Αγορά έχει χάσει την αρχική της έννοια και έχει έρθει για να υποδηλώσει μόνο τον τόπο και την πράξη των εμπορικών συναλλαγών. Είναι μια κυρίαρχη λέξη στην πραγματικότητα που βιώνουν σήμερα οι Έλληνες, καθώς η χώρα περνά μια οικονομική δίνη που καταβροχθίζει ανθρώπινες ζωές στην πορεία της.

Ο διεθνώς καταξιωμένος ντοκιμαντερίστας και δημιουργός του πολυβραβευμένου «Εξάντα»  και «Το Χαμένο Σήμα της Δημοκρατίας» Γιώργος Αυγερόπουλος, παίρνει και πάλι την κάμερα στα χέρια και αυτή τη φορά καταγράφει τη δημιουργία  ενός λοιμού που μαστίζει τα τελευταία 4 χρόνια τη χώρα μας. Φυσικά ο λόγος γίνεται για την αρχικά οικονομική  κρίση, που δεν άργησε να μετατραπεί και σε ανθρωπιστική κρίση. Για δύο ώρες, ένας τεράστιος όγκος υλικού με σημαντικές και ανατριχιαστικές πληροφορίες κατακλύζουν τα μάτια μας. 



2009- 2010- 2011-2012 είναι οι χρονιές που καταγράφονται. Τα γεγονότα που σηματοδοτούν την εξέλιξη της κρίσης μέσα σε αυτά τα χρόνια, καταγράφονται κυρίως με ευθύγραμμη αφήγηση. Από τα πρωταρχικά επίπεδα ("Λεφτά υπάρχουν"), στη σταδιακή άνοδο της ακροδεξιάς, στο βίαιο κλείσιμο της Ερτ (παρακολουθούμε αυτούσια κομμάτια από το «Το Χαμένο Σήμα της Δημοκρατίας»), και σιγά σιγά με μια μονταζιακή μπάρα φτάνουμε -ή μάλλον μεταφερόμαστε, κοντά στο σήμερα. Μέσα στο καλογυρισμένο υλικό περιλαμβάνονται και ομιλίες Ελλήνων υπουργών, οικονομολόγων και επιχειρηματιών αλλά και Ευρωπαίων αξιωματούχων στους οποίους ο σκηνοθέτης απευθύνει τον λόγο αναζητώντας απαντήσεις. Στην κάμερα του παράλληλα πρωταγωνιστούν και κομμάτια του λαού που αντιδρά στο δρόμο με ειρηνικές πορείες και συγκεντρώσεις, με τους "Αγανακτισμένους". Αυτό που κάνει το "Αγορά" ακόμη πιο βαθύ και ανθρώπινο είναι το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης επιλέγει έναν μικρό αριθμό προσωπικοτήτων μέσα από τον απλό ελληνικό και μη λαό (όπως η περίπτωση ενός πρόσφυγα από το Σουδάν) και τους παρακολουθεί σε βάθος χρόνου. Δεν διστάζουν να μαρτυρήσουν μπροστά στην κάμερα το αντίκτυπο που είχε στην καθημερινότητά τους η κρίση και να διηγηθούν την πορεία της ζωής τους μέσα σε αυτά τα χρόνια. Οι μαρτυρίες τους, συγκλονιστικές.

Ένα από τα κυριότερα στοιχεία είναι πως οι πολιτικοκοινωνικές διαπιστώσεις διατυπώνονται με σαφήνεια. Βαθιά συγκινητικό και ανθρώπινο, ευθύ στο λόγο του και άκρως ενημερωτικό, το έργο του Γιώργου Αυγερόπουλου καταφέρνει να κάνει τον θεατή να δει τη ζωή του μέσα σε αυτό. Κάθε συνειδητοποιημένος πολίτης οφείλει να το παρακολουθήσει.


Y.Γ. "Στόχος μου είναι να δώσω φωνή στους ανθρώπους που δεν μπορούν να ακουστούν." Γ. Αυγερόπουλος.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Annabelle κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: John R. Leonetti
Hθοποιοί:  Annabelle Wallis, Alfre Woodard, Eric Ladin,Ward Horton

Πριν από "Το Κάλεσμα", ήταν η Annabelle, μια όμορφη, vintage κούκλα που επιλέγει να κάνει δώρο ο Τζον Φορμ στην έγκυο γυναίκα του, Μία. Η χαρά της Μία για την κούκλα Annabelle δεν θα κρατήσει για πολύ όμως. Σύντομα, το ζευγάρι θα δεχτεί μία βίαιη επίθεση από μια ομάδα σατανιστών. Φεύγοντας, οι σατανιστές δεν αφήνουν πίσω τους μόνο αίμα και τρόμο, αλλά και μία δαιμονισμένη Annabelle, η οποία θα διαταράξει τα πνεύματα για τα καλά… 

Η δαιμονισμένη κούκλα που μας “έκοψε την ανάσα” στην ταινία "The Conjuring" επιστρέφει...
Καλό θα ήταν όμως να μην το έκανε και ειδικά όταν τολμά να παρουσιαστεί με αυτές τις συνθήκες. Νομίζω πως πρώτη φορά νιώθω απερίγραπτη ανάγκη  για να θάψω μια ταινία.

Η "Annabelle" είναι εξοργιστική. Μια ταινία που βγήκε καθαρά για το χρήμα στηριγμένη εξ ολοκλήρου στην επιτυχία του μοναδικού "The conjuring" που το βλέπεις και δεν μπορείς να κοιμηθείς μόνος-η το ίδιο βράδυ. Η σκηνοθεσία είχε πάει για καφέ καθ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων αντί να πάρει την κάμερα και να δώσει κάτι αντίστοιχα δυνατό, να δημιουργήσει μια αισθητική που να ταιριάζει στο είδος του τρόμου, όπως το αξέχαστο "Κάλεσμα". 

