Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

GOD'S POCKET κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  John Slattery
HΘΟΠΟΙΟΙ:  Philip Seymour Hoffman, Christina Hendricks, Richard Jenkins, John Turturro, Eddie Marsan


Τον John Slattery,τον γνωρίζουμε από τη μεγάλη επιτυχία της μικρής οθόνης 'Mad Men", και έρχεται τώρα στην 1η του σκηνοθετική απόπειρα, να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη, το ομώνυμο μυθιστόρημα του Πιτ Μπάξτερ, που εκτυλίσσεται σε μια γειτονιά της Φιλαδέλφειας των Η.Π.Α. Κάτι από τους αδερφούς Κοέν, μας θυμίζει όμως η 1η αυτή σκηνοθετική απόπειρα...

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής:"Όταν ο Leon Hubbard , θετός γιος του Mickey Scarpato σκοτώνεται σε ένα εργατικό «ατύχημα», κανείς από την εργατική τάξη της γειτονιάς του God’s Pocket δεν στενοχωριέται που λείπει. Ο Mickey προσπαθεί μαζί με τη σωρό να θάψει και τα άσχημα νέα, αλλά όταν η μητέρα του αγοριού ζητάει την αλήθεια και ένας τοπικός ρεπόρτερ αρχίζει να ψάχνει τριγύρω, ο Mickey βρίσκεται κολλημένος σε έναν σκοτεινά κωμικό αγώνα ζωής και θανάτου..."

Περνάει αρκετή ώρα μέχρι να καταλάβουμε ποιοι είναι αυτοί που εμφανίζονται μπροστά μας και για ποιο λόγο εμφανίζονται. Αυτό που καταλαβαίνουμε όμως στα σίγουρα, είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια κλειστή κοινωνία, μες στη διαφθορά αλλά και την παράνοια.Η μουντή και πνιγερή ατμόσφαιρα που επικρατεί ανάμεσα στα πλάνα και τις σκηνές, παίζει καθοριστικό ρόλο στη γέννηση των στοιχείων της διαφθοράς, της απαισιοδοξίας που νιώθουν οι χαρακτήρες της ιστορίας. 

Το ενδιαφέρον, δείχνει να εμφανίζεται κάπου προς τη μέση, αλλά για λίγο, μετά το χάνουμε πάλι.

Χαρακτηριστικό του "God's Pocket"(σύμφωνα πάντα με τους συντελεστές του) είναι το μαύρο χιούμορ... (ναι, σε ορισμένα σημεία εκτός από τη φρίκη που τρώμε, "γελάμε" και κάτι ψιλά). Τα "χιουμοριστικά" αυτά στιγμιότυπα που προκαλούνε αμήχανο (το τονίζω!) γέλιο, είναι απίστευτα τραβηγμένες και ακραίες. Όχι όχι, το μαύρο χιούμορ του δεν είναι το δυνατό του σημείο...

Το μοναδικό καλό κομμάτι είναι οι ηθοποιοί. Εντάξει για τον Hoffman τι άλλο να πούμε?(Καλά ας μην ήταν ανάμεσα στους ηθοποιούς και πολύ σημασία θα δίναμε στην ταινία αυτή).. Το cinema έχασε μια μοναδική, ευφυέστατη παρουσία. Παράλληλα, απολαυστική είναι και η καρικατούρα που δημιουργεί ο Turturro, σαν κολλητός του Mickey(Hoffman). Δίπλα τους, οι Christina Hendricks και Richard Jenkins δίνουν εξίσου ενδιαφέρουσες ερμηνείες.


Όλο το ζουμί της ταινίας, και ο λόγος (ας τον πούμε έτσι) ύπαρξής της, βρίσκεται στην 3η και τελευταία πράξη. Όμως, κακά τα ψέματα, αξίζει να καθίσετε μπροστά σε μια οθόνη για μιαμιση ώρα περίπου, μόνο και μόνο για αυτό που' χουν να δείξουν τα τελευταία 5-6 λεπτά, και που μάλιστα δεν είναι κάτι που δεν έχετε δει ξανά...?

Βαθμολογία 1.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη      

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Ida κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία : Paweł Pawlikowski
Ηθοποιοί : Agata Trzebuchowska, Agata Kulesza, Dawid Ogrodnik, Adam Szyszkowski, Jerzy Trela

Υπόθεση : H Ida (Agata Trzebuchowska) μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα που έχει μεγαλώσει σε ένα μοναστήρι, ετοιμάζεται να ορκιστεί για να γίνει μοναχή. Πριν ολοκληρώσει όμως την ορκωμοσία, πηγαίνει, ύστερα από παρότρυνση των μοναχών, να βρει την θεία της Wanda (Agata Kulesza) την μοναδική της πια οικογένεια. Μια γυναίκα , με την οποία γνωρίζεται όμως τώρα για πρώτη φορά. Μαζί οι δυο γυναίκες θα αρχίσουν ένα κυνήγι για τα μυστικά του παρελθόντος, που αφορούν την οικογένεια τους, στα στοιχειωμένα χρόνια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου.

“Ida” ,το κινηματογραφικό κείμενο του Πολωνού σκηνοθέτη Pawel Pawlikowski, το οποίο μέσα στην κομψή λιτότητα του μπορεί άνετα να χαρακτηριστεί αριστούργημα. 

Η ταινία αν και γυρισμένη το 2013 αποτυπώνει τόσο πιστά την εποχή στην οποία διαδραματίζεται ώστε περνάει την ψευδαίσθηση ότι όντως βρισκόμαστε στις αρχές του 1960 στην Πολωνία. Η ιστορία ρεαλιστική ως το κόκαλο, ευαίσθητη και ανατρεπτική βρίσκει το κλειδί της επιτυχίας στο μέτρο. 

Το σενάριο εξαιρετικά καλογραμμένο παντρεύεται επιτυχώς με μια ισάξια σκηνοθετική ματιά γεμάτη μαεστρία και μας αφήνει μια γεύση γλυκόπικρης ευτυχίας. Σεναριακά κενά δεν γίνονται αισθητά. Μια πλοκή που κινείται τόσο αβίαστα που γεννά το ερώτημα «πως πέρασε τόσο γρήγορα η ώρα;».

Από την αρχή της ταινίας που εισαγόμαστε ως θεατές στην καθημερινότητα της πρωταγωνίστριας Ida στο μοναστήρι την ακολουθούμε σε ένα, μεταφορικό και κυριολεκτικό ταξίδι ενηλικίωσης. Η Ida είναι ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτήρας, μια κοπέλα που δεν έχει ουσιαστικές εμπειρίες στη ζωή της, ένας λευκός καμβάς. Από την άλλη πλευρά η θεία της Wanda είναι μια γυναίκα που έχει ζήσει πολλά, έχει χάσει πολλά και προσπαθεί να επιβιώσει μέσα από τις επίπονες μνήμες του παρελθόντος με όποιον τρόπο μπορεί.

Δυο γυναίκες που σαν χαρακτήρες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, όμως έχουν ένα κοινό παρελθόν. Ένας απολαυστικός συνδυασμός καλογραμμένων χαρακτήρων που σε κρατάει σε αγωνία.

Το road trip ανιψιάς-θείας δεν είναι σε καμιά περίπτωση στρωμένο με ροδοπέταλα. Ψάχνουν απαντήσεις για το που βρίσκεται το τάφος των (Εβραίων) γονιών της Ida και η σχέση τους έρχεται συχνά σε ρήξη. Όμως, πέρα από τα ηθικά διλήμματα η οικογένεια παραμένει οικογένεια.
Επίσης, βλέπουμε την πρωταγωνίστρια μας να παλεύει με τις αρχές της όταν ερωτεύεται για πρώτη φορά, να παραστρατεί αλλά και να μας προσκαλεί σιωπηλά μαζί της σε ένα αναπάντεχο ανοιχτό φινάλε.

Η σκηνοθεσία και η αριστοτεχνική ασπρόμαυρη φωτογραφία εκτός του ότι θυμίζουν πίνακα ζωγραφικής μπαίνουν στο κλίμα της ταινίας. Μιας ταινίας βαθιά ρεαλιστικής , που πετυχαίνει να εξισορροπήσει την απλότητα με την ειρωνεία και αφήνει μια αίσθηση αγωνίας μέχρι το τέλος.

Οι ερμηνείες από τους μικρούς ρόλους έως τους πρωταγωνιστικούς όλες αξιοσέβαστες. Η υποκριτική χάρη της ανερχόμενης Agata Trzebuchowska στον ρόλο της Ida είναι αδιαμφισβήτητη. Από την αυστηρή πορσελάνινη όψη και την φυσική ομορφιά της με το χαμένο αλλά συνάμα αποφασιστικό βλέμμα έως την χροιά της φωνής της όλα φαντάζουν επιβλητικά ξένα (δεν συνηθίζουμε τέτοιες υποκριτικές παρουσίες) αλλά εντυπωσιάζουν.

Αυτή που πραγματικά όμως έκλεψε την παράσταση( κατά την γνώμη μου οποιαδήποτε άλλη επιλογή για τον ρόλο αυτό θα ήταν το λιγότερο απογοητευτική) είναι η Agata Kulesza στον ρόλο της δικαστίνας θείας. Ένας παρακμιακός, τσαλακωμένος χαρακτήρας που τον βλέπουμε να πονάει και πονάμε μαζί του. Κάνει όλες τις λάθος επιλογές για όλους τους σωστούς λόγους. Η επιβλητική παρουσία της Kulesza δίνει μια νότα δραματικότητας που μοιάζει βγαλμένη από τραγωδία και κερδίζει πολλά συν για το σύνολο της ταινίας.

