Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

The Dancer, κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Stephanie Di Giusto
Hθοποιοί: Soko, Gaspard Ulliel, Melanie Thierry, Lily-Rose Melody Depp, Francois Damiens, Louis-Do de Lencquesaing, Amanda Plummer, Denis Menochet





Σκηνοθεσία: Stephanie Di Giusto
Hθοποιοί: Soko, Gaspard Ulliel, Melanie Thierry, Lily-Rose Melody Depp, Francois Damiens, Louis-Do de Lencquesaing, Amanda Plummer, Denis Menochet

Tην είδαμε πριν από ένα περίπου μήνα στην τελετή Λήξης του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την παρουσία των συντελεστών (ανάμεσα τους και η Soko!) και τώρα ήρθε η ώρα για το ταξίδι της στις κινηματογραφικές αίθουσες.

"Η Χορεύτρια" βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζιοβάνι Λίστα, και είναι ένα γαλλικό βιογραφικό μουσικό δράμα σε σενάριο και σκηνοθεσία της πρωτοεμφανιζόμενης κινηματογραφίστριας, Stephanie Di Giusto. 

Τίποτα από το παρελθόν και την ιστορία της Λόι Φούλερ δεν
προμήνυε ότι θα γινόταν σύμβολο της Μπελ Επόκ, πόσο μάλλον χορεύτρια στην Όπερα του Παρισιού. Ακόμη και μπροστά στο φόβο του μόνιμου τραυματισμού ή της τύφλωσης, η φλογερή Λόι δε σταματούσε σε τίποτα, προκειμένου να τελειοποιήσει το χορό της. Η συνάντηση της με την Ισαντόρα Ντάνκαν, μιας νεαρής γεμάτη ταλέντο και φιλοδοξία, θα σημάνει την αρχή της πτώσης της.

Αυτή είναι η ιστορία της Λόι Φούλερ, μιας ταπεινής χωρικής που γεννήθηκε στις Μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, προσγειώθηκε στα ευρωπαϊκά σαλόνια της Μπελ Επόκ και κατέκτησε την Παρισινή Όπερα. 
Ήταν η μούσα του Ροντέν, του Τουλούζ Λωτρέκ και των αδελφών Λυμιέρ, της πρώτης χορεύτριας που θεώρησε εαυτόν καλλιτέχνιδα κι όχι διασκεδάστρια. Αυτή είναι η ιστορία ενός σώματος που υπέφερε κάτω από 350 μέτρα υφάσματος, αλλά και μιας βασανισμένης ψυχής που μαράθηκε μετά από τη συνάντησή της με την Ισιδώρα Ντάνκαν – μιας προβολής του εαυτού της που δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει. Αυτή είναι η απίστευτη ιστορία ενός ειδώλου του μοντερνισμού, μα –πάνω απ’ όλα– μιας αποφασισμένης γυναίκας.
Στο ρόλο της Λόι Φούλερ, βλέπουμε τη Soko, τη γνωστή αλλά και ταλαντούχα τραγουδοποιό που τώρα τελευταία σημειώνει και ορισμένες επιτυχημένες κινηματογραφικές εμφανίσεις. Μία από αυτές είναι σίγουρα και η "Χορεύτρια". 
Σηκώνει στους ώμους της το βάρος όχι μόνο των δύο ξύλων που χρησιμοποιεί ώστε να ολοκληρώσει το χορευτικό της θαύμα αλλά και ολόκληρης της ταινίας. Όντας άτονη σε σημεία, άτολμη και βαρετή η σκηνοθεσία της Di Giusto, η καλλιτέχνιδα Soko καταφέρνει να κλέψει την παράσταση και να σώσει την ταινία. Δυνατά σημεία του φιλμ είναι και οι σκηνές όπου εκτυλίσσονται οι χορευτικές παραστάσεις της Φούλερ, οι οποίες έχουν κινηματογραφηθεί με έντονο ψυχρό φωτισμό με αποτέλεσμα το θέαμα να είναι εκθαμβωτικό. 


Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία 2.5/5

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

«Τιτανικός»: μικρά trivia μιας μεγάλης ταινίας

- Τα χέρια που φαίνονται να ζωγραφίζουν το γυμνό σώμα της Ρόουζ, δεν ανήκουν στον ΝτιΚάπριο αλλά στο σκηνοθέτη Τζέιμς Κάμερον.

- Όταν έμαθε πως έπρεπε να εμφανιστεί γυμνή μπροστά στο συμπρωταγωνιστής της Ντι Κάπριο, η Κέιτ Γουίνσλετ αποφάσισε να σπάσει τον πάγο μεταξύ τους όταν πρωτογνωρίστηκαν κάνοντας ακριβώς το ίδιο σ' αυτόν. 

- Οι σκηνές που διαδραματίζονται το 1912, δηλαδή σχεδόν ολόκληρο το φιλμ, διαρκούν συνολικά δύο ώρες και σαράντα λεπτά. Αυτή ήταν και η ακριβής διάρκεια μέχρι να καταλήξει το υπερωκεάνιο στα βάθη του ωκεανού.  Επίσης, η σύγκρουση με το παγόβουνο διήρκησε στην πραγματικότητα 37 δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί και η αντίστοιχη σκηνή στο φιλμ.

- Στη σκηνή όπου ο Τζακ ετοιμάζεται να ζωγραφίσει το πορτραίτο ης γυμνής Ρόουζ, της λέει κατά λάθος «Ξάπλωσε στο κρεβάτι...καναπέ!». Η ατάκα αυτή ειπώθηκε όντως κατά λάθος από τον ΝτιΚάπριο (η πραγματική ατάκα του σεναρίου ήταν «Ξάπλωσε στον καναπέ»). Στο σκηνοθέτη άρεσε αυτός ο αυθορμητισμός και η ειλικρίνεια του πρωταγωνιστή, έτσι και έμεινε στην τελική κόπια.



- Η εταιρεία παραγωγής Paramount αναγκάστηκε να στείλει εκ νέου μπομπίνες για την ταινία στις αίθουσες, καθώς οι πρώτες είχαν στην κυριολεξία, φαγωθεί από την πολύ χρήση.

- Τα στούντιο θέλησαν τον Μάθιου Μακόναχι για το ρόλο του Τζακ, αλλά ο Κάμερον άσκησε βέτο για τον Λεονάρντο ΝτιΚάπριο.

- Ο ρόλος του Τζακ Ντόσον προτάθηκε και στον Τζόνι Ντεπ, ο οποίος όμως τον απέρριψε. Απόφαση που μάλλον του προκάλεσε μεγάλη δυσαρέσκεια στη συνέχεια.

- Μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, η Γουίνσλετ δήλωσε: «Πρέπει να με πληρώσετε πάρα πολλά για να ξανασυνεργαστώ με τον Τζέιμς Κάμερον».

- Ο «Τιτανικός» ενώ είχε συγκεντρώσει τις περισσότερες υποψηφιότητες βραβείων Όσκαρ, δεν κατάφερε να κερδίσει σε καμία από τις κατηγορίες ερμηνείας.

- «I'm the King of the World!»: Μια από τις δημοφιλέστερες ατάκες της ταινίας οφείλεται στον αυτοσχεδιασμό του Ντι Κάπριο. Η ατάκα ψηφίστηκε στην 4η θέση της λίστας «Οι 100 Καλύτερες  Κινηματογραφικές Ατάκες» από το περιοδικό «Premiere» το 2007. Ενώ το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου την τοποθέτησε στη θέση 100.

- Στη σκηνή όπου ο Καλ και η Ρόουζ πίνουν τον πρωινό καφέ τους και στη συνέχεια καυγαδίζουν, ο Μπίλι Ζέιν αυτοσχεδιάζοντας, τίναξε το τραπέζι στον αέρα  με αποτέλεσμα η τρομαγμένη αντίδραση της Γουίνσλετ να είναι εντελώς αληθινή.

- Η Γκλόρια Στιούαρτ έγινε η μεγαλύτερη σε ηλικία ηθοποιός (87 ετών) που προτάθηκε ποτέ για βραβείο ερμηνείας από την Ακαδημία. 
- Eίναι η πρώτη ταινία που κυκλοφόρησε σε βίντεο (DVD/VHS) ενώ ακόμη παιζόταν στις αίθουσες.

- Στο φιλμ η Μόλυ Μπράουν (Κάθι Μπέιτς), δανείζει στον Τζακ ένα κουστούμι το οποίο είχε αγοράσει από την Ευρώπη, ώστε να το κάνει δώρο στο γιο της που ήταν κοντά σε ηλικία και σωματότυπο με τον Τζακ. Η πραγματική Μόλυ Μπράουν είχε όντως έναν υιό που ήταν 24 ετών, όταν βυθίστηκε ο Τιτανικός.