Η ταινία μπάζει από παντού. Τα τρομακτικά τρικς κάνουν την εμφάνιση τους σε εντελώς άκυρα σεναριακά σημεία, κάνουν ένα "boo!" και φεύγουν (βλ. εισβολή μιας κούκλας μεταμορφωμένης σε παράξενη γυναίκα που κραυγάζει). Ούτε καν η παρουσίαση της στοιχειωμένης γυναίκας δεν πείθει- με τέτοια δάχτυλα στα χέρια άνετα θα μπορούσε να πρωταγωνιστεί σε ταινία "Allien". Τα όρια της απλοϊκότητας, των κλισέ έχουν ξεπεραστεί κατά πολύ. Οι δύσκολες καταστάσεις που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι χαρακτήρες ώστε να ξεφύγουν από αυτήν κατάρα, ξεπερνιούνται στο άψε σβήσε -η άλλη αποφασίζει να πηδήξει από το παράθυρο λες και είναι "κατεβαίνω ένα πεζουλάκι". Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχουν και ηθικολογικά και κοινωνικά μηνύματα που υμνούν την οικογένεια και την πίστη στην εκκλησία...

Το πρωταγωνιστικό δίδυμο είναι το λιγότερο αταίριαστο, εκτός από ατάλαντο. Ο άντρας της οικογένειας (Ward Horton) είναι τόσο ψυχρός και ανέκφραστος και μοιάζει να μην ξέρει πως είναι να υποκρίνεσαι τον πατέρα και σύζυγο, ξενέρωτος τελείως, και όταν έρχονται οι στιγμές έντασης αντιδρά λες και έχασε η ομάδα του. Η δε γυναίκα του (Annabelle Wallis) υποκριτικά "σέρνεται". Με ένα βλέμμα ονειροπαρμένης και ένα προσποιητό ύφος τρομαγμένης, βγάζει όλη την ταινία.

Το μοναδικό κομμάτι που ξεχωρίζουμε είναι η σκοτεινή μουσική από τον Joseph Bishara.

Y.Γ. Γενικώς, μάπα το καρπούζι.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία: 1/5

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Ανωτέρα Βία (Turist) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ruben Ostlund
Hθοποιοί:  Brady Corbet, Jakob Granqvist, Kristofer Hivju


Η «Ανωτέρα Βία» του Σουηδού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Ruben Ostlund («Play», «Involuntary») ανατέμνει με καυστικό χιούμορ τον ρόλο των ανδρών στη σύγχρονη κοινωνία και την τάση τους να είναι προστάτες…του εαυτού τους. Ένα σαρκαστικό υπαρξιακό δράμα χαρακτήρων με αναφορές στο σκηνοθετικό ύφος του Bergman. Στηρίζεται στις στερεοτυπικές απόψεις για την ανθρώπινη φύση και τις κοινωνικές συμβάσεις, αποδεικνύοντας ότι η συμπεριφορά σε καταστάσεις ζωής και θανάτου αποδίδεται ιδανικά με τη φράση: «ο καθένας για τον εαυτό του».

Ειδυλλιακά τοπία, απέραντες χιονισμένες εκτάσεις. Χαρούμενες και χλιδάτες διακοπές μιας (φαινομενικά) ιδανικής και ευτυχισμένης οικογένειας.  Με λίγα λόγια όλα καλά. Μέχρι που σκάει μύτη μια ξαφνική χιονοστιβάδα ενώ η οικογένεια γευματίζει αμέριμνη σε ένα εστιατόριο και παρασέρνει μαζί της οτιδήποτε ειδυλλιακό και χαρούμενο βρισκόταν μέσα στην οικογενειακή θαλπωρή. Ο μπαμπάς (Τόμας), με το που βλέπει το χιόνι να έρχεται κατά πάνω τους, το βάζει στα πόδια αρπάζοντας πρώτα το i-phone του(!) και αφήνει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας στη μοίρα τους. Η μητέρα (Έμπα) αντίθετα μένει εκεί προσπαθώντας να σώσει τα δυο τους παιδιά- αυτό δηλαδή που οφείλει να κάνει ο κάθε γονιός. Έτσι, αρχίζει και ξετυλίγεται το κουβάρι της υπόθεσης: μπορεί μια τέτοια πράξη να "επιβιώσει" στα πλαίσια του θεσμού της οικογένειας? Τι συμβαίνει με την οικογενειακή ισορροπία?

Mετά την απρόσμενη χιονοστιβάδα αλλάζουν τα πάντα -μέχρι και οι ασορτί πιτζάμες με τις οποίες κοιμόταν όλη η οικογένεια. Παρακολουθούμε την εξέλιξη των συναισθημάτων των δύο χαρακτήρων ξεχωριστά (η Έμπα επιλέγει να πάει μόνη της για σκι ένα πρωινό, βυθισμένη στις σκέψεις της), το πώς αντιλαμβάνεται η κάθε πλευρά την πραγματικότητα των γεγονότων, αλλά και την προσπάθεια για την εύρεση μιας σωτήριας λύσης(αν υπάρχει) που θα τους βγάλει από αυτή τη μαύρη τρύπα. Ο Ostlund δίνει χρόνο στους χαρακτήρες και στη διαταραγμένη και ερημική ψυχική τους κατάσταση, κυρίως με μακρινά πλάνα που δείχνουν το απέραντο άσπρο τοπίο του χιονιού, όπου μέσα σε αυτά οι ήρωες "παλεύουν" με τη ψυχρότητά τους. Τον ψυχισμό των χαρακτήρων τονίζουν και τα πλάνα στα οποία επικρατεί εκκωφαντική σιγή. Παράλληλα, επιλέγει να δώσει και μια χιουμοριστική ιδέα στο θέμα αυτό μέσα από υπαρξιακές συζητήσεις μεταξύ του ζεύγους και των φίλων τους. Σε αυτές τις συζητήσεις το ένα αρσενικό προσπαθεί να σώσει το άλλο αρσενικό. Ο σεναριακός φίλος του Τόμας (
Kristofer Hivju), δίνει ερμηνευτικά ρέστα έχοντας ένα ύφος που φωνάζει από μέτρα μακριά το πόσο άβολα νιώθει και που συνοδεύει το γεμάτο αφέλεια σκεπτικό του ενώ προσπαθεί να "μπαλώσει" τον φίλο του.