Τέλος, να πω πως είναι μια ταινία που παρά το γεγονός ότι αποτελεί ταινία εποχής έχει ωραίες ,φρέσκιες σεναριακές ιδέες & αξιόλογες ερμηνείες. Ένα παράδειγμα που μας δείχνει ότι δεν χρειάζονται τόνοι ειδικά εφέ και μπαρόκ καταστάσεις, ένα καλό σενάριο λοιπόν που σαν κινηματογραφικός κυκλώνας μας παρασέρνει στα άδυτα του. Ένα ακόμα plus ,ο φαινομενικά απλός ηχητικός σχεδιασμός ,που όμως αποτέλεσε άξιο «σύντροφο» για την ατμοσφαιρική φωτογραφία και απέδωσε τα μέγιστα στο ούτως ή άλλως εξαίρετο αποτέλεσμα.( σ’ αυτήν τη ταινία όλα είναι βασανιστικά σιωπηλά, από την «σιγή ιχθύος» στο τραπέζι στο μοναστήρι έως την φυγή της Ida από τον εραστή της. Μόνη αντίθεση η απόκοσμη βοή των κρανίων από τον οικογενειακό τάφο και ο ήχος του αέρα στο δάσος.)

Ιλόνα Αγγελίδου, 
Film Critiques
Βαθμολογία : 4/5

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

XENIA κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Πάνος Χ. Κούτρας
HΘΟΠΟΙΟΙ: Κώστας Νικούλι, Νίκος Γκέλια, Ρομάνα Λόμπατς, Άγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Στάνκογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

O Πάνος Χ. Κούτρας επιστρέφει μετά το ανεπανάληπτο "Στρέλλα"  με ένα συγκινητικό, απολαυστικότατο και γεμάτο βαθιά νοήματα, "Xenia".

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται σε μία στάση του περιπετειώδους ταξιδιού των δύο αγοριών σε ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο με το όνομα «Ξενία», που βρίσκεται κάπου στην Κοζάνη, αλλά και στην έννοια της φιλοξενίας και την εχθρική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι "μειονότητες" στην Ελλάδα.

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: «Ο Ντάνι φτάνει στην Αθήνα από την Κρήτη για να πληροφορήσει το 17χρονο αδερφό του, τον Οδυσσέα, για τον πρόσφατο θάνατο της Αλβανίδας μητέρας τους, όπως και για το γεγονός ότι ο εδώ και πολλά χρόνια εξαφανισμένος βιολογικός τους πατέρας (ο οποίος, ως Έλληνας, μπορεί να τους δώσει την ιθαγένεια αναγνωρίζοντάς τους) ζει πια στη Θεσσαλονίκη.»

Αυτό που σε κάνει να ερωτευτείς το Xenia είναι η όμορφη ισορροπία που υπάρχει μεταξύ δράματος και ανάλαφρης-γιορτινής ατμόσφαιρας. Ο ξεχωριστός Π.Κούτρας μέσα από τις μουσικές επιλογές του και τις σκηνές γεμάτες χορό και τραγούδι (αξεπέραστη η σκηνή όπου ακούγεται το "Rumore" και τα δύο αδέρφια ξεσπούν σε χορό) απογειώνει την ταινία, της δίνει μια αίσθηση αισιοδοξίας και ηρεμίας παρά τα άσχημα και απάνθρωπα που συμβαίνουν σήμερα στη χώρα μας. Με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο, απελευθερώνει τους χαρακτήρες του αλλά και εμάς τους θεατές του. 

Μέσα από την κάμερα του αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα της σύγχρονης κοινωνίας μας (ειδικά όταν πέφτει το σκοτάδι όπου πρωταγωνιστούν κάτι "γλυκές" παρουσίες με κουκούλες και σκουφάκια και δέρνουν όποιον "τολμά" να'ναι διαφορετικός από αυτούς) με σοβαρό αλλά και με χιουμοριστικό τρόπο.

Ο ρατσισμός κάθε μορφής εντοπίζεται παντού. Σε κάθε γωνιά της πόλης, σε κάθε βλέμμα. ''Εδώ είναι Αθήνα!" λέει ο Όντι στον μικρότερο αδερφό του, τονίζοντας πως πρέπει να είναι προσεκτικοί και μαζεμένοι.Και κυρίως φοβισμένοι. Παντού ο ρατσισμός, εκτός από τις ταράτσες των πολυκατοικιών. Εκεί νιώθεις ελεύθερος. Εκεί και τα αδέρφια νιώθουν ελεύθερα.


Οι 2 πρωτοεμφανιζόμενοι νεαροί Κώστας Νικούλι και Νίκος Γκέλια,που υποδύονται τα διαφορετικά σε εμφάνιση και χαρακτήρα,αδέρφια, δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Ανταλλάσσουν μια δυνατή επικοινωνιακή χημεία. Ο ένας υποδύεται τον Όντι (Γκέλια), που δεν επιθυμεί να λέγεται και να τον αποκαλούν πλέον έτσι, και ο άλλος τον Ντάνι (Νικούλι),ένα ατίθασο και αξιολάτρευτο αγόρι που δεν πάει πουθενά χωρίς το κουνελάκι του που το έχει σαν προστάτη του.

Το ενδιαφέρον cast συμπληρώνουν και ο Γιάννης Στάνκογλου, η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, ο Άγγελος Παπαδημητρίου που καθιστούν πολύ σημαντική την υποκριτική τους παρουσία. Ο δε Παπαδημητρίου, ευχάριστος και τρελός, δημιουργεί χαμόγελα και προκαλεί γέλια ευτυχίας, καθώς παίζει έναν χαρακτήρα "έξω καρδιάς" που ανοίγει την αγκαλιά του στα δύο αδέρφια.

Η φράση "είναι μια ταινία που δεν πρέπει να χάσετε" πραγματικά ακούγεται λίγη και μικρή. Το "Xenia" θα σας αγγίξει, θα σας κάνει να δακρύσετε αλλά και να θέλετε να σηκωθείτε από το κάθισμά σας και να χορέψετε!

Υ.Γ Σας ευχαριστούμε κ.Κούτρα.

Παρασκευή Γιουβανάκη    
Film Critiques
Βαθμολογία 4,5/5



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Good People κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία : Henrik Ruben Genz
Ηθοποιοί : James Franco, Kate Hudson, Omar Sy, Tom Wilkinson, Anna Friel.

Υπόθεση : Ένα νεαρό ζευγάρι , ο Tom (James Franco) και η Anna Wright (Kate Hudson) εξαιτίας της κρίσης στην Αμερική και έχοντας κληρονομήσει ένα παλιό αρχοντικό στην Αγγλία, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο υπερατλαντικό ταξίδι. Εξαιτίας όμως οικονομικών προβλημάτων παίρνουν την κάτω βόλτα. Ο ξαφνικός θάνατος του εσωστρεφή και αποστασιοποιημένου γείτονα τους και η εύρεση ενός σημαντικού χρηματικού ποσού στο διαμέρισμα του, τους φέρνει αντιμέτωπους με στυγνούς εγκληματίες και τα πράγματα δεν φαίνονται καλά…

«Άπληστοι Γείτονες» ο τίτλος της πρώτης αγγλικής ταινίας του Δανού σκηνοθέτη Henrik Ruben Genz και πραγματεύεται το θέμα της οικονομικής ανέχειας και της ανθρώπινης απληστίας και το πώς αυτή οδηγεί σε μπελάδες. Άλλωστε, το εύκολο χρήμα δεν φέρνει την ευτυχία.

Η αρχική ιδέα της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα, με πολλές προοπτικές εξέλιξης. Ένα χρεοκοπημένο ζευγάρι βρίσκει πολλά χρήματα και μπλέκεται σε προβλήματα με τους κακοποιούς που τα ψάχνουν. Μέχρι εδώ τέλεια. Έλα όμως που οι πρωταγωνιστές μας δεν τρέχουν να φύγουν μόλις βρουν τα λεφτά αλλά κάθονται στο διαμέρισμα τους σαν να μην τρέχει τίποτα…

Η σκηνοθεσία σε συνδυασμό με την καλή φωτογραφία αποδίδει στο μέγιστο το εξωτερικό θέμα της ταινίας, δηλαδή το μουντό αστικό περιβάλλον με την εγκληματικότητα και την διαφθορά να ανθίζουν ολοένα και περισσότερο στο σύγχρονο Λονδίνο. Πράγμα που έρχεται σε πλήρη συνάρτηση με το εσωτερικό θέμα του σεναρίου, την ανάγκη για μια αξιοπρεπή διαβίωση και το ηθικό δίλημμα που δημιουργείται όταν κάποιος δεν μπορεί πλέον να εξασφαλίσει ούτε τα αναγκαία και βρίσκεται μπροστά σε μια «τσάντα» γεμάτη λεφτά που μπορεί να του λύσει όλα τα προβλήματα. Τι κάνει τα παίρνει ή τα αφήνει ; 

Η σκηνοθεσία αν και φαντάζει αποστασιοποιημένη και αρκετά ουδέτερη χωρίς να υιοθετεί αποκλειστικά την οπτική γωνία κάποιου χαρακτήρα,ουσιαστικά καθιστά τον θεατή ως έναν απλό παρατηρητή και λειτουργεί αρκετά καλά.

Η πλοκή στο ξεκίνημα της ενθουσιάζει καθώς μας συστήνει τους εγκληματίες. Στη συνέχεια έρχεται το πρωταγωνιστικό δίδυμο James Franco & Kate Hudson και καθώς το ενδιαφέρον στρέφεται περισσότερο στο ζευγάρι παρά στην δράση και το έγκλημα, η πλοκή κυλάει αργά χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον και συγκινήσεις. Βέβαια προς το τέλος της δεύτερης πράξης υπάρχουν ορισμένες σκηνές οπλισμένες με γερή δόση αγωνίας. Εκεί που λοιπόν λες πως πρέπει να αναθεωρήσεις και πως το πράγμα έφτιαξε έρχεται ένα μελό ,προβλέψιμο happy ending να στο χαλάσει.


Από υποκριτικής άποψης τώρα, ο Tom Wilkinson σε έναν στερεοτυπικό ρόλο του ηρωικού αστυνομικού John Holden δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία και δίνει θετικά αποτελέσματα στο σύνολο της ταινίας.O Omar Sy στην απεικόνιση του Γάλλου βαρόνου είναι εξαιρετικός αν και ο ρόλος είναι σχετικά παράταιρος με το όλο σεναριακό σύμπαν.