- Ο Τζείμς Κάμερον είχε αρχικά αποφασίσει να μην βάλει κανένα τραγούδι στην ταινία, ούτε καν στους τίτλους τέλους. Ο συνθέτης του σάουντρακ Τζέιμς Χόρνερ είχε κανονίσει κρυφά μια συνάντηση με τη Σελίν Ντιόν, ώστε να ηχογραφήσουν το «My Heart Will Go On». Η αντίδραση του Κάμερον όταν το άκουσε ήταν (προφανώς)  άκρως θετική. Το τραγούδι έγινε ένα από τα πιο επιτυχημένα όλων των εποχών και κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού.

- Τόσο ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο, όσο και ο Τζέισον Μπάρι (υποδύθηκε τον φίλο του Τζακ, Τόμι Ράιαν)  τραυματίστηκαν όταν γύριζαν τη σκηνή όπου ξηλώνουν ένα παγκάκι για να ανοίξουν την κλειδωμένη καγκελόπορτα. Ο Μπάρι χτύπησε σοβαρά το σαγόνι του, ενώ ο ΝτιΚάπριο τραυμάτισε τον ώμο του.

- Ο Κάμερον ταξίδεψε ο ίδιος μέχρι τον βυθισμένο Τιτανικό. Κατέληξε να περάσει περισσότερο χρόνο στο πλοίο, από αυτόν των πραγματικών επιβατών του.

Παρασκευή Γιουβανάκη
*αναδημοσίευση από http://www.cinemag.gr/

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

La La Land κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Damien Chazelle
Ηθοποιοί: Emma Stone, Ryan Gosling, Finn Wittrock, J.K. Simmons, John Legend, Josh Pence, Sonoya Mizuno

Βρισκόμαστε στο Λος Άντζελες, γνωστό και ως η πόλη που γεννιούνται και πεθαίνουν τα όνειρα. 
Δύο νέοι ερωτευμένοι, προσπαθούν ταυτόχρονα να φτάσουν τους στόχους τους: εκείνη να γίνει μια διάσημη ηθοποιός, εκείνος να γίνει αναγνωρισμένος μουσικός. Θα καταφέρει η αγάπη τους να επιβιώσει στην σκληρή πραγματικότητα των συνεχών απογοητεύσεων και της απόρριψης;
Η σκηνοθεσία και το σενάριο ανήκουν στα χέρια του Damien Chazelle. Ο νεαρός μόλις 31 ετών, μα τόσο χαρισματικός, κινηματογραφιστής, που μας χάρισε το ανεπανάληπτο "Whiplash", δύο χρόνια πριν και κέρδισε με το σπαθί του τρία βραβεία Όσκαρ. 
Την αγαπά τη μουσική ο Chazelle-ιδιαίτερη αδυναμία δείχνει να έχει στη τζαζ (και τον καταλαβαίνουμε απόλυτα σε αυτό), κάτι που αποδεικνύεται ακράδαντα και στη νέα του ταινία.


Το πρώτο καρδιοχτύπι έρχεται αμέσως με την εναρκτήρια σκηνή. Ο Chazelle στήνει ένα πανέμορφο μουσικοχορευτικό παραλήρημα πάνω σε μια γεμάτη μποτιλιάρισμα λεωφόρο του Λος Άντζελες: ρυθμός, τρέλα, ζωντάνια, δεκάδες χορευτές και χορεύτριες να ξεπηδούν από φορτηγά, από αμάξια, από παντού. Και όλα αυτά, σε ένα μονοπλάνο! (ας το σκεφτεί σοβαρά να ασχοληθεί και ως καθηγητής σκηνοθεσίας, αν δεν το κάνει ήδη!).
Η 
"La La Land" υποδέχεται τους επισκέπτες της ανοίγοντας τη ζεστή αγκαλιά της και θέλοντας να αποδείξει πως αξίζει να καταχωρηθεί και αυτή στη λίστα με τα καλύτερα μιούζικαλ όλων των κινηματογραφικών εποχών.

Στη συνέχεια μας συστήνονται οι δύο πρωταγωνιστές, καθισμένοι στη θέση του οδηγού.
Emma Stone και Ryan Gosling- ένα ζευγάρι πρωταγωνιστών που τους αγαπάει πολύ ο φακός. 
Εδώ, εμφανίζονται για τρίτη συνεχόμενη φορά ως κινηματογραφικό ζευγάρι. Η αρχή της πολύ καλής συνεργασίας έγινε με το "Crazy, Stupid, Love." και αφού ο κόσμος της βιομηχανίας του Κινηματογράφου είδε πόσο ταιριαστοί είναι και διακρίνοντας τη γλυκιά χημεία που δημιουργείται ανάμεσα τους, 
τους ξανά έκανε ζευγάρι στο "Gangster Squad".
Τώρα, όσον αφορά την περίπτωση του ρομαντικού "La La Land", η αλήθεια είναι πως δύσκολα θα σκεφτόμασταν κάποιο άλλο καταλληλότερο πρωταγωνιστικό δίδυμο.
Και οι δυο τους είναι από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς τους, δίχως αμφιβολία. Ο Gosling έχει αυτή τη γοητεία του γλυκού gentleman που σε πάει μερικές δεκαετίες πίσω και η Stone αυτό το εκφραστικό πρόσωπο με τα μεγάλα πράσινα μάτια που μαρτυρούν τόσο μια παιδικότητα όσο και μια σπίθα ερωτισμού μαζί. Ενώνουν λοιπόν τις δυνάμεις τους και το ταλέντο τους, τα δίνουν όλα ως Sebastian και  Mia και μας γοητεύουν για ακόμη μια φορά.


Ο Chazelle δεν διστάζει να κρύψει το θαυμασμό και την αγάπη του για τα παλιά μιούζικαλ αλλά και τον παλιό κινηματογράφο γενικότερα, γεμίζοντας τις σκηνές του με κομμάτια (όχι απαραίτητα μουσικά) από το "Τραγουδώντας στη βροχή", το "West Side Story", τον "Επαναστάτη Χωρίς Αιτία".
Kάπου στις δύο ώρες έρχεται ο μαγευτικά κινηματογραφημένος επίλογος με την καλλιτεχνική διεύθυνση και τη σκηνοθεσία να δίνουν (καλλιτεχνικά) ρέστα και να προκαλούν την καρδιά μας να χτυπήσει ακόμη πιο δυνατά. Για τον έρωτα, τη χαμένη αγάπη, την Τέχνη του Κινηματογράφου, την ομορφιά της ζωής, την αισιοδοξία.
Για όλα αυτά και άλλα ακόμη πολλά.

Ναι, το στοιχείο της ματαιοδοξίας που μαστίζει τον πραγματικό κόσμο δεν απουσιάζει ούτε από τον χρωματιστό και ονειρικό κόσμο του Sebastian και της Mia, όμως παρ όλα αυτά το φιλμ πατά γερά στα γεμάτα ενέργεια και αισιοδοξία πόδια του.

Το "La La Land" απλώνεται ομοιόμορφα σαν ένα γλυκό όνειρο στη μεγάλη οθόνη.
Ένας φόρος τιμής στο παραμελημένο πλέον είδος του μιούζικαλ.

Έχουμε ανάγκη από τέτοιο κινηματογράφο, τέτοιες Ταινίες.

Υ.Γ. "It's another day of sun!"

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Το Χαμίνι/The Kid: μικρά trivia μιας μεγάλης ταινίας

- Το «Χαμίνι» ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν.

- O Τζάκι Κούγκαν, το αξιολάτρευτο αγοράκι της ταινίας, μετά πολλά χρόνια έγινε ο ιδιαίτερα παράξενος «Θείος Φέστερ» της κωμικής σειράς «Οικογένεια Άνταμς»(1964).

- Το μουσικό θέμα που επιμελήθηκε ο Τσάρλι Τσάπλιν (συνέθεσε άλλωστε τη μουσική για πολλές ταινίες του), βασίζεται στην «Έκτη Συμφωνία» του Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι.

- Στην αυτοβιογραφία του ο Τσάπλιν αναφέρει πως για τις απαιτήσεις της σκηνής όπου παίρνουν το αγόρι μακριά από τον Σαρλό με σκοπό να το μεταφέρουν σε πτωχοκομείο, ο μικρός Κούγκαν έβαλε τα κλάματα με τη «βοήθεια» του πατέρα του, ο οποίος του είπε πως εάν δεν κλάψει εκείνη τη στιγμή θα τον στείλει στα αλήθεια σε πτωχοκομείο!