Τα χιονισμένα ερημικά τοπία, οι ερμηνείες των ηθοποιών, οι αντιδράσεις των χαρακτήρων, είναι τα στοιχεία που ενισχύουν τη φυσικότητα της ταινίας. Υπάρχει μια σκηνή προς το τέλος, όπου ο πατέρας της οικογένειας ξεφτιλίζεται στην κυριολεξία μπροστά στη γυναίκα και στα παιδιά του. Παρακολουθούμε την έκρηξη του και δεν ξέρουμε αν πρέπει να τον λυπηθούμε ή να τον βρίσουμε. Το όλο νόημα της ιδεολογίας του "αδύναμου φύλου" έχει πάει περίπατο...

Μια ταινία που αμφισβητεί τα "πρέπει" στους ρόλους του αρσενικού και του θηλυκού, τις πολιτικά ορθές συμπεριφορές και γκρεμίζει τις ιδεολογίες γύρω από το πρότυπο του ανδρισμού όπως τον ξέραμε.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015

Mr. Turner κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Mike Leigh
Hθοποιοί:  Timothy Spall, Paul Jesson, Dorothy Atkinson

Tι γίνεται τώρα τελευταία με τις ιστορίες καταξιωμένων ζωγράφων? Πριν λίγες μέρες είχαμε το "Big Eyes" του Burton- μια αναφορά στη ζωγράφο Margaret Keane, και τώρα μας παρουσιάζεται ο "Κύριος Turner. Πιο συγκεκριμένα, έχουμε να κάνουμε με μια διεισδυτική ματιά στη ζωή του Βρετανού ζωγράφου Joseph Mallord William Turner, πρόδρομο των ιμπρεσιονιστών. Ο σπουδαίος Βρετανός σκηνοθέτης Mike Leigh, επιστρέφει στα βιογραφικά δράματα εποχής με τη συγκλονιστική αποτύπωση της ζωής του μεγαλύτερου ίσως Βρετανού εικαστικού όλων των εποχών, επιλέγοντας και πάλι ως πρωταγωνιστή του τον  Timothy Spall με τον οποίο είχαν συνεργαστεί και στο "Secrets and Lies", (1996).  Η σκηνοθετική του προσέγγιση περιορίζεται στα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του.

Mε στόχο να "ζωγραφίσει" το πορτραίτο ενός χαρακτήρα στο σύνολο του, παρουσιάζει τον Turner και από την καλή αλλά και από την ανάποδη του. Έτσι, γνωρίζουμε τον οραματιστή καλλιτέχνη που χάνεται στην απεραντοσύνη των φυσικών τοπίων και των χρωμάτων, αντιμετωπίζοντας τα με σεβασμό και μετριοφροσύνη. Ταυτόχρονα γνωρίζουμε και έναν αντικειμενικά αντιπαθητικό άντρα, που τσιγκουνεύεται να δώσει αγάπη ακόμη και στην οικογένειά του -παρά μόνο τον πατέρα του, προκαλώντας φόβο και δυστυχία στη γυναίκα και στις κόρες του. Παρόλα αυτά ο ίδιος δεν σταματά να αναζητά την αληθινή αγάπη. Αυτό που τον κάνει ακόμη πιο αντιπαθητικό είναι η ζωώδης συμπεριφορά του όσον αφορά κυρίως στις κοινωνικές συναναστροφές του, κάτι που μάλλον δικαιολογείται από τον θάνατο του πατέρα του.
Είναι φανερό πως ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει με σχολαστικότητα και φροντίδα το υλικό του και εκμεταλλεύεται τις υποκριτικές αρετές του πρωταγωνιστή, έτσι ώστε να μπούμε για τα καλά στον κόσμο του Turner, να τον μάθουμε ίσως σπιθαμή προς σπιθαμή. Αυτή η σχολαστικότητα όμως είναι που "βαραίνει" συχνά πυκνά την ταινία και αυτό είναι το μεγάλο αρνητικό της. 

Η ιδιαίτερη φροντίδα και προσοχή δεν σταματούν στο πρόσωπο του ζωγράφου, αλλά προχωρούν και στον γύρω από αυτόν κόσμο, με μια εντυπωσιακή αναπαράσταση της εποχής που δίνει πλάνα άριστα φωτογραφημένα από τον Dick Pope, που φιλοδοξούν να συναγωνιστούν σε ποιότητα και πλούτο τους πίνακες του ήρωα. Τα ειδυλλιακά πλάνα-πίνακες ζωγραφικής έρχονται ως αντίθεση μπροστά στην ασχήμια του κεντρικού ήρωα.

Ο Timothy Spall που βραβεύτηκε για την ερμηνεία του τόσο στο φεστιβάλ Καννών όσο στα Ευρωπαϊκά Βραβεία Κινηματογράφου, δίνει ίσως την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος να φανεί κουραστικός με τους συνεχείς ζωώδεις ήχους που βγάζει..

Y.Γ. Σύμφωνα με δηλώσεις του Spall, για τις ανάγκες του ρόλου έκανε μαθήματα ζωγραφικής για 2 χρόνια!
Υ.Γ 2. Είναι πολύ ωραίο να γνωρίζεις τόσο σημαντικές προσωπικότητες με τον άμεσο τρόπο που σου προσφέρουν οι ταινίες!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2015

Begin Again κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: John Carney
Hθοποιοί: Mark Ruffalo, Keira Knightley, Catherine Keener, Mos Def, Hailee Steinfeld

Ένας αποκαρδιωμένος Νεοϋορκέζος μουσικός παραγωγός βρίσκει ελπίδα στο πρόσωπο μίας βρετανίδας τραγουδίστριας/τραγουδοποιού η οποία μόλις μετακόμισε στο Μανχάταν. Ρομαντική κομεντί ταινία με μουσικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα, από τον σκηνοθέτη του "Once" (2006) που έχει την παρόμοια θεματική και αισθητική.