Το πρωταγωνιστικό δίδυμο των James Franco και Kate Hudson δεν λειτούργησε ικανοποιητικά όμως. Δυο πολλοί καλοί ηθοποιοί που όμως στην συγκεκριμένη ταινία τους λείπει η χημεία και αυτό δυστυχώς φαίνεται. Δεν μας πείθουν ότι είναι ένα ζευγάρι που λατρεύει ο ένας τον άλλον.

Ένα σενάριο που δεν ξεφεύγει από τα κλισέ αλλά που σε καμιά περίπτωση δεν κουράζει. Μια ικανοποιητική ταινία για να περάσει κανείς μια μισή ώρα με φίλους.

Ιλόνα Αγγελίδου,
 Film Critiques
Βαθμολογία : 2/5

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Thunder and the house of magic κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Jeremy Degruson, Ben Stassen
HΘΟΠΟΙΟΙ:  Cinda Adams, George Babbit, Murray Blue, Doug Stone


 Το "Thunder and the house of magic" είναι μια καθαρά οικογενειακή ταινία για ένα σαββατιάτικο απόγευμα στο cinema.Και οι γονείς θα χαλαρώσουν και τα παιδιά θα το διασκεδάσουν.

Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: Ο Thunder, ένα πορτοκαλί γατάκι, βρίσκεται ξαφνικά παρατημένο από τους ιδιοκτήτες του στους δρόμους. Ψάχνοντας για νέα κατοικία, πετυχαίνει ένα μεγάλο σπίτι όπου μέσα του κατοικούν διάφορα παράξενα πλασματάκια..Το σπίτι όμως έχει να αντιμετωπίσει  ένα σοβαρό πρόβλημα. Παράλληλα,ο Τζακ το λαγουδάκι και η Μάγκι το ποντίκι, που είναι από τους  κάτοικους αυτού του παράξενου σπιτιού  συνωμοτούν για να διώξουν τον Thunder από την κατοικία τους...

Ο  Βέλγος Ben Stassen επιστρέφει μετά το «Fly me to the moon» και τις «Οι Περιπέτειες του Σάμμυ» ,
με πρωταγωνιστή ένα πορτοκαλί και αξιαγάπητο γατάκι που το έχουν παρατήσει οι ιδιοκτήτες του στο δρόμο, και μας τοποθετεί σε έναν κόσμο χαριτωμένο, γεμάτο "ζωντανά" και έντονα χρώματα. 

Ένα ακόμη καλό κομμάτι της ταινίας είναι το soundtrack, το οποίο περιλαμβάνει κομμάτια ανεβαστικά και γεμάτα ενέργεια, κάτι που ταιριάζει απόλυτα με τον κεντρικό χαρακτήρα, τον πορτοκαλί γατούλη, Thunder.

Το animation εντυπωσιακό (οι σκηνοθέτες πόνταραν στην 3D έκδοσή του), με χαρούμενα και έντονα χρώματα που γίνεται συμπαθές στα μάτια μας καθώς παρακολουθούμε για 1 ώρα και 20 λεπτά την περιπέτεια του μικρούλη Thunder αλλά και των άλλων πλασμάτων που κατοικούν σε αυτό το γεμάτο μαγεία σπίτι.


Από αυτή τη μαγεία όμως απουσιάζει η πρωτοτυπία. Το σενάριο ακόμη και η απεικόνισή του, δεν έχουν κάποια πρωτοτυπία. Όπως για παράδειγμα το γεγονός πως μερικά ζωάκια έχουν ιταλική ή ισπανική προφορά, είναι ένα χιλιοειπωμένο χαρακτηριστικό τέτοιου είδους ταινιών. Μετά τα μισά αρχίζει να παίρνει χαρακτήρα κουραστικό και μονότονο.Παράλληλα, όσο παρακολουθούμε τη "μαγική" αυτή περιπέτεια, βρίσκουμε κάποια στοιχεία που θυμίζουν προηγούμενα επιτυχημένα animation όπως το οσκαρικό "Up".

Αυτά τα χαρακτηριστικά κάνουν το "μαγικό σπίτι" να είναι μόνο για τους μικρούς θεατές...


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία: 2/5


Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Σινέ-Προτάσεις, Oκτώβριος 2014

OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:

 "All about Eve", (Η.Π.Α,1950)
Σκηνοθεσία: Joseph L. Mankiewicz
Hθοποιοί: George Sanders, Bette Davis, Anne Baxter, Marilyn Monroe, Gary Merrill


H ταινία προβλήθηκε στην Ελλάδα το 1950, με τον τίτλο "Όλα σχετικά με την Εύα".
Η υπόθεση είναι η εξής: H Eύα είναι μια νέα ηθοποιός στο Broadway που χρησιμοποιεί θεμιτά και αθέμιτα μέσα για να αναδειχτεί. Η μεγάλη σταρ του Broadway, Μάργκο Τσάνινγκ, έχει περάσει τα 40 και είναι ο στόχος της Eύας, που θα βρει για σύμμαχο έναν κυνικό θεατρικό κριτικό που θαυμάζει πιο πολύ την τόλμη και το θάρρος της, παρά το ταλέντο της...
Είναι αναμφισβήτιτα μια από τις πιο έξυπνες και διαχρονικές ταινίες που έβγαλε η κλασκή εποχή του Hollywood! Έχει βραβευτεί με 6 βραβεία Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτό της Καλύτερης Ταινίας ( και πολύ δικαιωματικά, θα λέγαμε!)
http://www.imdb.com/title/tt0042192/?ref_=nv_sr_1



CINEFIL, όποιος τις αγγίζει,ξέρει τι κάνει: 

"Fasle kargadan",  (Ιρακινό Κουρδιστάν-Τουρκία, 2012)
Σκηνοθεσία: Bahman Ghobadi
Hθοποιοί: Behrouz Vossoughi, Monica Bellucci, Yilmaz Erdogan

Ο Bahman Ghobadi ανήκει στις τολμηρές φωνές που θίγουν ζητήματα ιστορίας, ταυτότητας, κοινωνικής διαστρωμάτωσης και πολιτικών πεποιθήσεων.Στις ιστορίες του, λέγονται λίγα και εννοούνται πολλά.
Η ταινία είναι βασισμένη στα ημερολόγια του Ιρανού ποιητή Σαντέγκ Καμανγκάρ.
Η υπόθεση είναι η εξής: Ο Κουρδο-Ιρανός ποιητής Σαχέλ μόλις αφέθηκε ελεύθερος ύστερα από τριάντα χρόνια σε φυλακή της ισλαμικής δημοκρατίας του Ιραν. Τώρα, αυτό που τον κρατάει ζωντανό είναι η επιθυμία του να συναντήσει τη γυναίκα του, Μίνα, που εδώ και είκοσι χρόνια τον έχει για νεκρό και έκτοτε έχει μετακομίσει στην Τουρκία. Αποφασισμένος να διεκδικήσει τη ζωή που έχασε, ο Σαχέλ ξεκινά να την αναζητήσει στην Κωνσταντινούπολη... 
http://www.imdb.com/title/tt1850419/?ref_=fn_al_tt_1



HAPPY HOURS, σινέ-διασκέδαση για όλους:

"Love and Death",  (Η.Π.Α, Γαλλία, 1975)
Σκηνοθεσία:Woody Allen
Hθοποιοί:Woody Allen, Diane Keaton, Georges Adet, Tony Jay, Jessicα Ηarper

Μία άκρως παλαβή και πάνω από όλο ξεκαρδιστική κωμωδία, από την πρώτη σκηνοθετική περίοδο του Woody Allen. Πρωταγωνιστές, εκτός από τους ηθοποιούς, είναι και τα υπονoούμενα για τις άθλιες συνθήκες ενός πολέμου και την ανοησία των ανθρώπων που στρέφονται σε αυτόν ως την καλύτερη λύση.
Η υπόθεση είναι η εξής: Στη Τσαρική Ρωσία, ένας νευρωτικός στρατιώτης και η μνηστή του σχεδιάζουν να δολοφονήσουν τον Ναπολέοντα....(τα συμπεράσματα δικά σας)
http://www.imdb.com/title/tt0073312/?ref_=nv_sr_1



SMALL DIAMONDS,αληθινά διαμάντια του παγκόσμιου κινηματογράφου:


"Pan`s Labyrinth" ( El Laberinto del Fauno),   (Mεξικό, Ισπανία 2006)
Σκηνοθεσία:Guillermo del Toro
Hθοποιοί:Ivana Baquero, Ariadna Gil, Sergi Lopez, Doug Jones, Federico Luppi

Διαμαντάκι.
Σε μια σπάνια στιγμή κινηματογραφικής και σεναριακής διαύγειας, ο Guillermo del Toro υπέγραψε αυτό πολιτικό παραμύθι, ένα ευρωπαικό διαμάντι, που ήταν υποψήφιο για συνολικά 6 όσκαρ εκ των οποίων κέρδισε τα 3 (κατηγορία: καλύτερη φωτογραφία, make up
Η υπόθεση είναι η εξής: Στην Ισπανία του Φράνκο, η θετή κόρη ενός σαδιστή αξιωματικού βυθίζεται σταδιακά στον φανταστικό της κόσμο για να αποφύγει την σκοτεινή πραγματικότητα. 
http://www.imdb.com/title/tt0457430/?ref_=nv_sr_1



Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:

"The Man in the Iron Mask"  (Η.Π.Α,1998)
Σκηνοθεσία: Randall Wallace
Ηθοποιοί: Leonardo DiCaprio, Jeremy Irons, John Malkovich, Gerard Depardieu, Gabriel Byrn

Η ταινία είναι βασισμένη σε δυο νουβέλες του Alexander Dumas. Μπορεί ο Di Caprio να έχει βραβευτεί με Βατόμουρο(!) για αυτή του την παρουσία (κάτι που με βρίσκει τέρμα αντίθετη!),παραμένει παρ΄όλα αυτά, μια περιπέτεια εποχής με υψηλών προδιαγραφών cast. 
Η υπόθεση είναι η εξής :Φοβούμενος μήπως χάσει το θρόνο του, ο αδίστακτος Βασιλιάς της Γαλλίας, συνωμοτεί κατά του δίδυμου αδελφού του, βάζοντας του σιδερένια μάσκα και φυλακίζοντας τον. Χρόνια μετά, όταν η ασυδοσία της διακυβέρνησης του φτάνει στο απροχώρητο, οι τρεις σωματοφύλακες σκαρφίζονται ένα τολμηρό σχέδιο για να τον εκθρονίσουν. 



Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Stop! (Σουτ!) κριτική ταινίας

Σενάριο/Σκηνοθεσία: Εύη Κορώνη
Παίζουν: Ανδρέας Τσιαπτσιάδης, Έμυ Καμπουρίδου, Ανέστης Γκαρδής, Βαλσάμης Γκαρδής
Διάρκεια: 5:26

Μια ταινία μικρού μήκους ανεξάρτητης παραγωγής από την Εύη Κορώνη. 


Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής:Ένας άντρας 40 χρονών επιστρέφει στο σπίτι του μετά από μια έντονη ημέρα στη δουλειά. Στο σπίτι βρίσκεται και ο 4 χρόνος γιος του ο οποίος παίζει με τα παιχνίδια του. Αν και ο άντρας έχει επιστρέψει στο σπίτι το τηλέφωνο του δεν σταματάει να χτυπάει. Η πίεση, η κούραση και η αδυναμία του να αντιμετωπίσει τους ανωτέρους του στη δουλειά, τον ωθούν στο να «ξεσπάσει» στον πιο αδύναμο αλλά και αθώο, τον γιο του.  

Σύμφωνα με τη σκηνοθέτη: "Το κύριο θέμα της ταινίας είναι η «βία» που ασκούμε άθελα μας στους ανθρώπους της οικογένεια μας. Βία η οποία προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες και τελικά βρίσκει διέξοδο μέσα στην οικογένεια." 

Στην πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα, η σκηνοθέτης ασχολείται με ένα αρκετά ευαίσθητο και σοβαρό θέμα. Με την εναρκτήρια σεκάνς μπαίνουμε κατευθείαν στο θορυβώδες κλίμα της πόλης, αλλά και της καθημερινότητας μας, που γεμίζει από άγχος και πίεση ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα των καιρών.

Η σκηνοθεσία δεν πολυλογεί και δεν κάνει κοιλιά ώστε να εντυπωσιάσει. Δείχνει αυτό που πρέπει να δείξει χωρίς περιττά πλάνα. Βασίζεται στις ατάκες του σεναρίου, οι οποίες είναι ξεκάθαρες ως προς το νόημα τους και βοηθάνε το θεατή να  συνειδητοποιήσει  την ένταση και τη συναισθηματική φόρτιση των χαρακτήρων. Σενάριο και σκηνοθεσία είναι άρτια δεμένα μεταξύ τους, και το αποτέλεσμα αυτού, ικανοποιητικότατο.

Τους χαρακτήρες του σεναρίου, τον μικρό γιο και τον πατέρα του, υποδύονται εκπληκτικά οι 2 πρωταγωνιστές. Η σεναριακή οικογενειακή τους σχέση  βγαίνει φυσικότατα στην κάμερα.

Το "Stop" αξίζει την προσοχή και τον προβληματισμό μας!

Y.Γ Η ταινία έχει προβληθεί από τη Κιν/φική Λέσχη Καβάλας στη Στέγη Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών.Επιπλέον, θα προβληθεί τον Δεκέμβριο στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου "Argo Film Festival" στο Βόλο, και τον Απρίλη ταξιδεύει εκτός Ελλάδος στο "Carmarthen Bay Film Festival Community Group" στην Ουαλία.



Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

The Boxtrolls κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Graham Annable, Anthony Stacchi
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Ben Kingsley, Jared Harris, Nick Frost, Richard Ayoade, Elle Fanning

Το στούντιο παραγωγής με το όνομα Laika, που μας χάρισε τα "Coraline" και "ParaNorman", επιστρέφει με ένα ακόμη εντυπωσιακό, παιχνιδιάρικο αλλά και διδακτικό animation που είναι  βασισμένο στο παιδικό μυθιστόρημα "Here Be Monsters" του Alan Snow. Γεμάτο παραλληλισμούς, δίνει τη δική του διδαχή και μας προβληματίζει.

H υπόθεση είναι η εξής: «Κάπου στα μέσα του 19ου αιώνα στη φανταστική πόλη του Τυρογεφυριού, ένα νεαρό ορφανό αγόρι, ο Αυγάς που μεγάλωσε από ρακοσυλλέκτες σε μια υπόγεια σπηλιά προσπαθεί να σώσει τους φίλους του από έναν κακό εξολοθρευτή(τον ανελέητο Εξολοθρευτή!)» 

Αυτό που σίγουρα καταφέρνει (και μάλλον αυτός ήταν και ο αρχικός του σκοπός) το “The Boxtrolls”, είναι να διαφοροποιηθεί από τα animation που μας έχει συνηθίσει η κυρίαρχη Disney. Για αυτόν και μόνο τον λόγο, αξίζει την προσοχή μας.

Μέσα από τα σκουπίδια λοιπόν, βγαίνει η ομορφιά. Γιατί «Ομορφιά είναι να ξέρεις που να κοιτάξεις…» και όχι τα πρότυπα που η κοινωνικές συμβάσεις μας «διδάσκουν», μέσω μιας ανελέητης πλύσης εγκεφάλου.

Στις ιστορίες των παραγωγών της Laika, πρωταγωνιστές είναι τερατόμορφα πλάσματα τα οποία τυχαίνει να είναι γεμάτα καλοσύνη και ανθρωπιά, σε αντίθεση με τις περισσότερες ανθρώπινες φιγούρες που εμφανίζονται. Έτσι και εμείς σαν θεατές, ταυτιζόμαστε ευκολότερα και χωρίς τύψεις με τις τερατόμορφες παρουσίες.


Οι κάτοικοι της πόλης αυτής, είναι πολύ πλούσιοι και εμμονικοί με την τάξη, τη φινέτσα και τα δύσοσμα τυριά(!). Το αγοράκι όμως, που έχει μεγαλώσει με τα αποβράσματα αυτής της πόλης, και  αγνοεί τις τυπικές και «ευγενικές» συμπεριφορές, είναι αυτό που καταφέρνει να κερδίσει τη συμπάθεια μας, ενώ οι ευγενείς με τους καθωσπρεπισμούς τους καταντούν στα μάτια μας κουραστικοί και γελοίοι. Μήπως έτσι είναι καλύτερα να συμβαίνει και στην πραγματική ζωή? Το να μένει κανείς στην επιφάνεια είναι το πιο εύκολο και το πιο άμεσο. Αγνοεί όμως την ουσία.

Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη,
Βαθμολογία 3/5

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

‘71 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία : Yann Demang
Ηθοποιοί : Jack O'Connell, Sean Harris, Paul Anderson, Richard Dormer, David Wilmot, Martin McCann, Killian Scott, Charlie Murphy, Sam Reid

Υπόθεση : Ένας νεαρός, άπειρος και τελείως αποπροσανατολισμένος  Άγγλος στρατιώτης , ο Gary Hook (Jack O’Connell) εγκαταλείπεται από την ομάδα του εν’ μέσω εξέγερσης στο βομβαρδισμένο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας το 1971.Η προσπάθεια του άτυχου στρατιώτη να επιβιώσει στα θανατηφόρα σοκάκια ενός άγνωστου κόσμου προς αυτόν διασταυρώνεται με απρόβλεπτα γεγονότα που αποτελούν την βαθύτερη αιτία του πολέμου.

Το κύριο θέμα που πραγματεύεται το «’71» μπορεί να είναι ο πόλεμος, αλλά η ταινία αυτή δεν μένει μόνο στην επιφανειακή αναπαράσταση του πεδίου μάχης με μόνο όπλο την δράση. Με ευέλικτο και έξυπνο τρόπο μας εισάγει στα βαθύτερα αίτια που κρύβονται πίσω από τον πόλεμο. Η ανθρώπινη απληστία και τα αντικρουόμενα συμφέροντα οδηγούν πάντα σε αιματοχυσία. Οι στρατιώτες απλά πιόνια σε ένα παιχνίδι συμφερόντων.

Η πλοκή κυλάει γρήγορα, κοφτά και δεν κάνει κοιλιά εκπλήσσοντας μας με κάθε ευκαιρία. Σε συνδυασμό με το γρήγορο μοντάζ κόβει την ανάσα, κρατάει το ενδιαφέρον ακριβώς για τον λόγο ότι δεν μπορείς να προβλέψεις τι θα γίνει μέσα στο επόμενο λεπτό. Οι διάλογοι λακωνικοί και λειτουργικοί έρχονται σε τέλειο συγχρονισμό με την δράση.

Η σκηνοθεσία του Yann Demange αποτυπώνει άριστα το σενάριο του Gregory Burke στον κινηματογραφικό καμβά με έξυπνες τεχνικές. Οι πλειοψηφία των σκηνών γυρισμένες στα σκοτεινά ,φωτισμένα από τα έντονα ωχρά φώτα ,σοκάκια δίνουν μια αίσθηση κλειστοφοβίας αν και σε εξωτερικό χώρο. Νιώθεις μ’ αυτόν τον τρόπο πόσο παγιδευμένος είναι ο πρωταγωνιστής. Οι μουντοί δρόμοι και το σχεδόν ουδέτερο περιβάλλον γεμάτο ηθικά εξαθλιωμένους χαρακτήρες που προσπαθούν να επιβληθούν ο ένας στον άλλον χωρίς να λογαριάσουν το παραμικρό.

 Περιμένουμε σε κάποιο σημείο να ισορροπήσει η πλοκή αλλά ο σεναριογράφος καταφέρνει και πάλι να μας εκπλήξει με την παρουσίαση συγκρουόμενων μετώπων που ξεπερνούν την «κόκκινη» γραμμή, αντιπαλότητες και ένα παιχνίδι κυριαρχίας στην ιεραρχία της ομάδας των IRA’s, βίαιες σχέσεις μεταξύ των υψηλόβαθμων μελών του Αγγλικού στρατού συνθέτουν ένα δυνατό μείγμα συναισθημάτων στο κοινό. 