- Ο Τσάπλιν αποφάσισε πως ο Κούγκαν ήταν κατάλληλος για τον ρόλο, όταν τον είδε να παίζει σε μια επιθεώρηση δίπλα στον πατέρα του. Ο πατέρας του Τζάκι, Τζακ Κούγκαν, έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της καριέρας του γιου του, αφήνοντας τη δική του σε αναμονή ώστε να τον εκπαιδεύσει κινηματογραφικά. Ο ίδιος συμμετείχε με διάφορους μικρούς ρόλους στην ταινία (ήταν ένας από τους καλεσμένους στο πάρτι ή ως διάβολος στην αντίστοιχη σεκάνς στον Παράδεισο).
- Η απεικόνιση της φτώχειας και η σκληρή ζωή των εργατών, αποτελούν κατάλοιπα της παιδικής ηλικίας του Τσάπλιν στο Λονδίνο. Στοιχεία που δίνουν στο φιλμ τον χαρακτηρισμό του πιο αυτοβιογραφικού που σκηνοθέτησε ποτέ.

- «The Waif» (σημαίνει «Το Έρμαιο»), ήταν ένας πιθανός τίτλος του φιλμ πριν το «The Kid».


- Μια πολύ καλή και δυνατή χημεία έδενε τον Τσάπλιν με τον μικρό Κούγκαν και πίσω από τις κάμερες. Κατά τις πρώτες εβδομάδες γυρισμάτων, κάθε Κυριακή ο Τσάπλιν περνούσε αρκετό και εποικοδομητικό χρόνο με τον μικρό πρωταγωνιστή του, καθώς τον έπαιρνε μαζί του σε πάρκα ψυχαγωγίας. Πολλοί  υποστήριξαν πως αυτή η όμορφη σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ τους ήταν μια προσπάθεια του Τσάπλιν να επουλώσει τις πληγές των δικών του δυστυχισμένων παιδικών χρόνων, ενώ άλλοι δικαιολόγησαν την αμέριστη προσοχή του κινηματογραφιστή επειδή είχε χάσει πρόσφατα το δικό του παιδί.

- Αξίζει να αναφερθεί πως το 1971 ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός, πρωταγωνιστής και συνθέτης του φιλμ Τσάρλι Τσάπλιν, μόνταρε ξανά την ταινία με την ευκαιρία της επανέκδοσής της και παράλληλα έγραψε καινούρια μουσική.

- Ένα χρόνο αργότερα, το 1972, οι δύο πρωταγωνιστές συναντήθηκαν για τελευταία φορά, όταν ο Τσάπλιν ταξίδεψε για μικρό χρονικό διάστημα στην  Αμερική για να παραλάβει το Τιμητικό του Όσκαρ.


Παρασκευή Γιουβανάκη
*αναδημοσίευση από http://www.cinemag.gr/

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Lion κριτική ταινίας



Σκηνοθεσία: Garth Davis
Hθοποιοί: Rooney Mara, Nicole Kidman, David Wenham, Nawazuddin Siddiqui, Dev Patel


Στη βόρεια Ινδία, ο πεντάχρονος Σαρού μπαίνει στο λάθος τρένο και ταξιδεύει τρομοκρατημένος και μόνος χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του, στην χαοτική Καλκούτα. Εκεί γίνεται ένα από τα ημι-άγρια παιδιά του δρόμου και σαν από θαύμα καταφέρνει να επιβιώσει από πολλούς κινδύνους, καταλήγοντας σε ένα ορφανοτροφείο. Τελικά ο Σαρού υιοθετείται από ένα ζευγάρι Αυστραλών, οι οποίοι τον μεγαλώνουν με αγάπη. Ο Σαρού, όμως, δεν μπορεί να αφήσει πίσω του το παρελθόν, και αποφασίζει να εντοπίσει το παλιό του σπίτι και μαζί του την οικογένειά του.

Σκηνοθεσία και σενάριο καταπιάνονται με μία, το λιγότερο σοβαρή, πραγματική ιστορία.
Ενώ όμως καταφέρνουν να εξιστορήσουν ολόκληρη την τραγική ιστορία του μικρού παιδιού και να φέρουν στα μάτια των θεατών την κατάληξη αυτής, υπάρχουν στιγμές που την αγγίζουν εντελώς επιφανειακά, παραλείποντας στοιχειώδη πράγματα.
Για παράδειγμα, "βουτάμε" ξαφνικά στα 20+ χρόνια του χαρακτήρα, δίχως να μας αποκαλυφθεί κάποιο κομμάτι της εφηβείας του-μιας αρκετά σημαντικής περιόδου για έναν άνθρωπο.

Το πολύ δυνατό κομμάτι του φιλμ είναι αναμφισβήτητα το καστ.
Ανάμεσα στους ηθοποιούς βλέπουμε και μεγάλα ονόματα όπως αυτό της Nicole Kidman και της Rooney Mara. Η πρώτη, είναι ένα χάρμα οφθαλμών. Η ερμηνεία της είναι απλά εξαιρετική. Ανυπομονείς να έρθει η επόμενη σκηνή στην οποία θα εμφανιστεί ο χαρακτήρας που υποδύεται. Ένας χαρακτήρας δραματικός, τραυματικός. Είναι η γυναίκα-μητέρα που υιοθετεί μαζί με τον άντρα της, δύο αγοράκια από έναν εντελώς διαφορετικό και συνάμα ξένο κόσμο. Αποδεικνύει περίτρανα πως ακόμη είναι μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της γενιάς της.
Εμφανίζεται δυνατή και ανατριχιαστική σε κάθε της σκηνή.

Η δεύτερη, η Rooney Mara παραμένει δυστυχώς, ανεκμετάλλευτη.
Τα σημεία όπου εμφανίζεται αρκούν μεν για να αποδείξουν το υποκριτικό της ταλέντο και να προδώσουν το γεγονός πως η Mara δεν είναι μια τυχαία ηθοποιός, αλλά δεν επικεντρώνονται σε αυτήν όσο της αρμόζει.
Το ότι δεν είναι μια τυχαία ηθοποιός όλοι και όλες το γνωρίζουμε πλέον-ειδικά μετά το αξέχαστο "Carol". Έχει πολλά να προσφέρει από ερμηνευτικής απόψεως, ενώ καταφέρνει με το εκφραστικότατο της βλέμμα να τραβήξει την προσοχή των θεατών σε κάθε σκηνή. Αυτό ακριβώς όφειλαν να σκεφτούν και οι συντελεστές. Οι λίγες σκηνές, δεν αρκούν ούτε για να αναπτυχθεί καταλλήλως ο σεναριακός της χαρακτήρας. Παραμένει απλά ως η κοπέλα που ερωτεύτηκε ο πρωταγωνιστής...
O (σχεδόν) πρωταγωνιστής τώρα, Dev Patel, γνωστός μας από το επιτυχημένο "Slumdog Millionaire", υποδύεται τον Σαρού που πλέον έχει ενηλικιωθεί και ετοιμάζεται να φύγει από το σπίτι για σπουδές. Είναι συγκρατημένος και σοβαρός σαν χαρακτήρας. Το βλέμμα του προδίδει την ανασφάλεια, τη μοναξιά, στοιχεία που εκφράζουν τον ενήλικα πλέον Σαρού.

Κάπου στις 2 ώρες, έρχεται η πολυπόθητη και πολυαναμενόμενη στιγμή σε μια σκηνή που (επιτέλους) καταφέρνει να συγκεντρώσει όλο τον συναισθηματισμό και τη συγκίνηση που πλημμυρίζουν τους χαρακτήρες. Είναι αδύνατο να παραμείνεις ασυγκίνητος-η.

Όσον αφορά το σύνολο, το "Λιοντάρι" καλό θα ήταν να φανέρωνε όλη την επιθετικότητα και δύναμη που κρύβει.

Βαθμολογία 2.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2016

«Ερωτευμένος Σαίξπηρ»: μικρά trivia μιας μεγάλης ταινίας


Από τις ελάχιστες ταινίες που ανήκουν στο είδος της κωμωδίας που οδηγήθηκαν στο δρόμο των Όσκαρ και μάλιστα τιμήθηκαν με αυτό της Καλύτερης ταινίας. Απολαυστική, έξυπνη και με υπέροχες ερμηνείες.


- H Τζούντι Ντεντς κέρδισε το Όσκαρ Β' Γυναικείου για το ρόλο της ως Βασίλισσα Ελισάβετ, αν και η παρουσία της στην οθόνη δεν ξεπερνούσε τα έξι λεπτά σε τέσσερις συνολικά σκηνές. Αυτή είναι η δεύτερη πιο μικρή σε διάρκεια ερμηνεία που κέρδισε το συγκεκριμένο βραβείο με μικρότερη όλων την ερμηνεία της Μπεατρίς Στρέιτ «Δίκτυο» (1976), που διαρκούσε μόλις πέντε λεπτά.