Βρισκόμαστε στην όμορφη και φαινομενικά αισιόδοξη πόλη της Νέας Υόρκης, όπου μας συστήνεται μια νεαρή ταλαντούχα τραγουδοποιός, η Gretta (Keira Knightley) και ένας "τεντιμπόης", γοητευτικός μουσικός παραγωγός ο Dan (Mark Ruffalo). Η μοίρα μετά από ατυχίες και για τους δύο, τους φέρνει κοντά αφού ο Dan γοητεύεται από το μουσικό ταλέντο της -ο ένας παίρνει έμπνευση από τον άλλο με κοινό παρονομαστή την λατρεία τους για τη μουσική. Η σεναριακά τυχαία γνωριμία τους παρουσιάζεται με δύο τρόπους καθώς προχωρά η πλοκή, μια από την πλευρά της Gretta και μια από την πλευρά του Dan, με flashback. 

Όσον αφορά τις ερμηνείες τους, ο Ruffalo με αφάνα και με άνετη διάθεση, φαίνεται να το διασκεδάζει στο έπακρο αλλά φαντάζει κάπως υπερβολικός αφού χτυπιέται όλη την ώρα. Παραμένει όμως ιδανικός και ευχάριστος ως ένας ναι μεν indie αλλά και "πέρα βρέχει", χαρακτήρας. Από την άλλη, η Knightley με την κιθάρα στα χέρια, αφού υποδύεται μια γνήσια καλλιτέχνις που έχει πάντα έμπνευση και δεν τη συγκινούν η φήμη ή τα χαοτικά studios, υιοθετεί ένα στυλ που θυμίζει την αγαπημένη Alanis Morrissey, κάτι που την κάνει ακόμη πιο συμπαθητική. Παράλληλα τραγουδάει η ίδια τα κομμάτια, έτσι οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε και τη μελωδική φωνή! Στο cast υπάρχει και ο Adam Levine -ναι αυτός από τους Maroon 5. Δεν είχα ιδέα ότι είναι ηθοποιός αλλά συνηθίζεται το φαινόμενο "star και στην pop σκηνή και στις ταινίες". Αυτός περνά απαρατήρητος- τουλάχιστον ας δινόταν η ευκαιρία σε κάποιον επαγγελματία ηθοποιό που έχει περισσότερες πιθανότητες να υποστηρίξει το ρόλο.

Μέσα στο μουσικό περίβλημα, υπάρχει και το κοινωνικό στοιχείο κυρίως όσον αφορά το θεσμό της οικογένειας, όπου φανερώνεται η ανάγκη του παιδιού για την παρουσία και φροντίδα του "χαμένου" γονέα -εδώ, του "χαμένου" πατέρα. Ο σκηνοθέτης προσεγγίζει τις ανθρώπινες σχέσεις ερωτικές και μη, με αληθοφάνεια, και δίνει μια διαφορετική χροιά στη ρομαντική κομεντί, καθώς επιμένει να κρατά το σεξουαλικό στοιχείο σε αδράνεια, σαν να θέλει να υποστηρίξει το αγνό και γοητευτικό φλερτ που πρωταγωνιστούσε στις κλασσικές ταινίες και που δεν έχει απώτερο σκοπό το κρεβάτι. Επίσης δίνει στην ιστορία, απρόβλεπτη αλλά και ρεαλιστική κατάληξη -να και κάτι που χρειάζονται που και που οι ταινίες του είδους!

Χαρακτηριστικό του "Begin Again" είναι το ρυθμικό αλλά όχι ιδιαίτερα πλούσιο σε μουσικά είδη, soundtrack. Aκούμε μουσικά κομμάτια δια στόματος Keira Knightley από την αρχή ως το τέλος της ταινίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της είναι ότι θα μπορούσε να διαρκεί πολύ λιγότερο, με την απουσία των πλατειασμών που σημειώνονται σε αρκετά σημεία. Εν τέλει, είναι μια ταινία πλούσια από αισιοδοξία, που σε πείθει πως όταν σου κολλάει κάτι στο μυαλό, το καταφέρνεις- εννοείται πως απαιτείται σκληρή δουλειά και επιμονή.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2015

Σινέ-Προτάσεις, Ιανουάριος 2015

OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:

Seven Days in May
Σκηνοθεσία: John Frankenheimer
Ηθοποιοί: Burt Lancaster, Kirk Douglas, Fredric March 



Σ’ ένα κοντινό μέλλον ανώτατοι στρατιωτικοί στις ΗΠΑ ετοιμάζουν πραξικόπημα για να απομακρύνουν τον φιλειρηνικό Πρόεδρο, ο οποίος ετοιμάζεται να έρθει σε συμφωνία με τους Σοβιετικούς για την καταστροφή των πυρηνικών όπλων. Ένα έξοχο πολιτικό θρίλερ με σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και πολύ καλές ερμηνείες,


CINEFIL

Mary and Max
Σκηνοθεσία: Adam Elliot
Ηθοποιοί: Toni Collette, Philip Seymour Hoffman, Eric Bana

Για να ξεφύγει από τη μοναξιά, ένα μικρό κοριτσάκι αρχίζει να αλληλογραφεί με έναν μεσήλικα. Τελικά ανάμεσα τους γεννιέται μια ασυνήθιστη φιλία. Μια ταινία πορτρέτο της σημερινής κοινωνίας που αντί να βοηθάει, απομονώνει και αδιαφορεί για ότι είναι διαφορετικό και όχι το "κανονικό" όπως αυτή ορίζει. Δραματική, κινουμένων σχεδίων με καταπληκτικό soundtrack.


Σινέ-διασκέδαση για όλους

The Royal Tenenbaums
Σκηνοθεσία: Wes Anderson
Ηθοποιοί: Gene Hackman, Gwyneth Paltrow, Anjelica Huston, Ben Stiller, Bill Murray

Τα μέλη μιας, όχι και τόσο δεμένης, οικογένειας με χαρισματικά παιδία, ενώνονται ξανά, όταν ένας απ΄ αυτούς ανακοινώνει πως πάσχει από θανατηφόρα ασθένεια. Πρόκειται για μια γλυκόπικρη κομεντί με ταλαντούχο cast. Το ξεκίνημα της αγαπημένης πλέον ιδιαίτερης παλέτας του Wes Anderson. Ο προάγγελος του Grand Budapest Hotel, ένα πράγμα. Γεμάτη καυστικό χιούμορ και άβολες καταστάσεις, η οικογένεια Τενενμπάουμ είναι μια από τις πιο αξιόλογες ταινίες του σκηνοθέτη. Προτάθηκε για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου.