Όλη η ιστορία περνάει μέσα από την οπτική ματιά ενός νεαρού χαμένου στρατιώτη, του Gary Hook (Jack O’Connell) ενός φοβισμένου, άπειρου αγοριού που βρίσκεται ξαφνικά μέσα σε μια εφιαλτική κατάσταση από την οποία δεν ξέρει πως και εάν θα βγει ζωντανός. Η ερμηνεία του ανερχόμενου O’Connell με την ελάχιστη χρήση ομιλίας, βασισμένη στο έντονο βλέμμα του καθηλώνει. Kαλές στο σύνολο τους όλες οι ερμηνείες του cast.

Η βία και η σπαρακτική απελπισία που κυριαρχεί σε μια εμπόλεμη κατάσταση παρουσιάζεται σε αντίθεση με την αγάπη και την ανάγκη για ελευθερία του ήρωα. Η στάση της ταινίας προς τον πόλεμο είναι κριτική. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα από την έντονη συναισθηματικά σκηνή όπου ο Gary Hook, σε μια κατάσταση που είναι πλέον ζήτημα ζωής και θανάτου έρχεται αντιμέτωπος με νεαρά αγόρια της ηλικίας του , δεν χρειάζεται να λεχθεί ούτε λέξη η ηθική συνείδηση μιλά από μόνη της. Κανείς δεν κάνει το βήμα να πυροβολήσει τον άλλον. 

Το τέλος έρχεται σαν εξιλέωση για τον πρωταγωνιστή και τους θεατές.

Μια ταινία βαθιά ρεαλιστική, που περνάει σωστά μηνύματα και δημιουργεί γόνιμους προβληματισμούς, άρτια από κάθε άποψη κινηματογράφησης.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 4/5

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Μea Culpa κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Fred Cavayé
HΘΟΠΟΙΟΙ:  Vincent Lindon, Gilles Lellouche, Nadine Labaki, Velibor Topic, Gilles Cohen

Τέλειες  σκηνές δράσης. Μεγάλα σεναριακά ερωτηματικά.

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: «Στο επίκεντρο της ιστορίας συναντάμε δυο Γάλλους αστυνομικούς, φίλους και συναδέλφους, τον Φράνκ (Λελούς) και τον Σιμόν (Λίντον). Οι δυο “ήρωες” αποξενώνονται και χάνουν πλήρως την επαφή μεταξύ τους, όταν ο Σιμόν προκαλεί ένα τραγικό αυτοκινητιστικό δυστύχημα, οδηγώντας μεθυσμένος εν ώρα υπηρεσίας. Κάποια χρόνια μετά, όταν η οικογένειά του θα δεχτεί έντονες απειλές από τη μαφία, ο Σιμόν θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του και θα επιχειρήσει – με το ζόρι - την επανασύσταση του φοβερού τιμ που είχε κάποτε με τον άλλοτε αγαπημένο του συνάδελφο, Φρανκ.»

Αρχικά , το πρωταγωνιστικό δίδυμο Vincent Lindon και  Gilles Lellouche καταφέρνει να σηκώσει στις πλάτες του όλη την ταινία. Είναι η αφρόκρεμα της. Και από τις δύο πλευρές, αυτές των ηθοποιών, η υποκριτική ερμηνεία τους είναι πέρα για πέρα ενδιαφέρουσα. Χτίζουν μια όμορφη χημεία μεταξύ τους ως φίλοι και ως συνάδελφοι, και ξεκινάνε αυτό το τρελό και άκρως αγωνιώδες ανθρωποκυνηγητό.Την παράσταση κλέβει και ο μικρός πρωταγωνιστής, που δεν σταματά να τρέχει!

Σκηνές γεμάτες ατελείωτο κυνηγητό, πιστολίδι από παντού(και στο ξεκάρφωτο λες και είναι το πιο λογικό πράγμα στον κόσμο να πυροβολείς εν ψυχρώ κάποιον μέσα σε ένα night club ας πούμε).Ναι ίσως μπορεί να συμβεί, όμως τον λόγο θα τον μάθουμε?), βία (εντάξει, αυτό εννοείται!), γεμίζουν το 90% τουλάχιστον της διάρκειας. Κάτι όμως που λειτουργεί αρνητικά για το “Mea Culpa”. Ο λόγος είναι πως καθώς δίνεται μεγάλη βάση στη δράση, παρουσιάζονται μεγάλα σεναριακά κενά. Για παράδειγμα, ποιος θα μας λύσει μια απορία, όπως π.χ τι ρόλο έχει αυτη η συμμορία και γιατί κάνουν ψυχρό φόνο μέρα μεσημέρι και μάλιστα σε δημόσιο χώρο (όπως αυτόν της αρένας ταυρομαχιών που είναι γεμάτη από κόσμο)?Και αυτό είναι μόνο ένα από τα ερωτήματα που γεννιούνται.

Το σίγουρο είναι πως έχουμε να κάνουμε με μια καθαρή ταινία δράσης. Ο ανερχόμενος σκηνοθέτης Fred Cavayé, δίνει μεγάλο βάρος στις σκηνές δράσης, οι οποίες  εκτός από το ότι είναι αρκετά επιδέξια σκηνοθετημένες, συνοδεύονται και από μια μουντή φωτογραφία που προσθέτει ακόμη περισσότερη αγωνία.

Αν εν τέλει θέλετε να περάσετε 90 λεπτά  με καθαρή έως και υπερβολική(και όχι με την καλή έννοια) δράση δίχως κάποιο άλλο είδος πρωτοτυπίας, το "Mea Culpa" είναι μια καλή επιλογή.


Παρασκευή Γιουβανάκη,
Βαθμολογία 2.5/5

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Get On Up κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία :  Tate Taylor
Ηθοποιοί: Chadwick Boseman, Nelsan Ellis, Dan Aykroyd, Viola Davis, Keith Robinson, Octavia Spencer, Lennie James, Jamarion Scott, Jordan Scott.

Υπόθεση : James Brown, ο απόλυτος θρύλος της soul funk μουσικής παρουσιάζεται μέσα
 από την σκηνοθετική ματιά του ταλαντούχου Tate Taylor και δεν μένει μόνο στην προβολή της ταραχώδους ζωής ενός μουσικού ειδώλου αλλά «σκάβει» πιο βαθιά στην ψυχολογία ενός εκκεντρικού καλλιτέχνη που δεν παύει να παλεύει με καθημερινά, συνηθισμένα προβλήματα, όπως κάθε άνθρωπος.


Get On Up” ο τίτλος της βιογραφίας για την ταραχώδη/δραματική ζωή μιας μουσικής ιδιοφυΐας ,του θρυλικού James Brown. Μπορεί να φαντάζει ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη την βιογραφία ενός τόσο μεγάλου καλλιτέχνη. Κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί πως δύο ώρες δεν είναι σε καμία περίπτωση αρκετές για να παρουσιαστούν ορθά εβδομήντα-τρία χρόνια ζωής. Και προφανώς θα είχε δίκιο ,αλλά εδώ έχουμε μια ταινία που έχει πετύχει τον στόχο της σε μεγάλο βαθμό.

Ίσως μια γραμμική αφήγηση να ήταν βαρετή και ελλιπής. Οι σεναριογράφοι λοιπόν σωστά διαλέγουν μια πιο κατακερματισμένη αφήγηση με πολλές αναδρομές, οι οποίες περισσότερο προσθέτουν στο ενδιαφέρον του θεατή παρά μπερδεύουν. Γενικά, η εξέλιξη της πλοκής κρατάει το ενδιαφέρον αμείωτο μέχρι τέλους. Δεν υπάρχουν σημαντικά σεναριακά κενά αλλά όσα ελάχιστα εντοπίζονται καλύπτονται επιτυχώς και σχεδόν αβίαστα από τον εξαιρετικό ηχητικό σχεδιασμό της ταινίας.

Ο Tate Taylor με μεγάλη ευρηματικότητα και ζωντάνια στη σκηνοθεσία του σε συνδυασμό με την εξαιρετική φωτογραφία καταφέρνει να πετύχει τον στόχο του και να εισάγει τον θεατή στον κόσμο της ιστορίας που αφηγείται. 
Το ενδιαφέρον μένει αμείωτο μέχρι τέλους, μπορεί να μην ακούτε τέτοιο είδος μουσικής κι όμως δεν έχει σημασία, η ταινία παραμένει ενδιαφέρουσα χωρίς να εξαντλεί όλο το φάσμα της ζωής του James Brown μέχρι τον θάνατο του.


Η απεικόνιση του ανθρώπου πίσω από την «βιτρίνα» του υπερταλαντούχου τραγουδιστή είναι που κλέβει την παράσταση. Μπορεί ο James Brown να είναι ένας αστέρας αλλά δεν παρουσιάζεται ούτε τέλειος ,ούτε αψεγάδιαστος. Υπάρχει ένα μικρό παιδί , που μεγάλωσε δίχως σωστό οικογενειακό πρότυπο, έζησε την βία στο πετσί του και όμως κάθε εμπειρία στην ζωή του τον έκανε να δουλέψει σκληρά και να προχωρήσει μπροστά, κουβαλώντας τις ουλές και τα σημάδια από κάθε μάχη.

Οι αναδρομές λειτούργησαν εξαιρετικά και σε σχέση με τον παραλληλισμό του πια επιτυχημένου μεγάλου σε ηλικία James Brown (Chadwick Boseman) με τον μικρούλη απροστάτευτο James (Jamarion Scott, Jordan Scott). To σενάριο έχει κυκλική δομή , τα γεγονότα αρχίζουν με τον James Brown το 1993 ενώ περπατάει σε έναν σκοτεινό διάδρομο και το κοινό ζητωκραυγάζει το όνομα του. Το τέλος έρχεται να δέσει με την αρχή καθώς πια ο James Brown  ανεβαίνει στην σκηνή και βλέπει πρόσωπα που γνώρισε καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του να φωνάζουν το όνομα του, στο κοινό ο αδελφικός του φίλος και πρώην συνεργάτης του μαζί με την γυναίκα του συγκινούνται από την ερμηνεία του.
Μπορεί ο πρωταγωνιστής να είναι ο James Brown αλλά η ταινία δεν περιγράφει ξερά και πεζά τον τέλειο άνθρωπο, τον βλέπουμε να αλληλεπιδρά και να συγκρούεται με πολύ κόσμο και αυτό τον κάνει αυτό που είναι.

Ο Chadwick Boseman ήταν ο πλέον κατάλληλος για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, από τις εξαιρετικά εκτελεσμένες χορευτικές κινήσεις έως την ερμηνεία του, τις εκφράσεις του προσώπου του που σου δίνουν αμέσως το μήνυμα που θέλει να περάσει και έτσι σε κάνει να δημιουργήσεις μια σχέση εμπάθειας για τον χαρακτήρα όλα είναι άψογα.

Εξίσου συγκινητικές και αξιόλογες είναι και οι ερμηνείες των αδελφών Jamarion Scott και Jordan Scott στον ρόλο του μικρού James Brown.

Mια ευχάριστη υποκριτικά , έκπληξη είναι ο Nelsan Ellis στον ρόλο του Bobby Byrd ,κολλητού φίλου και συνεργάτη του James Brown. Εδώ φαίνεται να έχει ωριμάσει υποκριτικά ενσαρκώνοντας τον ρόλο του ανθρώπου που πάντα έρχεται δεύτερος υπό την σκιά του ταλαντούχου φίλου του και μας κάνει να τον συμπονέσουμε( δεν θυμίζει σε τίποτα τον τσαχπίνη Lafayette από το “True Blood”).

Γενικά όλες οι ερμηνείες είναι αξιόλογες. 
Μια δραματική βιογραφία που με την σωστή χρήση σεναριακών συμβάσεων , πολύ καλή σκηνοθεσία και αξιόλογες ερμηνείες σίγουρα αξίζει να κλέψει λίγο από τον πολύτιμο χρόνο σας.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 3/5

Human Capital(Il Capitale Umano) κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Paolo Virzì
HΘΟΠΟΙΟΙ:  Fabrizio Bentivoglio, Matilde Gioli, Valeria Bruni Tedeschi, Guglielmo Pinelli

Ανθρώπινη ταινία που δεν σταματά να σε κρατά σε αγωνία και προβληματισμό.

Bασισμένο  στο μυθιστόρημα του Stephen Amidon, το “Human Capital” αποτελεί παράλληλα και την επίσημη συμμετοχή της Ιταλίας  στην κατηγορία Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Έχει σάρωσε στα βραβεία της Ιταλικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (κέρδισε επτά και είχε άλλες 11 υποψηφιότητες! ) και μέσα σε αυτό, η  Valeria Bruni Tedeschi τιμήθηκε ως καλύτερη ηθοποιός στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Τραϊμπέκα. 

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: «Ιταλία, Μιλάνο. Ένα  τζιπ τρακάρει έναν ποδηλάτη μια νύχτα πριν την παραμονή των Χριστουγέννων. Τι συνέβη εκείνο το βράδυ; Πώς αυτό το ατύχημα θα αλλάξει το πεπρωμένο των πλούσιων οικογενειών Bernaschi  και Ossola που βρίσκονται στα όρια της χρεωκοπίας;»

Χωρισμένο σε τέσσερα κεφάλαια, περιγράφει μέσα από διαφορετικές οπτικές γωνίες ένα τροχαίο ατύχημα και τη σύνδεσή του με τις  δύο οικογένειες.

Ο σκηνοθέτης του,  Paolo Virzì, που είναι  γνωστός από την επιτυχημένη και βραβευμένη κωμωδία του “The first beautiful Thing”, καταπιάνεται αυτή τη φορά με κάτι όχι και τόσο αστείο. Καθόλου αστείο για την ακρίβεια. Καταπιάνεται με μια ιστορία που σχετίζεται με την οικονομική κρίση, και σε βάζει σε σκέψεις.

Το «Ανθρώπινο Κεφάλαιο», ένας όρος ανατριχιαστικός στη σκέψη, καθορίζει στην πραγματική ζωή, την καθαρή αξία της αποζημίωσης στην οικογένεια του θύματος σε περίπτωση ατυχήματος. Ένας αριθμός χρημάτων, ένας αριθμός euro, καθορίζει την αξία μιας ανθρώπινης ζωής, με βάση συγκεκριμένες παραμέτρους όπως την προοπτική ζωής του ατόμου, ή τη δυνατότητα οικονομικών απολαβών.

Όπως ανέφερα και προηγουμένως, η ταινία είναι χωρισμένη σε 4 κεφάλαια. Σε κάθε ένα από αυτά βλέπουμε την οπτική πλευρά τεσσάρων χαρακτήρων της ιστορίας. Παρακολουθούμε πως ακριβώς βίωσαν και τι συνέβη σε αυτούς, τις περιόδους πριν και μετά το ατύχημα. 

Η ταινία ανοίγει με μια αινιγματική σεκανς. Ένας ποδηλάτης του οποίου αγνοούμε την πραγματική ταυτότητα, παρασύρεται σε χαντάκι καθώς τον χτυπά ένα αμάξι που περνά από την ίδια κατεύθυνση. Ακολουθούν ένα-ένα τα κεφάλαια.

Το πρώτο κεφάλαιο αναφέρεται στον Dino που είναι ο πατέρας της οικογένειας των Ossola. Ένας χαρακτήρας χαζοχαρούμενος και εκνευριστικός. Μεσίτης στο επάγγελμα και δεν διστάζει να δεσμευτεί μεγάλο χρηματικό ποσό και να βάλει το σπίτι του σε υποθήκη δίχως καν να λάβει υπόψη του την οικογένειά του. Η επιλογή του cast εδώ κάνει τρομερή δουλειά. Ο ηθοποιός που τον υποδύεται, ταιριάζει γάντι στο ρόλο αυτό. Η εξωτερική του εμφάνιση φωνάζει από μέτρα μακριά «Είμαι ανόητος!»

Το κεφάλαιο που ακολουθεί είναι αυτό της Carla, της μητέρας της οικογένειας Bernaschi. Την υποδύεται η Valeria Bruni Tedeschi. Ακόμη μια εκπληκτική υποκριτική παρουσία. Τα χαρακτηριστικά της ανασφαλούς και δυστυχισμένης συζύγου-μητέρας, είναι χαραγμένα στο πρόσωπό της. Σίγουρα το cast είναι από τα πιο δυνατά χαρτιά της ταινίας.

Το 3ο κεφάλαιο, αναφέρεται στη Serena, στην κόρη αυτού που δεν ξέρει τι σημαίνουν η λογική και το συναίσθημα, Dino.Η πρωτοεμφανιζόμενη, Matilde Gioli δίνει ερμηνευτικά ρέστα με την ερωτεύσιμη παρουσία της. Για το ρόλο της εχέμυθης και ασυμβίβαστης και δίχως κανένα απολύτως ενδιαφέρον για τα πλούτη, νεαρής, έχει αποσπάσει 2 βραβεία.

Ερχόμαστε τώρα στο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο. Εδώ μαθαίνουμε τι συνέβη με τους χαρακτήρες  μετά το ατύχημα. Αποτυπώνονται ξεκάθαρα τα όρια της ανθρωπιάς και της απανθρωπιάς με κύριο στόχο το ατομικό κέρδος, ο πόνος και η δυστυχία που  προκαλούνται από αυτήν την πράξη, η υποκρισία, η ματαιοδοξία αλλά και η πτώση των κοινωνικών αξιών. Η ταινία ολοκληρώνεται και εμείς μένουμε να κοιτάζουμε, σκεπτικοί ακόμη, την οθόνη.  
Ωραία ταινία. Δεν θα σας απογοητεύσει.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Blind κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Eskil Vogt
HΘΟΠΟΙΟΙ:  Ellen Dorrit Petersen, Henrik Rafaelsen, Vera Vitali 

O Νορβηγός Eskil Vogt περνά για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα, καθώς μέχρι τώρα ήταν γνωστός για τις σεναριακές του κινήσεις («Reprise» και «Όσλο, 31 Αυγούστου», και οι δύο σε συνεργασία με τον Γιόακιμ Τρίερ), προσφέροντας ένα επιτυχημένο ψυχολογικό δράμα με έντονο το στοιχείο του θρίλερ. Αξίζει επίσης να αναφερθεί πως το  “Blind” έχει βραβευτεί για το σενάριο του (δια χειρός Eskil Vogt) στο Sundance Film Festival, αλλά και στις δικές μας, «Νύχτες Πρεμιέρας».

H υπόθεση είναι η εξής: “Έχοντας χάσει την όρασή της, η Ίνγκριντ απομονώνεται σπίτι της και αποξενώνεται όλο και περισσότερο από τον άντρα της, ο οποίος μοιάζει αδύναμος να τη βοηθήσει. Παραδομένη στις σκέψεις της, αρχίζει να αναρωτιέται για πράγματα τα οποία βρίσκονται στο όριο πραγματικότητας και φαντασίας."

Ατμόσφαιρα αποπνικτική, υπνωτιστική, ψυχοπλακωτική. Η φωτογραφία της ταινίας-την οποία έχει αναλάβει ο Θύμιος Μπακατάκης(«Κυνόδοντας») σε μια από τις καλύτερες στιγμές της διεθνούς καριέρας του, παίζει σημαντικό ρόλο σε αυτό. Η παγωνιά που πηγάζει από το σκανδιναβικό τοπίο, απεικονίζεται τέλεια σε κάθε πλάνο. 