- Στην πρώτη σκηνή βλέπουμε τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ να σκίζει χειρόγραφες σελίδες, να τις κάνει μπάλες και να τις πετά προς διάφορες κατευθύνσεις στο δωμάτιό του. Τα σημεία όπου πέφτουν οι χάρτινες μπάλες δεν είναι τυχαία επιλεγμένα, αλλά αυτοαναφορικά στα έργα του συγγραφέα. Η πρώτη μπάλα πέφτει δίπλα από ένα κρανίο (αναφορά στον «Άμλετ»), ενώ η δεύτερη προσγειώνεται σε ένα σεντούκι (αναφορά στον «Έμπορο της Βενετίας»).
- Η ταινία κέρδισε συνολικά 7 βραβεία Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτό της Καλύτερης ταινίας, κερδίζοντας το ρεκόρ ταινίας που τιμήθηκε με τα περισσότερα αγαλματάκια, αλλά όχι το βραβείο σκηνοθεσίας. Εκείνη τη χρονιά είχε κερδίσει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ για τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν». 

- Η Πάλτροου είχε βρει τυχαία το σενάριο του «Ερωτευμένου Σαίξπηρ» στο γραφείο της Γουινόνα Ράιντερ και τη ρώτησε αν μπορούσε να το διαβάσει. Τελικά, κέρδισε το ρόλο χωρίς καν να ομολογήσει το ενδιαφέρον της στη φίλη της. Φυσικά η φιλία τους έληξε κάπου εκεί. Ο εγωισμός της Πάλτροου την οδήγησε στο Όσκαρ Α' Γυναικείου ρόλου.

- Η Κέιτ Γουίνσλετ απέρριψε το ρόλο της Βαιόλα μετά την τεράστια επιτυχία του «Τιτανικού» (1997). Αντί αυτού προτίμησε την ταινία της Τζέιν Κάμπιον «Ιερός Καπνός» (1999).
 - Ο Μπεν Άφλεκ δέχτηκε τον ρόλο του ηδυπαθή ηθοποιού του θιάσου, μόνο και μόνο για να βρίσκεται κοντά στην Πάλτροου, την τότε σχέση του.

- Το θεατρικό που παρουσιάζεται στην αρχή της ταινίας στην αυλή της Βασίλισσας, είναι το «Οι Δύο Άρχοντες της Βερόνας» του Σαίξπηρ.

- H Τζούντι Ντεντς είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ με το πανομοιότυπο σκηνικό για το Θέατρο του Ρόδου που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του φιλμ, που η Miramax της το χάρισε μετά το τέλος των γυρισμάτων. Το Variety αναφέρει πως στις αρχές του 1999, η ηθοποιός έψαχνε χρηματοδότηση ώστε να μετατρέψει το αντίγραφο σε κανονική θεατρική σκηνή.

- To 1998 έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία ως η μοναδική χρονιά όπου δύο ηθοποιοί υπήρξαν οσκαρικές υποψήφιοι για τον ίδιο χαρακτήρα σε δύο διαφορετικές ταινίες: η Τζούντι Ντεντς και η Κέιτ Μπλάνσετ για το ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ Α' στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» και το «Elizabeth» (1998) του Σεχάρ Καπούρ, αντίστοιχα. 
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως ο Τζόζεφ Φάινς υποδύθηκε τον εραστή και στις δυο ταινίες, ενώ ο Τζέφρεϊ Ρας υποδύθηκε τον θεατράνθρωπο στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ», τον μυστηριώδη συμβουλάτορα στο «Elizabeth» και υπήρξε υποψήφιος για BAFTA και για τις δυο ερμηνείες του, κερδίζοντας τελικά για το «Elizabeth».
- Οι Τζόντι Φόστερ, Έλεν Χαντ, Νικόλ Κίντμαν, Νταϊάν Λέιν, Μισέλ Φάιφερ, Ρόμπιν Ράιτ, Μέγκ Ράιαν, Σιγκούρνι Γουίβερ και Ντέμπρα Γουίνγκερ ήταν επίσης υποψήφιες για το ρόλο της Βαιόλα, όπως και η Κιμ Μπέισινγκερ, που απορρίφθηκε λόγω ηλικίας (πράγμα περίεργο αν αναλογιστεί κανείς πως η προτεινόμενη Γουίβερ ήταν μεγαλύτερη της μόλις 5 χρόνια). 

- Περίπου έξι χρόνια πριν τη δημιουργία της ταινίας, η Τζούλια Ρόμπερτς πέρασε από καστ για το ρόλο της Βαιόλα και ταξίδεψε μέχρι τη Μεγάλη Βρετανία με σκοπό να πείσει τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Λιουίς τελικά αρνήθηκε καθώς προτίμησε τότε το ρόλο στο «Εις το Όνομα του Πατρός» (1993) του Τζιμ Σέρινταν. Τα στούντιο της Universal παράτησαν το πρότζεκτ λόγω έλλειψης εναλλακτικής πρότασης. Χρόνια μετά ο Τζόζεφ Φάινς ήταν ο μόνος ηθοποιός που πέρασε από καστ για τον ρόλο του Σαίξπηρ.



Παρασκευή Γιουβανάκη
*αναδημοσίευση από http://www.cinemag.gr/

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

«Persepolis»: μικρά trivia μιας μεγάλης ταινίας

To υπέροχο έργο της Μαριάν Σατραπί, παρουσιάζει με ειλικρίνεια την γυναικεία οπτική σε ένα από τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα της πρόσφατης μνήμης.
Ιράν 1979.

Η 10χρονη Marji, βλέπει την πατρίδα της και τη ζωή της να αλλάζουν ριζικά από την Ιρανική (Ισλαμική) επανάσταση. Οι νέοι κανόνες επέβαλαν στις γυναίκες να φορούν μαύρες μαντίλες στα μαλλιά που να καλύπτουν το κεφάλι, αλλά και να είναι σεμνά ντυμένες με ρούχα που δεν φέρουν στοιχεία του δυτικού πολιτισμού. 

Ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ιράκ ξεκίνησε το Σεπτέμβρη του 1980 και διήρκησε έως και το 1988. Η ζωή, μέσα σε αυτά τα απάνθρωπα χρόνια, έγινε πολύ δύσκολη και ειδικά για άτομα σαν την πρωταγωνίστρια, που δεν διστάζουν να αψηφούν τους κανόνες. Για τον λόγο αυτό, οι γονείς της αποφάσισαν να την στείλουν σε σχολείο στην Ευρώπη…

- Tα πρώτα πλάνα της ταινίας που τοποθετούνται στο αεροδρόμιο, αλλά και δύο σκηνές ακόμη σε ένα ταξί (δηλαδή οι αφηγηματικές ενότητες που αναφέρονται στο παρόν της πρωταγωνίστριας) είναι με χρώμα, ενώ όσα γεγονότα συνδέονται με το παρελθόν της είναι ασπρόμαυρα. Το ίδιο συμβαίνει και στην εικονογραφημένη αυτοβιογραφία της Σατραπί, στη οποία βασίζεται η ταινία. Φανερώνεται έτσι, η τριών διαστάσεων μετάβαση από την πραγματική ζωή στον κόσμο της μνήμης της Μαριάν αλλά και των αντιλήψεων της παιδικής της ηλικίας.

- Η κυβέρνηση του Ιράν έστειλε γράμμα στη Γαλλική πρεσβεία της Τεχεράνης, ώστε να επαναστατήσει εναντίον της ταινίας. Το κακό όμως δεν σταματά εδώ καθώς στη συνέχεια πίεσε και την οργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μπανκόγκ το 2007, να την παραβλέψουν ως ταινία και να μην πραγματοποιηθεί η προβολή της.
- Ο τίτλος, που στα ελληνικά σημαίνει «Πόλη της Περσίας», αποτελεί μεταγραμματισμό της Αρχαίας περσικής λέξης «Πάρσα». Parsa ή Persepolis, ήταν μια πραγματική αρχαία πόλη της Περσίας, η οποία ιδρύθηκε περίπου το 550-330 π.Χ. 

- Το «Περσέπολις» ήταν η επίσημη συμμετοχή της Γαλλίας για την κατηγορία Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας στην απονομή των 80στών Βραβείων της Ακαδημίας το 2008.

- Η Κατρίν Ντενέβ και η Κιάρα Μαστρογιάννι δάνεισαν τις φωνές τους αντίστοιχα, στη μητέρα της πρωταγωνίστριας και στην ίδια, τόσο στη γαλλική όσο και στην αγγλική εκδοχή του φιλμ. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν είναι μητέρα και κόρη μονάχα στο σενάριο αλλά και στη ζωή. 

- Η Μαρζάν Σατραπί αγαπούσε τη πανκ μουσική στα νεανικά της χρόνια. Ο Ίγκι Ποπ, που αποτελεί είδωλο των νεανικών χρόνων της Σατραπί, συμμετείχε στο καστ και δάνεισε τη φωνή του στον Θείο Ανούς (αγγλική εκδοχή).