SMALL DIAMONDS,αληθινά διαμάντια του παγκόσμιου κινηματογράφου

The Kid with a Bike 
Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Dardenne και Luc Dardenne
Ηθοποιοί: Cecile De France, Jeremie Renier, Thomas Doret, Olivier Gourmet, Fabrizio Rongione



Νεαρή κομμώτρια αναλαμβάνει τη κηδεμονία ενός αντιδραστικού αγοριού, που το έχει παρατήσει ο πατέρας του. 
Σαν κινηματογραφιστές οι αδερφοί Dardenne, θεωρούν πως η οικογένεια είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των πάντων. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ένα παιδί πληρώνει τα σπασμένα του ανεύθυνου πατέρα του. Ο μικρός πρωταγωνιστής είναι ένας μικρός θεός υποκριτικής. Τρέχει και ξεσπά ασταμάτητα. Ένα αμείλικτα ειλικρινές σενάριο που μοιάζει να μελαγχολεί με κάθε νέο λεπτό που περνά αλλά και μια εικόνα άμεση, γρήγορη, οικεία. Μια ταινία που σε βοηθά να επικοινωνήσεις μαζί της.
Βραβευμένο στις Κάννες, δράμα. 


Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:

The Lovely Bones 
Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Ηθοποιοί: Mark Wahlberg, Rachel Weisz, Saoirse Ronan, Susan Sarandon, Stanley Tucci


Ένα δολοφονημένο κοριτσάκι παρακολουθεί από τον παράδεισο την προσπάθεια της οικογένειάς της να ξεπεράσει την αβάσταχτη απουσία της και ταυτόχρονα προσπαθεί να κατευνάσει το μίσος της για τον άνθρωπο που έκοψε βιαία το νήμα της σύντομης ζωής της. 
Συγκινητικό θρίλερ-περιπέτεια με δόσεις σουρεαλισμού και μαύρου χιούμορ, από τον πάντα απρόβλεπτο οραματιστή Peter Jackson.


Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

The Good Lie κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Philippe Falardeau
Ηθοποιοί: Reese Witherspoon, Arnold Oceng, Ger Duany



Σε σκηνοθεσία του υποψήφιου για Όσκαρ Philippe Falardeau (“Moniseur Lazhar”) και παραγωγή των Ron Howard (“A Beautiful Mind”) και Brian Grazer (“A Beautiful Mind”, “Rush”), η εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, συγκλονιστική ιστορία του “The Good Lie” ακολουθεί μια ομάδα νεαρών Σουδανών προσφύγων, από την κόλαση του πολέμου μέχρι τη γη της επαγγελίας, τις ΗΠΑ. Εκεί, αντιμετωπίζοντας τις δυσκολίες του δυτικού πολιτισμού για πρώτη φορά, καταφέρνουν να αναπτύξουν μια δυνατή φιλία με μία παράτολμη Αμερικανίδα η οποία αναλαμβάνει να τους βοηθήσει. Κι ενώ οι ταλαιπωρημένοι πρόσφυγες προσπαθούν να προσαρμοστούν στη νέα τους ζωή, τα συναισθήματα ενοχής για τον αδερφό που έχουν αφήσει πίσω, τους κυριεύουν ολοένα και περισσότερο.

To "Γενναίο Ψέμα" είναι χωρισμένο σε δύο θεματικά μέρη. Το πρώτο μέρος επικεντρώνεται στην βίαιη και απάνθρωπη περίοδο του πολέμου όπου  "τα χαμένα παιδιά του Σουδάν" αναγκάστηκαν να αντικρίσουν τις οικογένειες τους νεκρές και τα σπίτι τους κατεστραμμένα. Διασχίζουν με τα πόδια την απόσταση μέχρι την Κένυα ώστε να σωθούν. Η σκηνοθεσία στο κομμάτι αυτό, προσεγγίζει με ρεαλισμό την απώλεια του πολέμου και τον αγώνα των μικρών παιδιών προς την επιβίωση, με αποκορύφωση την ανατριχιαστική σκηνή όπου στρατιώτες τους επιτίθενται και για να σωθούν, διασχίζουν ένα ποτάμι γεμάτο πτώματα.


Το δεύτερο μέρος 
παρουσιάζει την άφιξη των αδερφών στο Κάνσας των ΗΠΑ και την προσπάθεια τους να προσαρμοστούν σε αυτήν την εντελώς διαφορετική νοοτροπία και ζωή. Εδώ η σκηνοθετική και σεναριακή ατμόσφαιρα αλλάζει ραγδαία σε σύγκριση με τη σκληρότητα και τη σύγχυση που προηγήθηκε, καθώς υιοθετεί έναν πιο ανάλαφρο και χιουμοριστικό χαρακτήρα. Αυτό ίσως ξενίσει μερικούς. Παράλληλα, σε αυτό το κομμάτι πρωταγωνιστεί ένα συχνό φαινόμενο των αμερικανικών ταινιών: o λευκός-η που έρχεται και σώζει τον καταρρακωμένο μαύρο πρόσφυγα (βλ."The Blind Side"). Τον ρόλο αυτό τον έχει εδώ η βραβευμένη με Όσκαρ Reese Witherspoon, ως η Αμερικανίδα Carrie που κάνει σχεδόν τα πάντα για αυτούς. H Witherspoon εμφανίζεται χαριτωμένη με τα καστανά της μαλλιά και με το μεγάλο της χαμόγελο και δίνει μια χαριτωμένη (αλλά ως εκεί) ερμηνεία. Το θετικό είναι πως δημιουργεί πολύ καλή χημεία με τα τρία αδέρφια. 