Στο επίκεντρο της ιστορίας, η Ινκγριντ, μια γυναίκα όμορφη, κοντά στα 35 της χρόνια, που έχει χάσει την όραση της, και περνά την καθημερινότητα της στο σπίτι της, κλεισμένη, δίχως την επιθυμία να συναντήσει ξανά τον «έξω» κόσμο. Και εδώ είναι που χτίζει έναν άλλον κόσμο, τον δικό της κόσμο. Σιγά σιγά ξεκινά να πλάθει μια δική της ιστορία, που αγγίζει τα όρια της πραγματικότητας αλλά και αυτά της ψευδαίσθησης-κάπου εδώ το χάνουμε και εμείς, οι απλοί θεατές.

Το “Blind” δεν ασχολείται μόνο με το πώς αντιμετωπίζει ένα άτομο με τη συγκεκριμένη πάθηση το πρόβλημά του-βασικά δεν ασχολείται καθόλου με αυτό. Μέσα από αυτήν την ιστορία του σεναρίου, αλλά και της Ίνγκιντ, ερχόμαστε αντιμέτωποι με αυτό που αρκετοί φοβόμαστε, τη μοναξιά. Μοναξιά εδώ δεν νιώθει μόνο η Ίνγκιντ λόγω της τύφλωσής της, αλλά και ο άντρας της που δεν ξέρει ή δεν θέλει να της συμπαρασταθεί, μια μάνα που μοιράζεται τη μικρή κορούλα της με τον πρώην άντρα της, ένας 30άρης που βρίσκει «διέξοδο» στο πορνό. Όλοι αυτοί κάπως συνδέονται. 

Το ερμηνευτικό κομμάτι, άψογο. Η Ellen Dorrit Petersen(Ινγκρίντ) είναι απλά καθηλωτική με την ανησυχητική ίσως και απειλητική, ηρεμία που βγάζουν οι κινήσεις της. Και το υπόλοιπο καστ είναι εξαιρετικό.

Ανέφερα πριν σε ένα σημείο, πως κάπου το χάνουμε εμείς οι απλοί θεατές. Και είναι αλήθεια. Κάπου χάνουμε τη συνέχεια της πραγματικότητας, και των χαρακτήρων και της ιστορίας. Τι υπάρχει και τι όχι? Αυτό θέλει και ο Vogt. Γιατί καμιά φορά, η μοναξιά που νιώθουμε, μπορεί να’ναι εκτός από πραγματικότητα, και ψευδαίσθηση.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Dracula Untold κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Gary Shore
Ηθοποιοί: Luke Evans, Charles Dance, Dominic Cooper, Sarah Gadon, Art Parkinson , Diarmaid Murtagh


Υπόθεση : Στην Τρανσυλβανία του 15ου αιώνα μια μεγάλη
 περίοδος ειρήνης υπό την ηγεμονία του Vlad Tepes III (Luke Evans) καταρρέει ύστερα από την παράλογη απαίτηση του Σουλτάνου Μεχμέτ ΙΙ (Dominic Cooper) να παραδώσει ο πρίγκιπας Vlad 100 αγόρια από το βασίλειο του στους Οθωμανούς ,προορίζοντας τους για γενίτσαρους, ως σύμβολο ειρήνης. Ο πρίγκιπας αρνείται να υπακούσει, γνωρίζοντας όμως ότι δεν έχει καμία ελπίδα ενάντια στον Οθωμανικό στρατό αποζητά την βοήθεια ενός αιμοδυψούς κτήνους που ζει παγιδευμένο στα σκοτάδια ενός σπηλαίου. Η συμφωνία που κάνει με τον βρικόλακα ίσως τον βοηθήσει να κερδίσει τον πόλεμο που θα ξεσπάσει, όμως όλα έρχονται με ένα αντίτιμο και μάλλον ο πρίγκιπας θα χάσει πολλά περισσότερα σε αντάλλαγμα.

Το “Dracula Untold” όπως τολμηρά παρουσιάζει ο τίτλος υπόσχεται να μας αποκαλύψει πτυχές του θρυλικού Vlad Dracul ,που δεν έχουν αποκαλυφθεί ποτέ πριν. Αυτό προσπαθούν να πετύχουν οι σεναριογράφοι με την παρουσίαση ιστορικών γεγονότων. Όμως, από κάποιο σημείο και μετά η ταινία ταλαντεύεται πάνω σε μια αόρατη κλωστή αναποφασιστικότητας ως προς το ύφος που ακολουθεί.

Αν λοιπόν πάτε στον κινηματογράφο με την εντύπωση ότι θα δείτε μια καινούργια παραλλαγή του Dracula του Francis Ford Coppola, θα σας απογοητεύσω. Η ταινία του Gary Shore είναι λιγότερο μια ταινία τρόμου και περισσότερο μια Χολιγουντιανή ταινία εντυπωσιασμού βασισμένη στα CGI (computer generated images) με ασαφή αφηγηματική προσέγγιση.

  Η σεναριακή προσέγγιση με την αφήγηση ιστορικών γεγονότων αρχικά δίνει μια φρέσκια τροπή στον κλασσικό μύθο του Dracula και σίγουρα ενθουσιάζει, στην συνέχεια όμως η ανάγκη για το θέαμα -που είναι ζητούμενο από μια εμπορική ταινία -αποπροσανατολίζει το σενάριο από την αρχική του προδιάθεση και δημιουργεί προβλήματα, καταφεύγοντας σε εύκολες λύσεις και γραφικούς χαρακτήρες (βλέπε σουλτάνο Μεχμέτ και Μινέρα).

Υπάρχουν δυο χαρακτήρες που δίνουν πολλά στην ταινία. Ο πρώτος είναι ο βρικόλακας που είναι καταδικασμένος να ζει στην σπηλιά ( Charles Dance) κοντά στο πρότυπο του Nosferatu (1922) που με την χρήση των ειδικών εφέ και του ήχου σε συνδυασμό με την πολύ καλή ερμηνεία του ηθοποιού δίνει αυθεντικά στοιχεία τρόμου στην ταινία.

Ο άλλος είναι ο πρωταγωνιστής Vlad (Luke Evans) ένας χαρακτήρας πολύ διαφορετικός από τον κλασσικό Δράκουλα που έχουμε συνηθίσει. Μπορεί η πιο συζητημένη ατάκα της ταινίας να είναι «κάποιες φορές ο κόσμος δεν χρειάζεται ακόμη έναν ήρωα, αλλά ένα τέρας» αλλά μέσα στην τραγικότητα του ο Vlad Tepes έχει όλα τα στοιχεία ενός ήρωα – αυτοθυσία, θάρρος και τόλμη – και η εξαιρετική ερμηνεία του Luke Evans καλείται να πάρει στους ώμους της μια ολόκληρη ταινία. 

Από την άλλη πλευρά ο ρόλος της γυναίκας του Vlad, Minera (Sarah Gadon) είναι ο ρόλος μιας γυναίκας γλάστρας, είναι σχεδόν ανύπαρκτη δίπλα στον Vlad  και υποκριτικά ακόμα περνάει χωρίς να ακουμπήσει. Οι cliché ρομαντικές ατάκες καθιστούν τον χαρακτήρα της μάλλον κωμικό σε πολλά σημεία!
Ο μικρός αξιολάτρευτος γιός του Vlad , Ingeras (Art Parkinson) αν και πολύ γλυκός δεν προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον υποκριτικά.

Το σενάριο έχει πολλά κενά και δεν ακολουθεί μια σταθερή γραμμή αφήγησης με αποτέλεσμα να κουράζει. Ακόμα και όταν έχουμε την εντύπωση πως η πλοκή έχει δέσει και πάμε μπρος ολοταχώς προς την μεγάλη αναμέτρηση του Vlad με τον σουλτάνο η αφήγηση μοιάζει να κινείται αυτόματα και στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά η δράση.

Τα ειδικά εφέ είναι όντως εντυπωσιακά, π.χ. όταν ο Vlad μοιάζει να προχωράει ανάμεσα από ένα σμήνος νυχτερίδων.

Η σκηνοθεσία τώρα μοιάζει να είναι ένα κράμα μοντέρνου στυλ που της λείπει η ζωντάνια και κινηματογραφικών cliché. Η αρχική σεκάνς με τον γιό του πρίγκιπα Vlad, Ingeras (Art Parkinson) να αφηγείται σε voice over τα επιτεύγματα του πατέρα του ενώ βλέπουμε πολεμιστές να μάχονται σε slow motion φαντάζει κάπως άτεχνη και άκυρη για αρχή και κάπου προς το τέλος συνδέεται ως σχήμα κύκλου όταν βλέπουμε τον γιο να κάθεται στον θρόνο του πατέρα του ύστερα την λήξη της μάχης.

Η παρουσίαση των βρικολάκων στην ταινία από την μέση και μέχρι περίπου το τέλος με εντυπωσίασε και έλεγα τέλεια, μάλλον όμως βιάστηκα να χαρώ! Γιατί ο Vlad μεταμορφώνει κάποιους από τους υπηκόους του σε βρικόλακες και μια σκηνή μάχης μου θύμισε copy-paste από το Breaking Dawn!
Και ενώ λέω οκ μικρό το κακό , το παντελώς άκυρο τέλος (αλλά πολύ προβλέψιμο για μια ταινία με βρικόλακες που υπόσχεται sequel )με αποτελειώνει. Το τέλος βρίσκεται πολύ κοντά στην ταινία “Just Visiting” (2001) άμα δείτε το τέλος θα καταλάβετε τι εννοώ.

Μια ταινία που μπλέκει πολλά, με απίθανα εφέ και αδύναμο σενάριο. Οι πολύ καλές ερμηνείες ορισμένων ηθοποιών δεν μας αποζημιώνουν πλήρως για τα σεναριακά κενά. Μια ταινία καθαρά εμπορική και με στόχο τον εντυπωσιασμό που δεν κατορθώνει να παρουσιάσει κάτι καινούργιο όπως υπόσχεται.