- Αν και το φιλμ αρχικά απαγορεύτηκε στο Λίβανο, η ακαδημαϊκή διαμαρτυρία που έλαβε χώρα, ανέτρεψε την απαγόρευση.

- Σε προσχέδιο της ταινίας, η Μαριάν επιχειρούσε να αυτοκτονήσει. Στο DVD υπάρχει κομμένη σκηνή που δείχνει σκίτσα με τις ψευδαισθήσεις της πρωταγωνίστριας κατόπιν υπερβολικής δόσης φαρμάκων που της χορήγησε ο άντρας της, εφόσον η ίδια αδυνατούσε να το κάνει. Στη σκηνή υπάρχει σχολιασμός που εξηγεί τους λόγους που απορρίφθηκε η συγκεκριμένη σκηνή από την ταινία. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως η σεκάνς του γάμου,φαίνεται να περιορίστηκε σε ένα πιο συνοπτικό μοντάζ του γεγονότος.

Παρασκευή Γιουβανάκη
*αναδημοσίευση από http://www.cinemag.gr/

Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2016

Πλατεία Αμερικής/America Square, κριτική ταινίας

“Ενάμιση χρόνο παίρνει να φύγει ένα τατού. Αφού πεθάνεις”.

Αυτό και άλλες αλήθειες και πραγματικότητες, όπως “οι κακοί δεν χάνουν”, ξεστομίζει αβίαστα η νέα ταινία του Γιάννη Σακαρίδη. Ένας κινηματογραφιστής που πλέον μας έχει κάνει γνώριμη την ρεαλισιτική μα και ανθρώπινη ματιά του. Αυτή τη φορά, έχοντας στήσει ένα έγχρωμο νεονουάρ που τοποθετείται στην αθηναϊκή Πλατεία Αμερικής του 2016, έφθασε να διεκδικεί τον Χρυσό Αλέξανδρο στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ενώ κέρδισε το βραβείο για το καλύτερο μοντάζ από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.

Στη μοντέρνα «Κασαμπλάνκα» των καιρών μας, Πλατεία Αμερικής, συναντιούνται ο Μπίλλη, ένας rock ’n’ roll σαραντάρης tatto artist, ο Τάρεκ, πρόσφυγας από την Συρία με τη δεκάχρονη κόρη του, κι ένας μπανάλ ρατσιστής, ο Νάκος. Το μοιραίο λάθος του Νάκου γίνεται η αφορμή ν’ ανατραπούν τα σχέδια του Τάρεκ, αλλά και η μοίρα του

Μετά την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, “Wild Duck”, ασχολείται και πάλι ως επί το πλείστον με μια αθηναϊκή αστικού περιβάλλοντος, δηλαδή με μια μικρή ομάδα ανθρώπων, την αλληλεπίδραση μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, ένας από τους κατοίκους της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Πλατεία, ο 38αρης Νάκος, τα βάζει με τους “ξένους” που γεμίσανε την “Πλατεία του”. Τον υποδύεται ο Μάκης
Παπαδημήτριου δίνοντας μια μεστή ερμηνεία τόσο μέσα στο πλάνο όσο και από “έξω”, καθώς ακούμε συχνά voice over του (ένα ακόμη στοιχείο του σκοτεινού κινηματογραφικού είδους “film noir”), που προδίδουν, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε χωρίς, τις επικίνδυνες σκέψεις του.
Mεστή ερμηνεία δίνει και ο συμπρωταγωνιστής του, Γιάννης Στάνκογλου, που υποδύεται τον τατουατζή “Μπίλλη” ο οποίος “δεν κατάφερε να φύγει”, με την πάντα στιβαρή παρουσία του.

Διακρίνονται και κάποιες σεναριακές ευκολίες ώστε να ενωθούν οι ιστορίες των χαρακτήρων μεταξύ τους, όμως αυτό δεν χαλάει την εικόνα του σκληρού ρεαλισμού που έχει ήδη δημιουργηθεί. Ούτε αναιρεί την αφηγηματική δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη καθώς το αίσθημα της αγωνίας για την κατάληξη των ηρώων, δεν φεύγει.

Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος της θέλει να μας χώσει στον κόσμο της ταινίας του, στον κόσμο της “Πλατείας”, έναν κόσμον που εμείς ως κάτοικοι της χώρας αυτής, δεν αργούμε καθόλου να γνωρίσουμε αλλά και να τον νιώσουμε σαν τσιμπιά στο πετσί μας ώστε να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα του/μας.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία 3/5

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

Lady Macbeth- Κριτική

O Oυίλιαμ Ολντρίντ, είναι ένας διάσημος θεατρικός σκηνοθέτης -κάτι που γίνεται φανερό στην πρώτη αυτή κινηματογραφική σκηνοθεσία του. Στην παρθενική του μεγάλου μήκους λοιπόν, καταφέρνει να μας αποδείξει πως με όπλο μονάχα τον μινιμαλισμό, είναι υπεραρκετό για να εκφράσεις όσο χρειάζονται, δίχως περιττούς ψευτοεντυπωσιασμούς.
Αρκεί μονάχα ένα…μπλε φόρεμα.

Συλλαμβάνοντας αβίαστα, μα με απόλυτη ακρίβεια, λεπτές ψυχολογικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αποχρώσεις, αυτό το κομψό, εντυπωσιακό φιλμ λαμβάνει χώρα στην αγγλική εξοχή του 1865. Η Κάθριν ασφυκτιά μέσα στο γάμο της μ’ έναν πικρόχολο άνδρα που έχει τα διπλά της χρόνια και μια ψυχρή, αμείλικτη οικογένεια. Όταν μπαίνει σε μια παθιασμένη σχέση μ’ έναν νεαρό εργάτη που δουλεύει στο κτήμα του συζύγου της, ξυπνά μέσα της μια αδάμαστη δύναμη, τόσο ισχυρή, που δεν θα καταλαγιάσει αν δεν πετύχει αυτό που θέλει.


Μέσα σε λιγότερο από 90 λεπτά, κατορθώνει την επαρκή εξιστόρηση της ζοφερής και τραγικής ιστορίας της νεαρής ηρωίδας Κάθριν, που τολμά και τα βάζει με τον πατριαρχισμό με ανορθόδοξους και ακραίους τρόπους μεν αλλά η πικρή αλήθεια είναι πως πολλές φορές είναι απαραίτητο να φτάσεις στα άκρα για να καταφέρεις να ακουστείς. Ο μινιμαλισμός αλλά και το μαύρο χιούμορ που χρησιμοποιεί ανά στιγμές ο δημιουργός, ανυψώνονται σαν γροθιά μέσα στις σκηνές, φυσικά απροσδόκητα, με στόχο το πρόσωπο του εξευτελιστικού καθωσπρεπισμού εκείνης και όχι μόνο, της εποχής.


Ο δημιουργός επιλέγει κοφτό και με ασυνέχειες μοντάζ, ώστε να επιτείνει τη δράση και ειδικά το σασπένς που γεννιέται από το γεμάτο ανατροπές και ορισμένες έξυπνες αλλαγές σε σύγκριση με τη νουβέλα, σενάριο.

Florence Pugh είναι το όνομα της πρωταγωνίστριας το οποίο καλό είναι να το κρατήσουμε στην κινηματογραφική μας μνήμη , αφού την είδαμε και τη θαυμάσαμε σε αυτή, τη μόλις δεύτερη ταινία της. Σκοτεινή και λιγομίλητη, δίνει μια στιβαρή ερμηνεία με μια διαρκή ειρωνεία και απειλή στο βλέμμα της, που είναι και τα ακριβή στοιχεία που εκφράζουν την ηρωίδα της. Κινείται απειλητικά όχι μόνο σε εσωτερικούς αλλά και σε εξωτερικούς χώρους (το απέραντο λιβάδι φαντάζει ένας μικρός θάμνος μπροστά της), με το εντυπωσιακό μπλε φόρεμα της να την τοποθετεί όχι μόνο στο κέντρο του πλάνου αλλά και της προσοχής μας. Ερμηνευτικά αξιοπρόσεχτη είναι και η πρωτοεμφανιζόμενη  Naomi Ackie, η σεναριακή Anna, που με τη συγκρατημένη ερμηνεία της είναι η ανύμπορη να αντιδράσει με όλα αυτά που βλέπει να συμβαίνουν γύρω της, οικιακή βοηθός.

Μια διαφορετική ιστορία εποχής που αξίζει την προσοχή μας.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

Swiss Army Man – Κριτική 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης



Το πρώτο έργο των “Daniels” μπορεί να περιγραφεί μέσα σε 4 λέξεις μόνο: πρωτότυπο, έξυπνο, ευαίσθητο, ξεκαρδιστικό.