Πάρα την κινηματογραφική αδυναμία που παρουσιάζει το δεύτερο κομμάτι -δηλαδή η σκηνοθεσία και οι σεναριακές ευκολίες, εκ των οποίων μερικές φαίνονται αφελέστατες (όπως πχ το ότι τα τρία αδέρφια βρίσκουν δουλειά σε χρόνο ντε τε ή ότι μιλούν άπταιστα την αγγλική γλώσσα πέρα από τα βασικά), παραμένει μία αισιόδοξη και γλυκιά ταινία που καταφέρνει παράλληλα να προβληματίσει τους θεατές.

Y.Γ. Όχι η Witherspoon δεν είναι  πρωταγωνίστρια όπως αφήνουν να εννοηθεί οι αφίσες και τα τρέιλερ!

Παρασκευή Γιουβανάκη

Βαθμολογία 2.5/5 

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

The Imitation Game κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Morten Tyldum
Hθοποιοί:  Keira Knightley, Benedict Cumberbatch, Matthew Goode, Mark Strong, Rory Kinnear


O Νορβηγός σκηνοθέτης Morten Tyldum, γνωστός από το υποβλητικό θρίλερ "Headhunters", παρουσιάζει το πορτραίτο ζωής ενός αφανή ήρωα, σπουδαίου και περίπλοκου ανθρώπου, στον οποίο εκατομμύρια άνθρωποι οφείλουν τη ζωή τους. Ο Alan Turing, Βρετανός καθηγητής, μαθηματικός και κρυπτογράφος ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να σπάσει τους πολύπλοκους κώδικες των Γερμανών (τον κώδικα του Enigma) στο αποκορύφωμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Καινοτόμησε στη μελέτη και εφαρμογή των πρώτων υπολογιστών μετά από μόχθο και πείσμα, σε διαρκή μάχη με τους επιστήμονες συνεργάτες του και τους στρατιωτικούς στους οποίος δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός.

Η ταινία είναι βασισμένη στο βιβλίο του Άλαν Χότζες «Άλαν Τούρινγκ, το αίνιγμα». Aποτελεί μια καλοστημένη και καλογραμμένη μεταφορά. Ξεκινάει λοιπόν την αφήγησή της από ένα αστυνομικό τμήμα του Μάντσεστερ το 1952, όπου ο Turing προσάγεται για ανάκριση λόγω...της σεξουαλικότητάς του. Κατά την ανάκριση, o Turing θα αφηγηθεί -και ο θεατής θα παρακολουθήσει σε flashback κάτι που επεκτείνει το ενδιαφέρον- πως στρατολογήθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες της Μ. Βρετανίας, για να αποκωδικοποιήσει τη συσκευή Enigma που είχαν κατασκευάσει οι Γερμανοί. Μέσα στην αφήγηση περιλαμβάνονται σημαντικά κομμάτια της ζωής του, όπως το 1939 στο πάρκο Μπλέτσλι του Μπάκιγχαμ όπου ο νεαρός μαθηματικός περνάει από συνέντευξη για μια άκρως απαιτητική δουλειά της αντικατασκοπίας. 



Δίνεται μεγάλη βάση στην εμβάθυνση των ξεχωριστών προσωπικοτήτων των χαρακτήρων, έτσι τα άτομα που συναναστρέφεται ο Alan  μας γίνονται συμπαθείς και μη. Σκηνοθεσία και σενάριο επικεντρώνονται εκτός από τα κατορθώματα του και στο πόσο αινιγματική και αμφιλεγόμενη ήταν η προσωπικότητά του, για αυτό και παρακολουθούμε έναν άψογο Benedict Cumberbatch να μεταμορφώνεται σε μια εκκεντρική ιδιοφυία και να δίνει μια νηφάλια και ρεαλιστικότατη ερμηνεία χρησιμοποιώντας σε βαθύ επίπεδο τη γλώσσα του σώματος. Καταφέρνει να συγκινήσει και να προβληματίσει με την ερμηνευτική του παρουσία. Δίπλα του στέκονται επάξια οι Matthew Goode, Mark Strong και Keira Knightley, έχοντας υιοθετήσει την απαιτούμενη σοβαρότητα των ρόλων αλλά και την χιουμοριστική χροιά που εμφανίζεται ανά τακτά διαστήματα.

Αξίζει να κάνουμε μια αναφορά και στο κομμάτι της σκηνογραφίας και ενδυματολογίας που εξυπηρετούν με πιστότητα την τότε εποχή.

Τον Alan Turing οφείλουμε να τον θαυμάζουμε. Θεωρείται «πατέρας της επιστήμης υπολογιστών», χάρη στη συνεισφορά του στο γνωστικό πεδίο της θεωρίας υπολογισμού, αλλά και της τεχνητής νοημοσύνης, χάρη στη λεγόμενη δοκιμή Turing την οποία πρότεινε το 1950, ώστε να διαπιστώνεται πειραματικά αν μια μηχανή έχει αυθεντικές γνωστικές ικανότητες και μπορεί να σκεφτεί. Η ανθρώπινη κοινωνία τον καταδίκασε σε κάτι απάνθρωπο παρά το γεγονός ότι υπήρξε ήρωας για τη χώρα του και όχι μόνο. Η ταινία από την πλευρά της φαίνεται να παίρνει αρνητική στάση απέναντι σε μια νομοθεσία και μια ντροπιαστική "νοοτροπία" που καταδικάζει την ομοφυλοφιλία και μαζί όλους εκείνους που συνυπάρχουν μαζί της, από τον πιο απλό πολίτη μέχρι και τον πιο σπουδαίο επιστήμονα.

Το "Παιχνίδι" είναι συγκινητικό, είναι ανθρώπινο και πάνω από όλα βασίζεται σε μια συγκλονιστική αληθινή ιστορία.

Y.Γ. “Sometimes, it is the people no one imagines anything of who do the things that no one imagines.”

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015

Big Bad Wolves κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Aharon Keshales, Navot Papushado
Hθοποίοι: Guy Adler, Lior Ashkenazi, Dvir Benedek

Έρχεται από το Ισραήλ και είναι η δεύτερη ταινία των Navot Papushado και Aharon Keshales.Αφού απέσπασε διθυραμβικές κριτικές στο Tribeca Film Festival, όπου έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της, έχει βάλει στοίχημα να μας μείνει χαραγμένη στη μνήμη.