Ιλόνα Αγγελίδου
Για το Film Critiques
Βαθμολογία : 1,5/5

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

The Giver κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Phillip Noyce
Ηθοποιοί: Alexander Skarsgård, Brenton Thwaites, Cameron Monaghan, Emma Tremblay, Jeff Bridges, Katie Holmes, Meryl Streep, Odeya Rush, Taylor Swift 

«Ο Φύλακας της Μνήμης» αποτελεί μια δραματική ταινία επιστημονικής φαντασίας και βασίζεται στο πολυβραβευμένο μυθιστόρημα της Lois Lowry με τον ίδιο τίτλο. Πραγματευόμενο ηθικά διλήμματα δημιουργεί άφθονη τροφή για σκέψη.

Υπόθεση : Σε μια φαινομενικά τέλεια κοινότητα, η βία, ο πόνος, οι ασθένειες, η πείνα και ο ρατσισμός είναι άγνωστες έννοιες ,όλοι οι κάτοικοι είναι ίσοι. Έχοντας όμως ξεχάσει το παρελθόν τους χάνουν την δυνατότητα επιλογής για την πορεία τους στο μέλλον. Ένας νεαρός , ο Jonas (Brenton Thwaites) επιλέγεται ως ο αποδέκτης των αναμνήσεων του παρελθόντος από τον Φύλακα της Μνήμης (Jeff Bridges) και έχοντας πλήρη γνώση του ουτοπικού φιάσκου που τον περιτριγυρίζει θα πάρει την κατάσταση στα χέρια του.


Από την αρχή το ενδιαφέρον του θεατή κεντρίζεται με την περίεργη αυτή ιστορία που ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια του. Μια πολύ ενδιαφέρουσα σεναριακή ιδέα που φαίνεται να υπόσχεται πολλά.    

Η ταινία ξεκινάει δυναμικά και εισάγει άρτια τον θεατή στον στείρο κόσμο μιας αυτοαποκαλούμενης τέλειας κοινότητας. Όλα φαίνονται ίδια από την αρχιτεκτονική των σπιτιών έως τον τρόπο ενδυμασίας και τους κανόνες συμπεριφοράς των κατοίκων. Η επιτυχής παρουσίασης του μουντού αυτού περιβάλλοντος πετυχαίνεται με την χρήση του ασπρόμαυρου στην φωτογραφία. 

Οι κάτοικοι όμως, ναι μεν ζουν σε μια κοινωνία ,όπου καλώς εκλείπουν όλα τα κακά (όπως άσχημες καιρικές συνθήκες, πόλεμοι, βία, εγκληματικότητα κλπ) αλλά για να θεωρηθούν ουσιαστικά ίσοι τους αφαιρούνται οι αναμνήσεις του παρελθόντος και το δικαίωμα να αισθάνονται οποιοδήποτε συναίσθημα.

 Είναι ουσιαστικά σαν στρατολογημένα ρομπότ που απλώς κάνουν ότι τους λένε χωρίς ποτέ να έχουν το δικαίωμα προσωπικής επιλογής. Ο μοναδικός «ξεχωριστός» σ’ αυτήν την κοινωνία είναι ο Jonas (Brenton Thwaites) ο αποδέκτης των αναμνήσεων, που με την βοήθεια του φύλακα της μνήμης μυείται στον κόσμο των αναμνήσεων. 
Οι αναμνήσεις είναι το μοναδικό κομμάτι που παρουσιάζεται έγχρωμο σε αντίθεση με την εκ διαμέτρου αντίθετη άχρωμη πραγματικότητα που ζούσε μέχρι στιγμής ο πρωταγωνιστής μας. Αυτή η εναλλαγή μεταξύ ασπρόμαυρου και έγχρωμου αρχικά λειτουργεί όμορφα αλλά στην πορεία αρχίζει να κουράζει.

Η ταινία είναι τεχνικά άρτια και έχει καλές εικαστικές πινελιές. Η σκηνοθεσία καλή αλλά της λείπει η δράση και η ζωντάνια.
 Το σενάριο ενώ ξεκινάει με πολύ καλό ρυθμό, κάπου το χάνουμε γιατί κινείται με αρκετά αργούς ρυθμούς χωρίς σημαντικές εντάσεις, ως αποτέλεσμα κάνει κοιλιά και κουράζει. Το τέλος είναι αισιόδοξο αλλά σχετικά απότομο. 


Από υποκριτικής απόψεως τώρα ,ο φύλακας της μνήμης (Jeff Bridges) και μέντορας του νεαρού Jonas δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία και μας κάνει να αγαπήσουμε τον χαρακτήρα του ηλικιωμένου –σοφού άνδρα που είναι το κλειδί στην λύση του κύριου προβλήματος της ταινίας. 
Καλή θα χαρακτήριζα και την ερμηνεία της επικεφαλής της κοινότητας (Meryl Streep) με την αυστηρή όψη. 
Μια ακόμη συμπαθητική ερμηνεία αυτή του πατέρα του Jonas (Alexander Skarsgard). Η Katie Holmes ως μητέρα του Jonas δεν εντυπωσιάζει. 

Ο πρωταγωνιστής Jonas (Brenton Thwaites) αν και συμπαθητικός δεν καταφέρνει να τραβήξει την προσοχή πάνω του και η ερμηνεία του καπελώνεται από αυτές των συμπρωταγωνιστών του.

Μια ταινία που έχει να κάνει με μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα και προβληματίζει αλλά δεν ανταπεξέρχεται πλήρως στις απαιτήσεις που δημιουργεί. Είναι πάντως μια ενδιαφέρουσα ταινία για να περάσετε την ώρα σας αν δεν ψάχνετε κάτι πολύ ψαγμένο. 


Iλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 2,5/5

What if κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:  Michael Dowse
ΗΘΟΠΟΙΟΙ:  Daniel Radcliffe, Zoe Kazan, Megan Park, Adam Driver


Γλυκανάλατος ρομαντισμός, ταιριαστό πρωταγωνιστικό δίδυμο, σε καναδική παραγωγή που αγγίζει κάτι πολύ λίγο από το "(500) Days of Summer".
 
H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: "O Wallace έχει περάσει από μία σειρά αποτυχημένων ερωτικών σχέσεων μέχρι που γνωρίζει την Chantry, με την οποία δημιουργεί μία αυτόματη σύνδεση. Εκείνη, ωστόσο, έχει μακροχρόνια σχέση με κάποιον άλλο και συζούν. Έτσι, ο Wallace και η Chantry πρέπει να βρουν μία λύση που να μη κάνει τις ζωές τους πολύπλοκες.."

Νομίζω πως θα ξεκινήσω με τα αρνητικά...ναι αυτό θα κάνω!

To "What if" είναι από τις ρομαντικές κομεντί που αν τύχει και δεν τις δεις ποτέ, δεν χάνεις κάτι το ιδιαίτερο(μην πω και απολύτως τίποτα!)

 Έλλειψη πρωτοτυπίας από πλευράς σεναρίου, κάνει μπαμ από τις πρώτες κιόλας σκηνές. Ένα σενάριο γεμάτο clishe. O γλυκούλης, nerd πρωταγωνιστής, με τον πάντα πολυλογά σε επίπεδα ανοησίας, κολλητό, που τυχαίνει να βρει την ευτυχία αμέσως, σε σύγκριση με τον γλυκούλη πρωταγωνιστή, που τόσο το επιθυμεί. Τον γλυκούλη χαρακτήρα, δεν τον περιτριγυρίζει μόνο ο κλασικά περίεργος κολλητός, αλλά και η κλασικά cool αδερφή του που φέρεται εξίσου αλλόκοτα όπως ο κολλητός του,ορισμένες φορές! Α! και ζούνε μαζί! (ακόμη ένα κοινότυπο στοιχείο).

Επαναλαμβάνω όπως βλέπετε, τη λέξη "γλυκούλης", γιατί αυτό το χαρακτηριστικό κυλά σε όλο το μήκος της ταινίας. Το χαρακτηριστικό του¨γλυκούλι".
 Ο  Daniel Radcliffe ταιριάζει γάντι στον ρόλο αυτό. Είναι ο αξιαγάπητος νεαρός, με το ωραίο ντύσιμο, που θα σε συνοδεύσει το βράδυ στο σπίτι, αλλά κάπου εκεί θα πάρει τη γείωση του, καθώς θα μάθει πως η κοπέλα που του 'χει κεντρίζει το ενδιαφέρον, έχει ήδη σχέση.

Αλλά υποκριτικά, δεν πείθει. Τουλάχιστον στην προκειμένη περίπτωση, δεν πείθει. Νιώθεις πως προσπαθεί πολύ (ενώ δεν χρειάζεται), για κάτι. Πάντως να του αναγνωρίσουμε πως καταφέρνει να δημιουργήσει μια όμορφη χημεία με τους συμπρωταγωνιστές του, και αυτό βγαίνει στο πανί.

 Το καλό με το "Φίλοι ή κάτι παραπάνω" είναι πως έχει αρκετές goofy στιγμές. Οι κωμικοτραγικές καταστάσεις που παίρνουν μέρος, φαντάζουν ιδανική συνέχεια της ζωής του χαρακτήρα.

  Ένα ζευγάρι ηθοποιών, με καταγάλανα μάτια, που ταιριάζουν απίστευτα μεταξύ τους ,υποδύονται το wanna be ερωτικό δίδυμο. 

 Η Zoe Kazan, αποτελεί την κατάλληλη επιλογή για την ερωτική σύντροφο του Radcliffe, και το αντίστοιχο.
 Η Chantry που την υποδύεται η Zoe Kazan, είναι σχεδιάστρια cartoon στο επάγγελμα. Ένα  ξεχωριστό στοιχείο της ταινίας, είναι το animation που απεικονίζει την πρωταγωνίστρια σε αρκετές σεκανς, το οποίο κάνει την εμφάνισή του στην οθόνη σαν τη συνέχεια της δουλειάς που έρχεται από τα χέρια της κοπέλας.

 Τέλος, τα γυρίσματα στους όμορφους δρόμους του Τορόντο, είναι ένα ακόμη συν, καθώς προσθέτει περισσότερο ρομαντισμό.

 Αν τo μόνο που θέλετε είναι μια δόση ρομαντισμού και χαλαρής ώρας, το "What if" είναι η κατάλληλη επιλογή για αυτή τη βδομάδα!



Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία: 2.5/5