Α, και σίγουρα δεν θα σε κάνει να σκεφτείς “Ωχ πάλι τα ίδια;!”.
Έρχεται από το φεστιβάλ που όλοι-ες εμπιστευόμαστε, το Sundance όπου έκανε (καλό και κακό) πάταγο, να μας “ταράξει και στη Θεσσαλονίκη, στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου.

Σε περισσότερα λόγια είναι μια «γκόνζο» κωμωδία και μαζί μια buddy movie δια χειρός δύο επιφανών σκηνοθετών βιντεοκλίπ και διαδραστικών ταινιών, πότε παράλογη και πότε συναισθηματική, πότε πνευματώδης και πότε μύχια, και πάλι από την αρχή.
Ο Χανκ είναι χαμένος στην ερημιά κι έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επιστρέψει σπίτι. Ώσπου κάποια μέρα όλα αλλάζουν, όταν ένα πτώμα με το όνομα Μάνι ξεβράζεται στην ακτή. Οι δυο τους γίνονται κολλητοί και ξεκινούν για μια επική περιπέτεια που θα ξαναφέρει τον Χανκ στην αγκαλιά της γυναίκας των ονείρων του.

Το κάφρικο χιούμορ σε όλο του το μεγαλείο. Γελάς με τη ψυχή βλέποντας τις κωμικοτραγικές και εντελώς παράλογες καταστάσεις (νεκρό σώμα που κλάνει ασύστολα, αλήθεια τώρα;) που εξελίσσονται μπροστά στα μάτια σου. Τούτες οι κωμικοτραγικές καταστάσεις όμως δεν είναι τυχαίες ή απλά άκυρες ώστε να γελάσουμε, τουλάχιστον οι περισσότερες από αυτές. Μέσα από το πνευματώδες χιούμορ του φιλμ, “ακούγονται” οι φωνές της φιλίας, της αγάπης, της αφοσίωσης. Οι σκηνές δεν αφηγούνται απλά τα γεγονότα, αλλά τα δείχνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να γελάς αλλά ταυτόχρονα να σε πιάνει ένα περίεργο feeling ότι εδώ κάτι σημαντικό υπάρχει (αλλά φαινομενικά, κρύβεται). Η αχαλίνωτη φαντασία των δημιουργών που βάζει για πρωταγωνιστή έναν πεθαμένο, μιλά για της αξίες της αγάπης, του έρωτας και της φιλίας όπως μια κλασική ρομαντική ταινία που έχει για πρωταγωνιστές…ζωντανούς ήρωες.
Στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε το δίδυμο Paul Dano-Daniel Radcliffe, να δίνουν δύο αξεπέραστες ερμηνείες και να το γουστάρουν τρελά που τους δόθηκαν οι αντίστοιχοι ρόλοι. Ο δεύτερος, που όλοι και όλες μας τον μάθαμε μέσα από τον ρόλο του ως ο αγαπημένος μαθητευόμενος μάγος Harry Potter, κάνει ότι περνά από το χέρι του να βγάλει επιτέλους αυτήν την (κινηματογραφική) “κάπα” από πάνω του και να αποδείξει πως μπορεί να “παίξει” και με κάτι άλλο εκτός από σκουπόξυλα. Και εδώ, μας δίνει την τρανταχτή απόδειξη.

Αν και κάπου προς τα τελευταία του…η ταινία, όχι το πτώμα του Radcliffe, φαίνεται να ξεφεύγει από τα κάφρικα χωρίς στάνταρ κατεύθυνση μονοπάτια και να κατευθύνεται προς εκείνα να πιο περπατημένα και πιο ασφαλή, παραμένει ένα έργο-ελβετικός σουγιάς.
Μπορεί και σου προσφέρει (σχεδόν) τα πάντα.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Άφτερλωβ Κριτική ταινίας



Mετά τη βράβευση στο 69ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, το ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Στέργιου Πάσχου έρχεται να διαγωνιστεί αλλά και να κάνει την πρεμιέρα του στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

To «ΑΦΤΕΡΛΩΒ» του Στέργιου Πάσχου με τους Χάρη Φραγκούλη και Ηρώ Μπέζου είναι μια αστεία, συγκινητική και καυστική μετα-ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων που αρνούνται να μεγαλώσουν με το φιλμ να παρακολουθεί την απέλπιδα προσπάθεια ενός ζευγαριού για επικοινωνία. Αποκλεισμένοι και έγκλειστοι, αγκαλιά με λέξεις που περισσεύουν αλλά δεν φτάνουν για να εκφράσουν την ταραχή τους, περικυκλωμένοι από αναμνήσεις και ανήμποροι να εξηγήσουν αυτό που τους συμβαίνει, οι δυο ήρωες ξεκινούν μια αθώα βόλτα στην εξοχή για να συνειδητοποιήσουν πολύ γρήγορα πως έχουν χαθεί σ’ ένα αφιλόξενο κι ανεξερεύνητο δάσος.

Είναι καλοκαίρι, η Αθήνα βράζει, αλλά ο τριαντάχρονος Νίκος δροσίζεται στα βόρεια προάστια, πίνοντας κοκτέιλ δίπλα στην πισίνα. Η πισίνα δεν είναι δική του, αλλά του Σταύρου, που έχει ζητήσει από τον Νίκο να προσέχει το σπίτι και τη Λέιλα –τον σκύλο του– για το καλοκαίρι. Η ευκαιρία μοιάζει μοναδική στον άφραγκο μουσικό, που αποφασίζει να καλέσει εκεί την πρώην κοπέλα του, Σοφία, για ολιγοήμερες διακοπές στην πόλη. Όταν όμως η ανυποψίαστη Σοφία καταφτάνει, οι διακοπές στον παράδεισο βγαίνουν εκτός τροχιάς. Ο Νίκος την κλειδώνει στο στούντιο του σπιτιού, αποφασισμένος να μην την αφήσει να φύγει, αν δεν μάθει τους λόγους για τους οποίους χώρισαν. Γιατί; Επειδή ακόμα δεν έχει καταλάβει. Κι αν δεν την καταλάβει, πώς θα την ξεπεράσει; Εγκεφαλικά. Γιατί ερωτικά την έχει ξεπεράσει. Φυσικά…

Ο σκηνοθέτης  τοποθετεί επίτηδες τους δύο ήρωες του έγκλειστους σε μια σπιταρώνα, αφήνοντας τους μέσα από αυθόρμητες, αυτοσχεδιαστικές κουβέντες να προσπαθούν (;) να επαναφέρουν την αγάπη που τους ένωνε. Επιλέγει τον κλειστό χώρο ως συμβολισμό καθώς σε ποικίλες περιπτώσεις, όλοι και όλες είμαστε κλεισμένοι και φυλακισμένοι των σκέψεων μας δίχως να μπαίνουμε στη διαδικασία να ακούσουμε τα λεγόμενα και του άλλου-ης. 
Το στήσιμο της ιστορίας και των χαρακτήρων θυμίζει κάτι από nouvelle vague του '60 και το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά της τελευταίας δεκαετίας.

Αρκεί όμως η "αγάπη" για να επαναφέρει την πραγματική αγάπη;
Αυτό το ερώτημα απαντάται με την εύστοχη τελευταία σκηνή, στην οποία όλοι-ες κάπου θα συναντήσουμε τους εαυτούς μας.

Τα θερμά κυρίως χρώματα (κόκκινο και κίτρινο) έχουν τον δικό τους χαρακτήρα στο φιλμ και τοποθετούνται με τρόπο σαν να μάχονται μεταξύ τους- όπως ακριβώς και οι ήρωες τους που τα φορούν).
Γλυκιά και αστεία νότα δίνει και το μουσικό κομμάτι της ταινίας με πρωτεργάτη αυτό της Melentini που ακούει στο ίδιο όνομα.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Όντως φιλιούνται; Κριτική ταινίας

To “Όντως φιλιούνται;”, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του νεαρού και από ότι φαίνεται πολλά υποσχόμενου σκηνοθέτη Γιάννη Κορρέ. Mια σύγχρονη κομεντί γεμάτη χιούμορ και τρυφερότητα. Αλλά εκτός από αυτό, είναι μια άκρως πρωτότυπη μα πάνω από όλα πλασμένη με μεράκι, ελληνική ταινία που κάνει την πρεμιέρα της στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.