H ιστορία μιλάει για έναν serial killer που στόχος του είναι πάντα τα μικρά κορίτσια. Ο Miki (Lior Ashkenazi) ένας αστυνομικός που δεν ακολουθεί τους τύπους και τους κανόνες, πιστεύει πως ένας δάσκαλος της περιοχής (Roterm Keinan) είναι ο δολοφόνος. Αφού θα αποτύχει να αποσπάσει την ομολογία του με το "καλό", θα αποφασίσει να το κάνει με κάθε τρόπο, χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε μέσο. Αν χρειαστεί και με τη βία, δεν έχει απολύτως κανένα πρόβλημα. 

Είναι μια αρκετά αξιόλογη ταινία και όχι μόνο επειδή το λέει ο Τarantino.
Οι "Κακοί Λύκοι" είναι ένα μείγμα από ενδιαφέροντα στοιχεία και όσον αφορά την κινηματογράφηση του αλλά και τη σεναριακή πλοκή. Ποια είναι αυτά? Μαύρο χιούμορ, ειρωνεία για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις του Ισραήλ, ανατροπές, δυνατό-ανατριχιαστικό soundtrack, μια δόση σπλατεριάς, και αυθεντικός τρόμος. Και όταν λέω αυθεντικός, εννοώ τον τρόμο που δεν έχει τα κλισέ τύπου "στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου (συνήθως), κάτι γίνεται, σκύβω ή ανοίγω κάποιο ντουλάπι -οπότε και φεύγει από το οπτικό μου πεδίο ο καθρέφτης, και όταν ξανακοιτάω σε αυτόν, ορίστε και ο σχιζοφρενής από πίσω!"

Εδώ, απορροφάσαι από την αρχή. Μια ονειρικά γυρισμένη εναρκτήρια σκηνή όπου τρία παιδάκια παίζουν κρυφτό στην καρδιά ενός δάσους - slow motion καθ' όλη τη σκηνή -αυτό είναι που την κάνει ονειρική, και συνοδεία ανατριχιαστικής μουσικής. Ο ενορχηστρωμένος ήχος της έχει απειλητικό ύφος, χαρακτηριστική μουσική για ταινία τρόμου. Είναι αναμφισβήτητα από τις καλύτερες σκηνές έναρξης και ειδικά σε αυτό το κινηματογραφικό είδος.



Η σκηνοθεσία παίζει με τους θεατές και τους κατευθύνει όπου θέλει αυτή. Σε κάνει να υποπτεύεσαι και να ενοχοποιείς και τον πιο απίθανο χαρακτήρα αφού κανένας δεν καταφέρνει να μας πείσει. Σε καμία περίπτωση δεν σε βοηθά να βγάλεις ένα γενικό συμπέρασμα για το σύνολο της υπόθεσης -όπως σε ορισμένα θρίλερ που έχεις πάρει χαμπάρι από την αρχή ακόμη, τον ύποπτο. Προσεγμένη στον χαρακτήρα της, σχηματίζει πλάνα, αρκετά κοντινά, που δίνουν τα ακριβή στοιχεία που χρειάζεται ο θεατής για να καταλάβει τι συνέβη αλλά μόνο στη δεδομένη κινηματογραφική στιγμή. Μέσα στη φρίκη που κυριαρχεί πιάνεις τον εαυτό σου να γελάει με τις ανατροπές που διακόπτουν με θράσος κάθε αγωνιώδη σκηνή μέσω διασκεδαστικών, μαύρων χιουμοριστικών τρικ.  

Η επιλογή των ηθοποιών είναι άκρως πετυχημένη. Το αθώο πρόσωπο του καθηγητή Rotem Keinan, με τα μπουκλέ μαλλιά δεν πείθει σε τίποτα για υποψήφιος ένοχος σαδιστής, ο γοητευτικός ηθοποιός Lior Ashkenazi, που υποδύεται τoν πρωταγωνιστή αστυνομικό έχει χαρακτηριστική φάτσα μπάτσου που εκτός από γοητεία διαθέτει και μια δόση ανοησίας αφού ακολουθεί ανορθόδοξους και βίαιους τρόπους ώστε να βρει τον ένοχο.

Έρχεται όμως το διφορούμενο τέλος και σε αφήνει εμβρόντητο και με πίκρα. Δεν φαίνεται να είναι ξεκάθαρη η ιδεολογική τοποθέτηση των σκηνοθετών όσον αφορά το κοινωνικό κομμάτι της ταινίας...

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Τhe Best of 2014!



1. ΧENIA 
Eίναι η ταινία που με άγγιξε και με έκανε να την αγαπήσω όσο καμία άλλη για τη χρονιά του 2014. Η φράση "δεν πρέπει να τη χάσετε" πραγματικά ακούγεται λίγη και μικρή. Το "Xenia" θα σας αγγίξει, θα σας κάνει να δακρύσετε αλλά και να χαμογελάσετε με ευτυχία και αισιοδοξία.

2. Gone Girl
Έκανε πολλούς να παραμιλάνε μετά την προβολής της. Και όχι άδικα. Το Gone Girl μας "έστειλε"! Αιχμηρό, αποκαλύπτικό. Λόγια «έξω από τα δόντια», με έναν ιδιαίτερο τρόπο σε κάνουν να νιώθεις άβολα, λες και απευθύνονται σε σένα και όχι στους σεναριακούς χαρακτήρες.



3. White God
Μια ψυχή φυλακισμένη σε ένα κλουβί που αδημονεί να ξεφύγει. Αυτό ίσως είναι ο "Λευκός Θεός". Ή τουλάχιστον αυτό μου έβγαλε εμένα.
Έχουμε να κάνουμε  με μια ταινιάρα αντιρατσιστικού μηνύματος, κατά των "γκέτο" που υπάρχουν διάσπαρτα στην κοινωνία μας, δομημένη πανέξυπνα, που σε κάνει να τη λατρέψεις.