Ο Ντάνυ και η Στέλλα, λίγο πριν τα τριάντα, ανήκουν σε μια γενιά που δεν έχει ακόμα καθοριστεί. Ίσως διότι οι εξελίξεις που τη διαμορφώνουν ακόμα τρέχουν. Κι όσο οι εξελίξεις τρέχουν, ο Ντάνυ και η Στέλλα ζουν την πρώτη φάση της σχέσης τους. Η επίσκεψη του Αχιλλέα στο σπίτι του Ντάνυ γίνεται αφορμή για μια συζήτηση γύρω από το τι σημαίνει να υπάρχεις στη σύγχρονη πραγματικότητα και παράλληλα μας παραπέμπει στο χρονικό της σχέσης του Ντάνυ και της Στέλλας, από το Α ώς το τώρα. Χρησιμοποιώντας τον Ντάνυ ως κεντρικό χαρακτήρα και τις κωμικοτραγικές καταστάσεις στις οποίες συχνά βρίσκεται –ή δημιουργεί–, η ταινία επιχειρεί να μιλήσει γι’ αυτήν τη γενιά, με το χιούμορ που της αρμόζει και την κατανόηση που της αξίζει.

Το φιλμ ξεκινά με έναν διάλογο γεμάτος χιούμορ αλλά και σταράτες κουβέντες που θυμίζει κάπως αυτούς του παραλόγου. Και αυτό είναι το σημάδι για να καταλάβουμε πως σε ολόκληρο το φιλμ παίζει σημαντικότατο ρόλο ο διάλογος, ένας διάλογος χιουμοριστικός που όμως αρνείται να “μασήσει τα λόγια του”.
Ο Κορρές τοποθετεί την κάμερα του έτσι ώστε να λειτουργεί ως “ακροατής”, αφήνεται στους ήρωες του και παραμένει σε όλη τη διάρκεια των συζητήσεων τους που γίνονται κυρίως κάτω τη “γλυκιά” μυρωδιά του χόρτου, ένας πολύ καλός ακροατής που σέβεται και δεν διακόπτει τους συνομιλητές του. Έχοντας και ακόμη ένα χαρακτηριστικό αυτές οι συζητήσεις, τον αυτοσχεδιασμό, βοηθούν τον θεατή να ταυτιστεί πιο εύκολα με τις ίδιες και τους ομιλητές τους.

To χιούμορ μετράει πάρα πολύ στην κινηματογραφική δουλειά του Κορρέ και αυτό είναι εμφανέστατο σε κάθε σκηνή ακόμη και σε αυτές των πιο “σοβαρών περιεχομένων”. Και αυτό είναι το γαμώτο του σκηνοθέτη που θέλει να μας περάσει δίχως περιττές σάλτσες και παρατράγουδα.
Το χιούμορ, το γέλιο, μας είναι εντελώς απαραίτητο.

Συνοψίζοντας, έχουμε να κάνουμε με μια ενδιαφέρουσα παρθενική σκηνοθετική απόπειρα που θέλει να την αντιμετωπίσουμε σοβαρά και ας είναι κωμωδία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το soundtrack της ταινίας που περιλαμβάνει το ομώνυμο κομμάτι από την Δεσποινίς Τρίχρωμη, αλλά και τη μουσική που υπογράφει ο “The Boy”, -Αλέξανδρος Βούλγαρης.

Παρασκευή Γιουβανάκη

57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης -Heartstone / Η πέτρα της καρδιάς Kριτική

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Guðmundur Arnar Guðmundsson

Μια ταινία για όλους και όλες που έχουν χωθεί στην τρύπα (και πολύ πιθανόν κάπου εκεί να χάθηκαν) ώστε να αναζητήσουν αλλά και να αποδεχτούν τον εαυτό τους.

Μια ιστορία ενηλικίωσης για την αδελφική φιλία, τα χειραφετημένα κορίτσια και τη σημασία της οικογένειας, που αντλεί έμπνευση από τη φύση, αλλά και από τα έντονα συναισθήματα που ξυπνούν καθώς βαδίζεις σε απάτητο έδαφος.
Μια ιστορία που φυσικά, δεν έχει ηλικία.

Σ’ ένα απομακρυσμένο ψαροχώρι της Ισλανδίας, δύο έφηβοι περνούν ένα ανήσυχο καλοκαίρι, καθώς ο ένας προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά ενός κοριτσιού, ενώ ο άλλος ανακαλύπτει πως τρέφει άλλου είδους αισθήματα για τον κολλητό του. Όταν το καλοκαίρι τελειώνει και τα καιρικά φαινόμενα της Ισλανδίας επιστρέφουν δριμύτερα, τα αγόρια θα αντιμετωπίσουν τις πιέσεις από το περιβάλλον τους και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, που έχουν τη δύναμη να τους χωρίσουν…
Σκηνοθετημένο με φανερή την παιχνιδιάρικη και πειραχτική διάθεση.
Η κάμερα αγκαλιάζει του έφηβους κυρίως ήρωες της με αμέτρητα κοντινά πλάνα και μοιράζεται μαζί τους τα προβλήματα που τους απασχολούν και τα αποδίδει με σεβασμό και αληθοφάνεια, ενώ την ίδια στιγμή, η φωτογραφία τους δίνει ζεστά και φυσικά χρώματα.

Εκτός από τους κεντρικούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστούν η παιδική/εφηβική αφέλεια -κυρίως από την πλευράς των αγοριών καθώς τα κορίτσια παρουσιάζονται πιο ξεπεταγμένα και θαρραλέα, τα πειράγματα ανάμεσα στους φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς, η wanna be αλητεία. Και όλα αυτά, εφόσον είναι δοσμένα και κινηματογραφημένα με χιούμορ, γίνονται η ανάσα ανακούφισης που παίρνουμε και ξεχνάμε για λίγο τα προβλήματα που δημιουργούνται αν μη τι άλλο από τα τα στερεότυπα που πνίγουν και καθορίζουν την ανθρώπινη κοινωνία αλλά και την ταινία, καθώς αποτελούν τη βασική θεματική της (σεξουαλικότητα στην παιδική και μη ηλικία, κοινωνική θέση της γυναίκας). Στη θεματική αυτή, ο σκηνοθέτης προσθέτει μερικά αυτοβιογραφικά στοιχεία κάτι που βοηθά στην πειστικότητα ανάπλαση και μετέπειτα παρουσίαση των γεγονότων.

Και φυσικά, αξίζει να αναφερθούν οι γεμάτες ζωντάνια και νεύρο ερμηνείες των μικρών ηθοποιών, που ενώ βρίσκονται ακόμη στο ερασιτεχνικό επίπεδο, οι ερμηνείες τους θυμίζουν αυτές του επαγγελματικού.

Κλείνει, χαρίζοντας μας μια ελπίδα για μια καλύτερη ανθρωπότητα και ένα καλύτερο μέλλον.

Παρασκευή Γιουβανάκη


Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Κυλά στο Αίμα» («In the Blood»), κριτική -57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/κης,

Ο διακεκριμένος Δανός σεναριογράφος του  «Κορίτσι με το Τατουάζ», Ράσμους Χέιστερμπεργκ, μας παρουσιάζει την παρθενική του σκηνοθετική δουλειά, με ταραχώδης αλλά και γλυκιά σε σημεία κινηματογράφηση μιλώντας για τη φιλία, τη μοναξιά, τους προβληματισμούς της τρυφερής ηλικίας των 20, μέσα από μια παρέα τεσσάρων αγοριών κατά την περίοδο των καλοκαιρινών μηνών. Έδρα τους, η πανέμορφη πόλη της Κοπεγχάγης, την οποία όμως έχουν βαρεθεί πλέον οι ήρωες της.

Η ταινία του Heisterberg δεν είναι μια ακόμη ταινία ενηλικίωσης, μα περισσότερο μια σπουδή πάνω στο υπαρξιακό άγχος μιας γενιάς που μοιάζει προνομιούχα και δίχως προβλήματα. Πρωταγωνιστής είναι ο 23χρονος Σίμον που βλέπει τη ζωή του να αλλάζει ριζικά στη διάρκεια ενός καλοκαιριού στην Κοπεγχάγη, το τελευταίο που περνά με τους τρεις συγκατοίκους του. 
Κάθε νύχτα, τα τέσσερα αγόρια παρτάρουν, μεθούν και κυνηγάνε κορίτσια, την άλλη μέρα ξυπνούν και πάλι απ’ την αρχή. Μόνο που οι καιροί αλλάζουν: όταν όλοι στην παρέα εκτός από τον Σίμον συμφωνούν να πουλήσουν το διαμέρισμά τους, ξεκινούν οι εντάσεις. Ο Σίμον δεν είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του τις ανέμελες μέρες, κι όμως βλέπει τους άλλους να βρίσκουν απάγκιο στην ενηλικίωση. 