4. The Tribe
Για 130 λεπτά απουσιάζει μια αίσθηση. Αυτής της ομιλίας. Αλήθεια, μας είναι τόσο απαραίτητη όσο ίσως πιστεύουμε και στην περίπτωση της ταινίας αλλά και στη ζωή γενικότερα? Στην περίπτωση της ταινίας, από το πρώτο κιόλας λεπτό, παύει να μας ξενίζει το γεγονός ότι δεν ακούμε διαλόγους με λόγια και λέξεις. Βυθιζόμαστε στον κόσμο της "Φυλής" που δεν διαφέρει σχεδόν καθόλου από τον δικό μας. Βία εδώ, βία και εκεί. Αγάπη εδώ, αγάπη και εκεί. Πόνος εδώ, πόνος και εκεί.


5. Boyhood
 Όλη η ταινία είναι μια διδαχή για τη ζωή (πόσο κλισέ φαίνεται αυτό ε? Αλλά είναι αλήθεια!) Η κάμερα του Linklater δεν διστάζει να μας φέρει πολύ κοντά στους ήρωες. Καθώς την παρακολουθούμε βιώνουμε και ‘μεις τις καταστάσεις των ηρώων και αυτό βοηθά στο να εμβαθύνουμε τις σκέψεις μας  παίρνοντας ως παράδειγμα καταστάσεις από τις δικές μας ζωές. 




6. Love is strange
Μέσα από την εξέλιξη της ιστορίας του ομοφυλόφιλου ζευγαριού, εμπλέκεται και ένα ετεροφυλόφιλο ζευγάρι και παρακολουθούμε τις εντάσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και αυτό με τη σειρά του. Έτσι ο σκηνοθέτης φαίνεται να μας ρωτά: "Τι θα πει γκει ή straight αγάπη δηλαδή?" και να μας απαντά αμέσως μετά: "Αγάπη σκέτο λέγεται, και έχει τα προβλήματα της. Υπάρχουν και συμβαίνουν και οι 2 περιπτώσεις!"


7. The Grand Budapest Hotel

Αναμφισβήτητα μια από τις πολυαγαπημένες και ιδιαίτερες ταινίες της χρονιάς! Μια ταινία -οφθαλμόλουτρo με τη  μοναδική πολύχρωμη παλέτα που χρησιμοποιεί ο Anderson, και με ιδιαίτερο χιούμορ.



8. Human Capital (Il Capitale Umano)
Το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», ένας όρος ανατριχιαστικός στη σκέψη, καθορίζει στην πραγματική ζωή, την καθαρή αξία της αποζημίωσης στην οικογένεια του θύματος σε περίπτωση ατυχήματος...Ανθρώπινη ταινία που δεν σταματά να σε κρατά σε αγωνία και προβληματισμό.


9. Jimmy's Hall 
O πολιτικοποιημένος και ανθρωπιστής σκηνοθέτης από την Ιρλανδία, επιστρέφει με την (ίσως) τελευταία ταινία του και μας διηγείται μια συγκλονιστική,αληθινή ιστορία.
Μια καθαρόαιμη ταινία για την έννοια του  προσωπικού αγώνα, της αυτοθυσίας και άλλων παρόμοιων αγαθών, που αφυπνίζει το θεατή.






10. Deux jours,une nuit (Δυο μέρες, μια νύχτα)

 Οι αδερφοί  Dardenne -που θεωρούνται πλέον από τους σημαντικότερους Ευρωπαίους κινηματογραφιστές αλλά και ειδήμονες σε τέτοια σοβαρά θέματα, δημιούργησαν μια πέρα για πέρα ανθρώπινη ταινία, με ένα φλέγον ζήτημα, μια επίκαιρη και άβολη περίπτωση. Δεν σκεφτόμαστε στιγμή πως είναι η ηθοποιός-σταρ αυτή που βλέπουμε. Η Cotillard είναι η Σάντρα. Το σώμα της, ετοιμόρροπο. Η απόγνωση και η αγωνία αποτυπώνονται σε κάθε σημείο του σώματός της. 


.....και επειδή δεν μπόρεσα να αντισταθώ, θα αναφέρω μερικές ακόμη που άφησαν το δικό τους γοητευτικό στίγμα... 


Searching for Sugarman
Μια πραγματικά υποδειγματική δουλειά που αξίζει να τη δείτε, και να νιώσετε τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης. Στην περίπτωση αυτή, την «ανακάλυψη» του αφανή ήρωα, Sixto Rodriguez.



ENEMY
"Το χάος είναι μια τάξη που δεν αποκρυπτογραφήθηκε ακόμα"
(Ζοζέ Σαραμάγκο) είναι η φράση που καλούμαστε να κρατήσουμε στην άκρη του μυαλού μας από την αρχή ως το τέλος της ταινίας αυτής.




A most wanted man


Ο «Καταζητούμενος» είναι καταδικασμένος να είναι για πάντα πλέον «μια από τις τελευταίες ταινίες του Philip Seymour Hoffman ».  Χωρίς τη χρήση ειδικών εφέ και άλλων σαλτσών, όπως συνηθίζεται πλέον σε πολλές ταινίες του είδους, κρατά μια ισορροπημένη για το θεατή αγωνία. 
Υ.Γ. Α ρε Hoffman…..



 The Spectacular Now

Η πλοκή του σεναρίου, σαν νεανική ρομαντική που είναι, φαντάζει οικείa στα μάτια μας, αλλά το θέμα του μας αφήνει με το δυνατό μήνυμα, ότι όμορφο είναι το να ζεις το παρόν σου αλλά περισσότερο όμορφο και ουσιαστικότερο το να προσπαθείς για ένα καλύτερο μέλλον, και το να δείχνεις σεβασμό στα άτομα που σου δίνουν αγάπη. 

 Μagical Girl
Το "Magical Girl" είναι σκοτεινό και παράτολμο. Σε σοκάρει και σε κρατά καλά καθισμένο στο κάθισμά σου. Συνδυάζει με επιτυχία τη λογική και την τρέλα και σε βάζει σε σκέψεις τύπου "εγώ άραγε θα το έκανα αυτό?" Η αφήγηση είναι γεμάτη ανατροπές, με ιστορίες μυστηρίου να εξελίσσονται μέσα από εξίσου μυστήριες σκηνές και πλάνα. 


Παρασκευή Γιουβανάκη