Πάρα το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μία οπτικοακουστικά γεμάτη αλλά σεναριακά κενή ταινία, μπορούμε να διακρίνουμε την αληθοφάνεια της ενώ είναι εμφανέστατο πως ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να σου πουλήσει κάτι το πρωτότυπο. Προσπαθεί όμως να σε αγγίξει και να σε κάνει να ταυτιστείς με έναν από τους ήρωες του. Και το καταφέρνει, ειδικά αν είσαι ηλικιακά κοντά μαζί τους. Νιώθεις πως αγαπά και σέβεται τους ήρωες του και πως αρνείται κατηγορηματικά να κρίνει την αστάθεια, την αυτοκαταστραφικότητα που πνίγει τον πρωταγωνιστή του, Σιμόν. 
Oύτε καν όταν ο κολλητός του, τον κατηγορεί φωνάζοντας του "Γιατί πρέπει να τα σκατώνεις όλα και πάντα γαμώτο;!"
Ιδιαίτερη βάση δίνεται στην οπτική απεικόνιση της ιστορίας με επίκεντρο στο μοντάζ που "παίζει" με τα πλάνα εμφανίζοντας το ένα μέσα στο άλλο προσδίδοντας έτσι μια ονειρική ατμόσφαιρα. Ενώ τη μια στιγμή καλείται να αποδώσει τις παρενέργειες των ουσιών που παίρνει ο πρωταγωνιστής αλλά και αυτές των χαρακτήρων, την άλλη καλείται να αποτυπώσει μαζί με τη σκηνοθεσία, ονειρικές σκηνές, φωτισμένες με ζεστά και θαμπά χρώματα. Τις ονειρικές σκηνές και όχι μόνο συνοδεύει ένα άκρως επιτυχημένο soundtrack γεμάτο μοντέρνους και νεανικούς ήχους.

Εν ολίγοις, ναι μεν το φιλμ δεν σφύζει από πρωτοτυπία, μπορεί όμως να μας προβληματίσει (με την καλή έννοια) βυθίζοντας μας στον κόσμο του.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

Porto, κριτική ταινίας

Ένα φιλμ αφιερωμένο στον πρόσφατα αδικοχαμένο Anton Yelchin, όπως μας πληροφορoύν τόσο οι τίτλοι τέλους όσο και ο ίδιος ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του, ένας πολλά υποσχόμενος κινηματογραφιστής που ακούει στο όνομα Gabe Klinger. 

Tο boys meets girl “Porto” είναι γυρισμένο στην ομώνυμη πόλη, μια πόλη που δεν έχει κινηματογραφηθεί όσο της αξίζει. Ο Τζέικ και η Ματί είναι δύο αουτσάιντερ στην πόλη του Πόρτο που υπήρξαν κάποτε για λίγο μαζί. Μυστήριο καλύπτει τις στιγμές που μοιράστηκαν, και ψάχνοντας μέσα από άλλοτε χαρούμενες κι άλλοτε οδυνηρές αναμνήσεις, ξαναζούν την αιφνιδιαστική τους συνάντηση που σταμάτησε το χρόνο για μία νύχτα. Γυρισμένο σε φιλμ 8, 16 και 35mm μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια γνήσια ρομαντική εμπειρία, γεμάτη σινεφίλ αναφορές, ενώ o αγαπημένος φεστιβαλικά και μη, Τζιμ Τζάρμους, είναι executive producer της ταινίας-με λίγα λόγια, έχει δώσει τις “ευλογίες” του για την ολοκλήρωση του “Porto”.

Γυρισμένο πανέμορφα με φιλμ, χωρισμένο σε 3 αφηγηματικές ενότητες, μας ταξιδεύει στην πανέμορφη πόλη της Πορτογαλίας και μας μιλά έμμεσα για τη σχέση του ανθρώπου με την Τέχνη του Κινηματογράφου και άμεσα για τη μεγαλειότητα του Έρωτα.

Αυτά, μέσα από την απεριόριστη τζαζ διάθεση του και τα ερωτεύσιμα πλάνα των οποίων το κάδρο αλλάζει συχνά μέγεθος και τα μετατρέπει σε πανέμορφες στατικές φωτογραφίες σαν Polaroid, εμπωλιασμένες με τις αποχρώσεις που θα μπορούσε να έχει ο Έρωτας.
Σε όλο το μήκος του φιλμ κυριαρχεί η νωχελικότητα, στοιχείο που χαρίζουν απλόχερα τα γεμάτα ρομαντισμό πλάνα, που μοιάζουν με μικρά ποιήματα. 


To αγόρι και το κορίτσι, το κορίτσι και το αγόρι, τα ενώνει ο κεραυνοβόλος έρωτας που προκαλεί στη συνέχεια τον ασταμάτητο πόθο. Οι ήρωες χάνονται στον έρωτα τους, στην αχρονία που αυτό φέρνει και ζουν το τώρα τους.
Οι δύο ηθοποιοί που ενσαρκώνουν τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες, ενώνονται υποκριτικά με μια πανέμορφη χημεία και “ζουν” την κάθε τους στιγμή όπως ακριβώς και οι ήρωες τους. Κοντά τους, η κάμερα, τους κινηματογραφεί λες και τους αγκαλιάζει. Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι αληθινές, ζωντανές, τέλειες.
Ιδιαίτερο ρόλο έχει και η μουσική, γεμάτη τζαζ ρομαντικούς ήχους και τραγούδια-το instrumental κομμάτι  υπό τις μελωδίες πιάνου που ακούγεται, ολοκληρώνει την απόλυτη γοητεία στην αντίστοιχη σκηνή.

Εμείς, δεν έχουμε παρά να χαθούμε μέσα σε αυτό που λέγεται "έρωτας", μαζί με τους ήρωες.


Bαθμολογία 3/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2016

Alone in Berlin, κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Vincent Perez
Hθοποιοί: Emma Thompson, Daniel Bruhl, Brendan Gleeson, Mikael Persbrandt 

Εξήντα χρόνια μετά από την δημοσίευσή του, το μυθιστόρημα του Χανς Φαλάντα «Alone in Berlin/ Every Man Dies Alone», που γράφτηκε ακριβώς μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και ήταν ένα από τα πρώτα αντιναζιστικά βιβλία, έγινε παγκόσμιο μπεστ-σέλερ και κέρδισε τον χαρακτηρισμό του «σπουδαιότερου βιβλίου που γράφτηκε ποτέ για την γερμανική αντίσταση απέναντι στους Ναζί» από τον συγγραφέα και ποιητή Πρίμο Λέβι, επιζήσαντα του Ολοκαυτώματος. 

Βερολίνο, 1940. Η πόλη έχει παραλύσει από το φόβο. Ο Όττο και η Άννα Κουάνγκελ είναι ένα ζευγάρι που ζει σε ένα φτωχικό διαμέρισμα και προσπαθεί, όπως όλοι οι άλλοι, να αποφύγει τους κινδύνους της ζωής υπό την καταπιεστική ναζιστική κυβέρνηση. Όταν, όμως, ο μοναχογιός τους σκοτώνεται στο μέτωπο, η απώλεια τούς οδηγεί σε μια απίστευτη πράξη αντίστασης. Αρχίζουν να αφήνουν καρτ ποστάλ παντού στην πόλη, στις οποίες γράφουν μηνύματα ενάντια στον Χίτλερ και τους Ναζί. Αν τους πιάσουν, η εκτέλεση είναι σίγουρη.
Σύντομα, η καμπάνια τους πέφτει στην προσοχή ενός ερευνητή της Γκεστάπο και ένα φονικό παιχνίδι ξεκινά. Όμως, το παιχνίδι αυτό μόνο ενδυναμώνει την αποφασιστικότητα του Όττο και της Άννα, αλλά και την μεταξύ τους αγάπη, που φουντώνει καθώς ενώνονται στην χαμηλών τόνων αλλά βαθιά τους επανάσταση.
 
Tα δύο πολύ σημαντικά ονόματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους-η Emma Thompson φυσικά έχει την πρωτιά, αποτελούν κύριο λόγο για να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον μια ταινία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το  "Βερολίνο". 
Δυστυχώς όμως σκηνοθεσία και  σενάριο δεν φαίνεται να κατάλαβαν την πραγματική αξία των ονομάτων που έχουν στα χέρια τους αλλά και την άκρως ενδιαφέρουσα θεματική του μυθιστορήματος. Την ηρωική ιστορία που μας μαθαίνει/εκληπαρεί νa έχουμε το θάρρος να αντισταθούμε στην απειλή, το άδικο, στο κακό.

Το φιλμ παραμένει άνευρο έως και αδιάφορο σε όλο του το μήκος ενώ θα μπορούσε κάλλιστα να παραμείνει μια απλή τηλεταινία. 
Αν το σενάριο δεν βασιζόταν σε πραγματική ιστορία ίσως και να μην μας ενθουσιάζε διόλου σαν κινηματογραφική ιδέα. 
Παράλληλα, εάν δεν είχε τα δύο αυτά ονόματα, Emma Thompson και Brendan Gleeson, δεν θα επιβιώνε με τίποτα σαν φιλμ.

Βαθμολογία 1.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη