Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2014

The Guest κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Adam Wingard
Hθοποιοί: Dan Stevens, Sheila Kelley, Maika Monroe



Ο σκηνοθέτης του  «You' re Next», επιστρέφει με το "The Guest" ή αλλιώς "Πρόσεχε ποιον βάζεις στο σπίτι σου", ένα απολαυστικό υβρίδιο μεταξύ τρόμου και ψυχολογικού θρίλερ, και  το λιγότερο που καταφέρνει είναι να σε γυρίσει στα νοσταλγικά χρόνια των '80s. 

Υπόθεση: "Ένας μυστηριώδης επισκέπτης, ο φιλικός στρατιώτης, Ντέιβιντ, φτάνει στο κατώφλι της πόρτας της οικογένειας Πίτερσον λέγοντάς τους ότι είναι φίλος του γιου τους που χάθηκε στο καθήκον. Οι Πίτερσον υποδέχονται τον Ντέιβιντ στο σπίτι τους, αλλά και στη ζωή τους. Όταν όμως αρχίζουν ξαφνικά να πεθαίνουν άνθρωποι στην πόλη, η έφηβη κόρη τους, Άννα, αρχίζει να αναρωτιέται αν κρύβεται ο Ντέιβιντ πίσω από όλα αυτά. Όταν όμως, τελικά, οι υποψίες της Άννα γίνουν όλο και πιο έντονες, θα καταφέρει να κρατήσει ασφαλή την οικογένειά της ή θα είναι πλέον αργά για όλους;"

Το "The Guest"  είναι πολύ πιθανό να φέρει στο νου το αξέχαστο (εντάξει τι παραπάνω να πούμε  για αυτήν την ταινία) "Drive". Έχουμε 2 κεντρικούς ήρωες με κοινά εξωτερικά χαρακτηριστικά: γοητευτικοί, μυστηριώδεις και στιβαροί τύποι- ομοιότητες όμως βρίσκουμε μόνο στην εμφάνιση καθώς ο χαρακτήρας του Gosling στο "Drive" μιλάει πολύ λιγότερο από αυτόν τον Stevens! Κι οι 2 οι ταινίες έχουν ανάλογη αισθητική και στήσιμο που αποτελούν άτυπους φόρους τιμής των '80s. Σε αυτό συμβάλει και το μουσικό κομμάτι με τους συνθεσάιζερ ήχους του, που παίζει καθαριστικό ρόλο στην αφήγηση. Επίσης και τα 2 φιλμικά κείμενα δεν αποτελούν τυπικά δείγματα του είδους στο οποίο ανήκουν.

Με τη σειρά του το υβρίδιο του Adam Wingard δεν είναι ένα τυπικό αμερικάνικο θριλεράκι αφού επιλέγει την ανάμειξη στοιχείων από διάφορα κινηματογραφικά είδη όπως το δράμα χαρακτήρων και  το ψυχολογικό θρίλερ. Παράλληλα, στέκεται σταθερά στον χαρακτήρα μιας ταινίας τρόμου αφού από την αρχή δείχνει τις προθέσεις του... Πως? Με ένα καθοριστικό πλάνο όπου τα αγγελικά μάτια του Ντέιβιντ συναντούν απειλητικά το βλέμμα του θεατή.

Ο Dan Stevens (γνωστός από τη σειρά Downton Abbey) υποδύεται εδώ έναν βετεράνο πολέμου. Η ερμηνεία του είναι σχιζοφρενική και ταιριάζει απόλυτα με την τρέλα που κυριαρχεί στο σενάριο. Μονάχα η ματιά και το σαρδόνιο χαμόγελό του αρκούν, ώστε να μας δώσει να καταλάβουμε με ποιον έχουμε μπλέξει. 

Εκτός από τον Stevens, πρωταγωνιστεί και η μουσική. To soundtrack είναι καταπληκτικό. Εlectro pop, hardcore dance κομμάτια που έχουν το στυλ των '80s  που αγαπήσαμε συνοδεύουν σχεδόν όλες τις σκηνές. Συγκεκριμένα, υπάρχει μια σκηνή (εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως η καλύτερη της ταινίας) όπου ο συνδυασμός της μουσικής με το εικαστικό περιεχόμενο της εικόνας, προκαλούν αισθητική πανδαισία! 

Υ.Γ. Είμαι σίγουρη πως αφού δείτε το "The Guest", θα αρχίσετε το ψάξιμο για το soundtrack-όπως έκανα και εγώ!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Grace of Monaco, κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Olivier Dahan
Hθοποιοί:  Nicole Kidman, Tim Roth, Andre Penvern, Parker Posey, Frank Langella



Μετά το ανεπανάληπτο "La vie en Rose" το 2007, (η βιογραφική ταινία της Edith Piaf, την οποία ενσάρκωσε ανατριχιαστικά η Marion Cotillard) παίρνει σειρά η προσπάθεια για τη βιογραφία της Grace Κelly. Στην απόπειρα αυτή όμως, κάπου χάθηκε η ουσία, το νόημα ύπαρξης της.

Yπόθεση: "Η αληθινή ιστορία της Γκρέις Κέλι, η οποία έγινε η Πριγκίπισσα του Μονακό όταν παντρεύτηκε τον Πρίγκιπα Ρενιέ το 1956. Έξι χρόνια αργότερα, ανάμεσα στις δυσκολίες της εκπλήρωσης του ρόλου της, επιστρέφει πίσω στο Χόλιγουντ για να παίξει στη νέα ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Τη στιγμή εκείνη η Γαλλία απειλεί με φορολόγηση και επικρατεί ένταση στις σχέσεις των δυο κρατών. Η Γκρέις Κέλι επιστρέφει και προσπαθεί να βοηθήσει αναζητώντας όμως παράλληλα και τη δική της ταυτότητα. Ήταν ακόμα ηθοποιός ή ολοκληρωτικά πλέον η Πριγκίπισσα του Μονακό;"

Aς τα πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η ταινία ξεκινά με την άφιξη του Χίτσοκ (ο ηθοποιός που τον υποδύεται μάλλον να τον διακωμωδήσει θέλει) στο πριγκιπικό παλάτι όπου και συναντάμε για πρώτη φορά την Grace (η Kidman θα μπορούσε κάλλιστα να ήταν αριστοκράτισσα και στην πραγματικότητα) και έτσι ξεκινά να ξετυλίγεται το παραμύθι, προς μεγάλη μας απογοήτευση. Χρησιμοποιώ τον χαρακτηρισμό "παραμύθι" αφού η ταινία έχει όλα τα απαραίτητα συστατικά: το παλάτι, το ζευγάρι που για διάφορους λόγους δεν μπορεί να χαρεί τον έρωτα του, την κακιά "μάγισσα", τον καλό γέροντα που είναι η προσωποποίηση της σοφίας και που βοηθά το ζευγάρι, το happy end.

Η σκηνοθεσία με τη σειρά της συμβάλει απλόχερα στη δημιουργία ενός γλυκανάλατου παραμυθιού. Γεγονός που ενισχύουν τα απεριόριστα πλάνα-καρτ ποστάλ με ειδυλλιακές τοποθεσίες του Μονακό, και τα αμέτρητα σε απόσταση αναπνοής από τα μάτια της Kidman, πλάνα (ναι έχει καταπληκτικά μάτια η Kidman το εμπεδώσαμε) που επαναλαμβάνονται σε επίπεδο εκνευρισμού αλλά και χωρίς ουσιαστικό λόγο. Παράλληλα φαίνεται να υπάρχει διάθεση θεοποίησης του προσώπου της Grace, με βάση τα δεδομένα των τελευταίων σκηνών, αφού εκτός από πριγκίπισσα του Μονακό, παρουσιάζεται και ως πριγκίπισσα της Ειρήνης και της Αγάπης. Μέσα σε όλα αυτά, το είδος του πολιτικού θρίλερ κάνει δειλά την εμφάνιση του, αλλά μετά αλλάζει γνώμη, και δίνει τη σκυτάλη ξανά στο ρομαντζοπαραμύθι.



Απογοήτευση σημειώνει και το μεγαλύτερο μέρος του καστ. Οι ηθοποιοί που καλούνται να "γίνουν" για λίγο ο Χίτσοκ, ο Ωνάσης, η Μαρία Κάλλας, μοιάζουν να παίζουν σε φαρσοκωμωδία. Τουλάχιστον όσον αφορά την πρωταγωνίστρια, φαίνεται να έχει πάρει πολύ σοβαρά τον ρόλο αυτό.

Το "Grace" είναι μεν λαμπερό και φανταχτερό ως προς την εικόνα του, αλλά εκτός από τον συγκινητικό μονόλογο της ηρωίδας στο τέλος, όλο το υπόλοιπο κομμάτι του παραμένει μια ιστορία που δεν καταφέρνει να αγγίξει ουσιαστικά το θεατή.

Y.Γ. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός πως το "Grace" ανήκει στην κατηγορία της βιογραφίας, τη στιγμή που το σενάριο παραλείπει σημαντικά κομμάτια της ζωής της, όπως η γνωριμία της με τον πρίγκιπα (για αυτό γίνεται μια απλή αναφορά) ή ακόμη χειρότερα, το θάνατό της!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1.5/5


Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

A Walk Among the Tombstones κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Scott Frank
Hθοποιοί:  Liam Neeson, Boyd Holbrook, Dan Stevens, Whitney Able, Olafur Darri Olafsson



Ο σεναριογράφος του "Minority Report" και "Wolverine" , Scott Frank, διασκευάζει μιά από τις νουβέλες του Lawrence Block στις οποίες πρωταγωνιστεί ένας ανορθόδοξος ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Ματ Σκάντερ.

Yπόθεση: O πλέον ιδιωτικός ντετέκτιβ, προσλαμβάνεται από μεγαλέμπορο ναρκωτικών, για να βρει αυτούς που απήγαγαν και σκότωσαν την γυναικα του.

Πλέον δεν χρειάζονται περαιτέρω συστάσεις για την ταινία στης οποίας τους τίτλους βλέπουμε το όνομα Liam Neeson. Ξέρουμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια περίπτωση όπου ένας -ο καλός που αναζητά τη δικαιοσύνη, με ένα πιστόλι στο χέρι, δεν φοβάται τίποτα και κανέναν, και αυτός ο τύπος πάντα είναι ο Neeson. H αλήθεια είναι πως με το ερμηνευτικό του στυλ, υποστηρίζει στο έπακρο τέτοιου είδους χαρακτήρες. Εδώ, στο "Among the Tombstones", ενσαρκώνει με επιτυχία τον πρώην αστυνομικό και νυν ιδιωτικό ντετέκτιβ,  Ματ Σκάντερ που καλείται από έναν μεγαλέμπορα ναρκωτικών να βρει τους δολοφόνους της γυναίκας του. Υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Scott Frank, μας παρουσιάζει τον σκοτεινό κόσμο του Ματ και της κοινωνίας στην οποία ζει. 

Είναι εμφανές πως το "Α walk Among the tombstones" κάνει φιλότιμες προσπάθειες ώστε να ξεφύγει και να ξεχωρίσει από τις υπόλοιπες ταινίες του είδους. Και το καταφέρνει σε ορισμένες περιπτώσεις.



Η αφήγηση είναι ευθύγραμμη, χωρίς αναδρομές κτλ, και  πλαισιώνεται με μια ένταση που συνεχώς κλιμακώνεται. Όχι δεν λείπουν τα κλισέ του είδους (π.χ το αταίριαστο "αστυνομικό δίδυμο" μεταξύ Ματ και ενός νεαρού αλλά πανέξυπνου αγοριού) αλλά αυτό δεν αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα. Η καθηλωτική σκηνοθεσία με τη συνοδεία της μουντής έως "νεκρής" φωτογραφίας που ταιριάζει απόλυτα με τον πρωτότυπο τίτλο, δημιουργούν μια ιδιαίτερα μυστηριώδης αισθητική που δένει ομοιόμορφα τις σκηνές. Έτσι, ώσπου να ξετυλιχτεί το μυστήριο, το γεγονός ότι υπάρχουν τα κλισέ, παραμένει στο πίσω μέρος του μυαλού μας.

Παράλληλα με την πλοκή "ξετυλίγεται" μέχρι ένα σημείο, και ο χαρακτήρας του Ματ. Μαθαίνουμε τι συνέβη και σταμάτησε το επάγγελμα του αστυνομικού, αλλά και τους ζωντανούς εφιάλτες του.  Δεν είναι απλά  ένας τύπος με το πιστόλι στο χέρι και αυτό αποδεικνύεται από το στιβαρό  βλέμμα που δίνει ο Neeson στους δολοφόνους. Όμως μέχρι εκεί, δεν μαθαίνουμε παραπάνω όπως για παράδειγμα με τι κριτήρια επιλέγει τους συνεργάτες του (αφού εδώ συνεργάζεται με έμπορους ναρκωτικών). 

...Αυτά!Εν τέλει αν θέλετε μια καλοστημένη περιπέτεια με μυστήριο και "ρίχνω ξύλο στους κακούς" αλλά και να απολαύσετε τον αγαπημένο σας Neeson, είναι πολύ καλή επιλογή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Love Actually...Επειδή το απαιτούν οι μέρες!


Ναι, οι περισσότεροι μάλλον την έχετε δει και ίσως έχετε βαρεθεί να τη βλέπετε στις Χριστουγεννιάτικες προτάσεις, αλλά δεν πειράζει! Προσωπικά την είχα δει πολύ πολύ παλιά και δεν τη θυμόμουν ιδιαίτερα, ώσπου με παρότρυνση-πρήξιμο μια φίλης μου (Ξένια για 'σένα λέω!) κάθισα να τη ξαναδώ. Και δεν το μετάνιωσα!

Για όσους δεν το ξέρετε, το "Love Actually" είναι μια σπονδυλωτή ταινία που παρουσιάζει 8 ιστορίες ζευγαριών που μπλέκουν με άξονα τον έρωτα, κάπου στο γκρίζο Λονδίνο(Αααχ Λονδίνο!) παραμονές Χριστουγέννων. Όπως καταλάβατε έχουμε να κάνουμε με μια ρομαντική κομεντί, κλασσική πλέον για το είδος αυτό, από τους δημιουργούς του "Four weddings and a funeral".

Είναι μια από τις ιδανικότερες επιλογές για αυτές τις μέρες αφού σφύζει από γιορτινή διάθεση και ατμόσφαιρα. Είναι διασκεδαστική, χαρούμενη, ζεστή (τα πλάνα της φωτίζονται από μια υπέροχη φωτογραφία και έχουν υπέροχα χρώματα), συγκινητική. Αλλά δεν είναι "μόνο" τα παραπάνω...Πρωταγωνιστούν ένα μάτσο από αγαπημένους ηθοποιούς -Liam Neeson, Hugh Grant, Emma Thompson, Colin Firth, Keira Knightley κ.α, και ένα μάτσο από αγαπημένα μουσικά κομμάτια, χριστουγεννιάτικα και μη...ε όλα αυτά νομίζω είναι αρκετά ώστε να σε κάνουν να την αγαπήσεις και να θες να τη βλέπεις κάθε τέτοιες μέρες! 


Παρακολουθούμε διαφορετικές περιπτώσεις αγάπης και έρωτα, ξαφνικού και μη, σε ποικίλες ηλικίες. Μερικές ιστορίες ευχάριστες, μερικές όχι, γιατί ο έρωτας δεν είναι πάντα ευχάριστος και ολοκληρωμένος..Δυστυχώς όμως υπάρχει και η περίπτωση της υπαλλήλου-τσούλας που ξεδιάντροπα την πέφτει στο παντρεμένο αφεντικό της (καλά και αυτός δεν πάει πίσω). Τέλος πάντων το ξεχνάμε αυτό!

A! και μην ξεχάσω κάτι πολύ σημαντικό: αποκορύφωση του ηθικού διδάγματος της ταινίας "Αll you need is love", είναι τα πλάνα που εμφανίζονται προς το τέλος, με πραγματικές εικόνες στιγμών όπου ο κόσμος αγκαλιάζεται στις αφίξεις αεροδρομίου!

Υ.Γ. Είναι από τις ταινίες με εκείνες τις σκηνές με τα wanna be ζευγάρια, και παρακαλάς να αρπάξει ο ένας τον άλλον και να φιληθούν επιτέλους!


Καλή προβολή και καλές γιορτές!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου 2014

Yalom's Cure κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Sabine Gisiger
Hθοποιοί:  Irvin D. Yalom, Marilyn Yalom

Yπόθεση: "Πολυδιαβασμένος συγγραφέας και δημοφιλής ακαδημαϊκός, ο Ίρβιν Γιάλομ είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή ψυχοθεραπευτές. Τα βιβλία του έχουν εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο και οι κριτικοί τον περιγράφουν ως συγγραφέα που «εμπνέει, εκπλήσσει, προκαλεί τον νου και αλλάζει τη ζωή»."

Αν περιμένετε να παρακολουθήσετε ένα ντοκιμαντέρ που αναφέρει και αναλύει τη δουλειά και την καριέρα του επιτυχημένου ψυχαναλυτή  Irvin D. Yalom , τότε το συγκεκριμένο φιλμκό κείμενο δεν είναι η κατάλληλη περίπτωση. Η σκηνοθέτης του Sabine Gisiger κινηματογραφεί τον  Irvin D. Yalom τις στιγμές οπου είναι ο απλός, καθημερινός άνθρωπος και όχι ο διακεκριμένος επιστήμονας. Κάτι που γίνεται εύκολα κατανοητό αφού οι αναφορές στο έργο του είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού και είτε τις γνωρίζεις ήδη είτε θα μπορούσες κάλλιστα να τις βρεις κάπου στο Google.

Ο Yalom παρουσιάζεται ευγενικός, σεμνός, μια χαμηλών τόνων ύπαρξη. Με αυτά τα χαρακτηριστικά αδύνατον να μείνει αντιπαθητικός στα μάτια μας. Με μια ομιλία  λιτή,αφοπλιστική και  δίχως επίδειξη γνώσεων, δεν φαίνεται στιγμή να διστάζει ή ακόμη και να υποκρίνεται μπροστά στην κάμερα.

Η θεματική του ντοκιμαντέρ σε συνδυασμο με  μερικές σκηνές που διαθέτει, θυμίζουν εκείνα τα οικογενειακά βίντεο που έχουν πολλοί στις μεγάλες συλλογές τους από βιντεοκασέτα. Στιγμές της καθημερινότητας του, στιγμές χαλάρωσης (οι βόλτες του με το ποδήλατο), στιγμές οικογενειακές (να τι φέρνει στο νου αυτές τις βιντεοκασέτες που ανέφερα πριν λίγο) γεμίζουν τη διάρκεια της ταινίας. 

Η επανάληψη του μοτίβου χαλάρωσης, κουράζει και έτσι χάνει ο θεατής το ενδιαφέρον του. Τα αλληγορικά πλάνα στα οποία πρωταγωνιστούν η θάλασσα με τα κύματα της ή ένα καράβι κτλ, είναι αρκετά και ίσως αχρείαστα σε ορισμένα σημεία. Το χαλαρό μουσικό κομμάτι σε συνδυασμό με τα πλάνα όπου σκάνε τα κύματα του ωκεανού ή ακόμη και τα βάθη του, χαλαρώνουν έως και υπνωτίζουν το θεατή...

Ο Irvin D. Yalom είναι ένας γλυκός σύζυγος, πατέρας, παππούς και αυτό το ντοκιμαντέρ το αποδεικνύει. Είναι πολύ όμορφο να μαθαίνεις πως αυτός που θαυμάζεις, έχει αυτά τα χαρακτηριστικά. Όμως μέσα στα πλαίσια 80 λεπτών δεν θα ήθελες να μάθεις και κάτι παραπάνω  εκτός από τα γνωστά που αφορούν τους οικογενειακούς και ερωτικούς δεσμούς?  Μερικοί είναι λογικό να έχουν περισσότερο ενδιαφέρον για το έργο του στον τομέα της ψυχανάλυσης, παρά το που πηγαίνει διακοπές...


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

The Maze Manner κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Wes Ball
Hθοποιοί: Dylan O'Brien, Thomas Brodie-Sangster, Will Poulter


Το «The Μaze Runner» του Αμερικανού Τζέιμς Ντάσνερ εκδόθηκε το 2009 («Το τεστ», στα ελληνικά ), είναι το πρώτο μέρος μιας­ μετα-αποκαλυπτικής sci fi τριλογίας, και έρχεται στη μεγάλη οθόνη από τον πρωτοεμφανιζόμενο Wes Ball.

Yπόθεση: "Ο Τόμας ξυπνά μέσα σε ένα σκοτεινό ασανσέρ το οποίο κινείται αργά και βασανιστικά με κατεύθυνση προς τα επάνω. Κάποια στιγμή, καθώς ο μυστηριώδης θάλαμος ακινητοποιείται ξαφνικά, ανοίγει μια πόρτα και ο Τόμας έρχεται αντιμέτωπος με μια "αγέλη" αγοριών που τον καλωσορίζουν στην Κοιλάδα. Αυτό θα είναι πλέον το καινούριο του σπίτι, χωρίς ωστόσο ο ίδιος να θυμάται και ποιο ήταν το προηγούμενό του. Η μνήμη του είναι παντελώς κενή..."

"Τα παιδιά πειραματόζωα" θα μπορούσε να λέγεται και αλλιώς η ταινία αυτή..Πάμε λοιπόν να δούμε τι ξεχωριστό (αν) έχει αυτή η ιστορία αλλά και η μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη.

Ναι ξέρω, θα σκέφτεστε "Ωχ πάλι τριλογία από βιβλίο με ένα μάτσο παιδιά- θύματα σε τρελές περιπέτειες?" και θα έχετε και δίκαιο. Συνηθίζεται κατά πολύ τα τελευταία χρόνια αυτή η τάση σε βιβλία και ταινίες. 
Αξίζει όμως να πούμε πως αυτό το φαινόμενο σημειώνει ένα ενδιαφέρον κυρίως κοινωνιολογικό, αφού η εφηβική ηλικία πλέον αποτελεί θύμα του συστήματος σύμφωνα με αρκετά κοινωνικά δεδομένα...

Από μόνη της η ιστορία δεν ξεφεύγει από τα κλισέ του είδους. Φυσικά και έχουμε στο νου πως πρόκειται για ιστορία με αλληγορικό χαρακτήρα: ένας μεγάλος αριθμός παιδιών σε άγνωστο κόσμο που παλεύει να σωθεί και υπάρχει και αυτός ο ένας που θα ξεχωρίσει και θα κάνει το καλό. Ούτε το σενάριο δεν είναι υποστηρικτικό καθώς η παρουσίαση των χαρακτήρων είναι "στεγνή" με αρκετά σημαντικά στοιχεία για αυτούς να απουσιάζουν (π.χ με το παρελθόν τους τι γίνεται?) Τα μόνα στοιχεία που έχουμε είναι: ο "γενναίος", o "δεν τολμώ να πάω κόντρα στους κανόνες και ας πεθάνω" και άλλες 2-3 τέτοιες περιπτώσεις.

Οι νεαροί ηθοποιοί που συμμετέχουν είναι αρκετά καλοί-εντάξει εκτός από το κορίτσι που εμφανίζεται στο ξεκάρφωτο κάπου στα μισά και είναι όλη την ώρα σα μαστουρωμένη, όλοι οι υπόλοιποι είναι νηφάλιοι και ζουν στο πετσί τους τη σκλαβιά του "Λαβύρινθου". Τρέχουν από δω  και από εκεί με βλέμματα και κινήσεις μες στην αγωνία. 

Όσον αφορά τη σχεδίαση του  "Λαβύρινθου", είναι ειλικρινής  αφού τον παρουσιάζει επιβλητικό και απειλητικό που είναι και ο ακριβής ρόλος του στην ιστορία- να προκαλεί φόβο στους ήρωες (αλλά και σε εμάς). Η σκηνοθεσία του χαρίζει πανοραμικά πλάνα ώστε να φαντάζει θεόρατος στα μάτια μας, θέλει να μας κάνει να αναρωτηθούμε "Τι υπάρχει τελος πάντων εκεί μέσα?" και το πετυχαίνει. Επίσης με γρήγορα και κοφτά πλάνα καταφέρνει να μας κρατά σε αγωνία.  
Η κινηματογράφηση αλλά και η ιστορία από μόνη της διαθέτει ένα σεβαστό ποσοστό σασπένς, χωρίς αμφιβολία. 

Τέλος, μπορεί να μην έχει την πρωτοτυπία που πολλοί απαιτητικοί θεατές αναζητούν, αλλά το είδος στο οποίο ανήκει σαν ταινία, δηλαδή την περιπέτεια, το υποστηρίζει στο έπακρο.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

Magical Girl κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Carlos Vermut
Ηθοποιοί:  Javier Botet, Barbara Lennie, Jose Sacristan



Τρεις κεντρικοί χαρακτήρες , παλιοί γνώριμοι μεταξύ τους, ο Λουίς, η Μπάρμπαρα και ο Ντάμιαν θα παγιδευτούν σ' έναν κόσμο εκβιασμών,σε ένα ανολοκλήρωτο παζλ, όπου τα ένστικτα και η λογική θα συγκρουστούν σε μια τραγική μάχη που θ' αλλάξει τις ζωές τους για πάντα...Ο Carlos Vermut σκηνοθετεί ένα σπονδυλωτό φιλμ, μια αληθινά πρωτότυπη αλληγορία για την αρρώστια του καπιταλισμού, της ανύπαρκτης ανθρωπιάς και του μέτρου, με ευδιάκριτες επιρροές  από Αλμόδοβαρ, Μπουνουέλ αλλά και από τα αγαπημένα για πολλούς, γιαπωνέζικα manga.

Πολλοί είχαμε την τύχη να την απολαύσουμε στα πλαίσια του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Yπόθεση: "Η Αλίσια είναι ένα άρρωστο κορίτσι που ονειρεύεται να φορέσει το φόρεμα της αγαπημένης της ηρωίδας απ’ τη γιαπωνέζικη σειρά «Magical Girl Yukiko». Ο πατέρας της Λουίς θα κάνει τα πάντα για να πραγματοποιήσει την επιθυμία της κόρης του. Αλλά η μοίρα του διασταυρώνεται με την Μπάρμπαρα, μια ελκυστική νέα κοπέλα με ψυχολογικά προβλήματα, και τον Ντάμιαν, έναν δάσκαλο που έχει παραιτηθεί απ΄ όλα εκτός από το ταραγμένο παρελθόν του..." 

O τίτλος είναι ένα δίλημμα. Ενώ παρακολουθείς, διαπιστώνεις πως αναφέρεται στο μικρό κοριτσάκι που έχει μεγάλη επιθυμία να φορέσει το φόρεμα που φορά ο αγαπημένος της manga χαρακτήρας. Όμως έρχεται η στιγμή που γνωρίζουμε και την Μπάρμπαρα, μια παρουσία πανέμορφη, με παράξενο δυναμισμό και εμφανή ψυχολογική αστάθεια που κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον...Μάλλον αναφέρεται και στις δύο  αυτός ο αινιγματικός τίτλος.

Ο σκηνοθέτης έχει δημιουργήσει εκτός από ένα κοινωνικό δράμα, και ένα θρίλερ μυστηρίου. Έντονη περιέργεια και φόβος για το άγνωστο που επικρατεί, σε κυριεύουν καθ'όλη τη διάρκεια του "Κοριτσιού". Η αφήγηση είναι γεμάτη ανατροπές, με ιστορίες μυστηρίου να εξελίσσονται μέσα από εξίσου μυστήριες σκηνές και πλάνα (μοναδική η στιγμή όπου μας δείχνει την περιβόητη Πόρτα με τη Μαύρη Σαύρα- θέλεις όχι απλά να μπεις, αλλά να εισβάλεις στο χώρο της δίχως να σε νοιάζει τι κρύβεται εκεί!) Παράλληλα με τις μυστήριες ιστορίες τους, εξελίσσονται και οι αντίστοιχοι χαρακτήρες. 

Οι χαρακτήρες αυτοί συναντιούνται κάτω από εντελώς πρωτότυπες και ανατρεπτικές συνθήκες. Όλα αυτά αποτελούν απόδειξη  πως ο Vermut είναι ένας πανέξυπνος και πολλά υποσχόμενος σκηνοθέτης. Έχοντας αναλάβει και το σενάριο, μας εκπλήσσει με το πως συνδυάζει ένα χιούμορ ιδιαίτερο και απολαυστικό  με τις τραγικές και στενόχωρες συνθήκες που "χαροπαλεύουν" οι ήρωες ( η "παραγγελία" τζιν με τόνικ από το κοριτσάκι στον μπαμπά του). 

Ο νεαρός Velmont σημειώνει πολύ καλή δουλειά και με τους ηθοποιούς του. Τους δίνει μεγάλη προσοχή και χρόνο σκηνοθετικό/σεναριακό, να δουλέψουν με τους χαρακτήρες τους και να τους παρουσιάσουν όσο πιο ρεαλιστικούς γίνεται. Οι ερμηνείες τους είναι εξαιρετικές.

Το "Magical Girl" είναι σκοτεινό και παράτολμο. Σε σοκάρει και σε κρατά καλά καθισμένο στο κάθισμά σου. Συνδυάζει με επιτυχία τη λογική και την τρέλα και σε βάζει σε σκέψεις τύπου "εγώ άραγε θα το έκανα αυτό?"

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Love is Strange κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ira Sachs
Hθοποιοί: John Lithgow, Alfred Molina, Marisa Tomei,Charlie Tahan 

Mία πολύ γλυκιά και υπέροχη ιστορία αγάπης-με κάποια ίσως αυτοβιογραφικά στοιχεία, έρχεται από την κάμερα του Ira Sachs.

Υπόθεση: "Έχοντας μοιραστεί τις χαρές και τις λύπες μιας ολόκληρης ζωής, ο Ben  και ο George  παντρεύονται σε μία ειδυλλιακή τελετή που λαμβάνει χώρα στο Μανχάταν. Λόγω της επισημοποίησης της σχέσης τους, ο George, καθηγητής κλασικής μουσικής σε καθολικό σχολείο, θα χάσει τη δουλειά του πολύ σύντομα. Το ζευγάρι θα χρειαστεί όχι μόνο να πουλήσει το κομψό διαμέρισμά του, αλλά και να χωριστεί σε διαφορετικά σπίτια, μέχρι να βρεθεί μια οικονομικά βιώσιμη λύση."

Μεταφερόμαστε στη Ν.Υόρκη -όχι πολλά χρόνια πριν αλλά στο σήμερα. Οικονομική και ηθική κρίση έχουν κυρίαρχο ρόλο. Ορισμένοι καθωσπρεπισμοί ή μάλλον καλύτερα κομπλεξισμοί, στερούν το δικαίωμα και την ευκαιρία εργασίας σε κάποιον επειδή...παντρεύτηκε τον αγαπημένο του! Και αυτό δυστυχώς είναι μόνο μια μορφή δυσκολίας καθώς προβλήματα  έχουν όλες οι περιπτώσεις αγάπης.

Η κάμερα του σκηνοθέτη θέλοντας να μας προβληματίσει (και) με το θέμα της αδικίας που επικρατεί, στέκεται με ευαισθησία και διακριτικότητα απέναντι στην προβληματική καθημερινότητα του άτυχου ζευγαριού. Όμως η προσοχή του δεν μένει μόνο σε αυτό. Δεν τον ενδιαφέρει να δείξει τα προβλήματα που υπάρχουν μόνο σε ένα γκει ζευγάρι.  

Μέσα λοιπόν από την εξέλιξη της ιστορίας του ομοφυλόφιλου ζευγαριού, εμπλέκεται και ένα ετεροφυλόφιλο ζευγάρι και παρακολουθούμε τις εντάσεις και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και αυτό με τη σειρά του. Έτσι ο σκηνοθέτης φαίνεται να μας ρωτά: "Τι θα πει γκει ή straight αγάπη δηλαδή?" και να μας απαντά αμέσως μετά: "Αγάπη σκέτο λέγεται, και έχει τα προβλήματα της. Υπάρχουν και συμβαίνουν και οι 2 περιπτώσεις!"

Όσον αφορά το ερμηνευτικό κομμάτι, οι 2 κεντρικοί και μεγαλόσωμοι ηθοποιοί John Lithgow και Alfred Molina, δημιουργούν χημεία και τρυφερή ατμόσφαιρα χωρίς μελοδραματισμούς, επικοινωνώντας μεταξύ τους με βλέμματα και ήσυχες κινήσεις. Πάρα πολύ σωστή η επιλογή αυτών των 2 ηθοποιών καθώς το παρουσιαστικό τους και ο ερμηνευτικός τους τρόπος έχουν στιβαρό χαρακτήρα, έτσι η εικόνα τους ως ζευγάρι ομοφυλόφιλων ξεφεύγει από τη στερεοτυπική και συνηθισμένη παρουσίαση γκει ζευγαριού. 



Η ιστορία αυτή, μας φέρνει σε επαφή με άμεσο τρόπο, με τις δυσκολίες που προκύπτουν στα πλαίσια μιας ερωτικής σχέσης, τις προσπάθειες επίλυσης τους και τους συμβιβασμούς που γεννιούνται. Σε περίπτωση που υπάρχουν κάποιοι που ενώ διαβάζουν την περίληψη, τους ξενίζει η ιδέα ενός ζευγαριού που αποτελείται από 2 μεσήλικους  άντρες, ο Ira Sachs αλλά και το καταπληκτικό πρωταγωνιστικό δίδυμο με τον ξεχωριστό τους τρόπο, αποδεικνύουν πόσο άμεσο και φυσιολογικό είναι. Τα πάντα αποδεικνύουν πως απλά δεν γίνεται να ήταν αλλιώς αυτή η ιστορία! Και αυτό είναι το επίτευγμα της ταινίας αλλά και η γοητεία της. Επίσης καταφέρνει να συγκινήσει και να προβληματίσει το θεατή, δίχως πολλά δακρύβρεχτα πράγματα ώστε και να καταντήσει σαπουνόπερα.

Υ.Γ Αξίζει να αναφέρουμε πως η ταινία έχει "ελληνικές ρίζες" αφού την συμπαραγωγή της έχει αναλάβει ο Χρήστος Κωνσταντακόπουλος και η Faliro House και τη διεύθυνση φωτογραφίας ο Χρήστος Βουδούρης («Άλπεις»).

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

The Hobbit: The Battle of the Five Armies κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Peter Jackson
Hθοποιοί:  Ian McKellen, Martin Freeman, Richard Armitage, Ken Stott,,Orlando Bloom, Evangeline Lilly, Cate Blanchett, Hugo Weaving


Υπόθεση: "Με την ανάκτηση του Βασίλειου των Νάνων από τον δράκο Νοσφιστή, ο Μπίλμπο και οι δεκατρείς Νάνοι έχουν άθελά τους συμβάλλει στην εξάπλωση μιας φονικής δύναμης. Ο εξοργισμένος Νοσφιστής επιτίθεται στους ανυπεράσπιστους κατοίκους της Λιμνούπολης. Παράλληλα, κυριευμένος από το πάθος του για πλούτο, ο Θόριν Δρύασπις βάζει τον θησαυρό πάνω από την τιμή και τους φίλους του. Παραμονεύουν όμως μεγαλύτεροι κίνδυνοι, τους οποίους γνωρίζει μόνο ο Γκάνταλφ..."

Είναι η πρώτη φορά που γράφω για κάποια από τις ταινίες της τριλογίας του "Άρχοντα" και του "Χόμπιτ"...και πολύ χαίρομαι για αυτό!
Λοιπόν, έχουμε όπως όλοι γνωρίζουμε το 3ο και τελευταίο (θα δείξει...) κομμάτι της τριλογίας του "Χόμπιτ". Μια τριλογία που την αγαπήσαμε λόγω "Άρχοντα"-όχι τόσο πολύ βέβαια, αλλά την αγαπήσαμε!
«Η Μάχη των Πέντε Στρατών» ξεκινά ακριβώς από εκεί όπου τελείωσε το δεύτερο μέρος της τριλογίας, την στιγμή που ο "ποιος τον είδε και δεν φοβήθηκε" δράκος Νοσφιστής επιτίθεται -ριμάζει το χωριό και τους κατοίκους της Λιμνούπολης.

Το τελευταίο αυτό μέρος  έχει περισσότερο σασπένς από τα προηγούμενα-πάλι καλά! Όσον αφορά το "περιεχόμενο" του, οι χαρακτήρες  παραμένουν το ίδιο γνώριμοι και παλιοί αγαπημένοι (πχ ο Λέγκολας και ο πανταχού παρών Γκάνταλφ ο Γκρίζος). Σίγουρα διακρίνεται η αναμενόμενη επανάληψη στοιχείων αυτού του κόσμου -πράγμα λογικό διότι πόσα (ακόμη) να αλλάξει ο Jackson!  Aξίζει όμως να αναφέρουμε πως ο κύριος αυτός παρουσίασε μια αρκετά ενδιαφέρουσα αλληγορία μέσω του χαρακτήρα Θόριν, που αναφέρεται στην παράνοια που μπορεί να κυριαρχήσει ένα άτομο σε περίπτωση άφθονου πλούτου και εξουσίας.

Οι σκηνές της μάχης των 5 στρατών, είναι και η αποκορύφωση του σασπένς και της πόρωσης. Θεαματικά, εντυπωσιακά στο έπακρο πλάνα (αλίμονο! )- με λίγα λόγια δεν ξέρεις από που θα σου έρθει και συνεχίζεις να παρακολουθείς εκστασιασμένος. Ο σκηνοθέτης για ακόμη μια φορά αποδεικνύει πως το κατέχει το θέμα του να στήνει και να σκηνοθετεί επικές μάχες! Δυνατά σημεία παραμένουν για ακόμη μια φορά η καταπληκτική σκηνογραφία που σε ταξιδεύει αμέσως σε εκείνη την εποχή, και το αρκετά καλό cast. Εντάξει ο Ian McKellen είναι ο Γκάνταλφ, και δίπλα του στέκονται επάξια σαν χαρακτήρες- γέννημα της φαντασίας, οι Cate Blanchett και Christopher Lee.

Δυστυχώς η φλυαρία δεν λείπει ούτε από αυτό το μέρος, ούτε και το τράβηγμα από τα μαλλιά (καλά εκεί που πέφτει 30 μέτρα τείχος για να βγουν...6 νάνοι- και μιλάμε για νάνους έτσι?). Αλλά το καλό είναι πως τα ξεχνάς γρήγορα και μαγεύεσαι ξανά από την απεριόριστη δράση.

Kλείνοντας η τριλογία αυτή, δημιουργεί την εντύπωση ενός πρόλογου για τον Άρχοντα (θα δείτε γιατί..).Πονηρή αλλά και έξυπνη κίνηση αφού όντως η ιστορία του "Χόμπιτ" προηγείται από αυτήν του "Άρχοντα των Δαχτυλιδιών"...Μια συγκίνηση σε πιάνει πάντως!

Εν τέλει δεν πάμε να δούμε Χόμπιτ λόγω των διθυραμβικών κριτικών που (δεν) έχει-βασικά δεν μας νοιάζει καν αυτό, αλλά γιατί μας λείπει και θέλουμε να νιώσουμε και πάλι έστω και λίγο, εκείνο το δέος που νιώθαμε όταν βλέπαμε "'Αρχοντα" (ειδικά στους "Δύο Πύργους!).

Πάρτε λοιπόν όποια-ον θεωρείτε καλή παρέα και πηγαίνετε στο πλησιέστερο σινεμά!

Υ.Γ Καλές και οι κοινωνικές αλλά λίγη έως αρκετή καλοστημένη δράση και περιπέτεια τη χρειαζόμαστε...

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

10.000 Χιλιόμετρα Η απόσταση μεταξύ μας (10.000 Km) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Carlos Marques-Marcet
Hθοποιοί:  Natalia Tena, David Verdaguer




To "10.000 Km" είναι η πρώτη και βραβευμένη δουλειά του σκηνοθέτη Carlos Marques-Marcet. Έχει σημειώσει σημαντική επιτυχία και έχει αγαπηθεί σε φεστιβάλ όπως αυτό της Αθήνας, τις "Νύχτες Πρεμιέρας" όπου και έκανε την πρεμιέρα της. 

Υπόθεση: "Βαρκελώνη 2014. Ένα ζευγάρι ζει τον έρωτά του. Μόλις αποφασίζουν να κάνουν το επόμενο βήμα, πρέπει αιφνιδιαστικά να ζήσουν ένα χρόνο χωριστά. Δύο πόλεις: Λος Άντζελες - Βαρκελώνη, και ένας ωκεανός ανάμεσα. Η αγάπη είναι το μοναδικό όπλο της Άλεξ και του Σέρχιο και τα κομπιούτερ τα μόνα τους εργαλεία για να πολεμήσουν τα 10.000 χιλιόμετρα που τους χωρίζουν από το μέλλον που έχουν ονειρευτεί…"

...Νιώθεις να εθίζεσαι. Κάτι σε τραβάει καθώς την παρακολουθείς. Και μάλλον αυτό είναι (εκτός από τον νατουραλισμό των ηθοποιών) η περίπτωση της φωτογραφίας που δίνει μια ζεστή αίσθηση στην ατμόσφαιρα των πλάνων και ταιριάζει απόλυτα με το πάθος των χαρακτήρων αλλά και με το μεσογειακό κλίμα της Βαρκελώνης. 

Ένα μονοπλάνο διάρκειας 20 λεπτών περίπου, έρχεται να μας συστήσει το παθιασμένο ζευγάρι. Τους πρωτοαντικρίζουμε να κάνουν έρωτα το πρωί. Το πάθος και η χημεία μεταξύ τους είναι εμφανή. Η κάμερα συνεχίζει να κινηματογραφεί και μας δείχνει πως περνά το ζευγάρι το πρωινό του. Εξοικειωνόμαστε με το χώρο αλλά και με τους δύο ερωτευμένους χαρακτήρες.



Το ερωτευμένο ζευγάρι υποδύονται οι Natalia Tena και David Verdaguer - είναι οι μοναδικοί ηθοποιοί που υπάρχουν στην ταινία. Είναι ένα ζευγάρι ηθοποιών με εμφανές το ταλέντο τους και που δένουν απίστευτα όμορφα μεταξύ τους. Οι ερμηνείες τους έχουν φυσικό χαρακτήρα με στοιχεία αυτοσχεδιασμού- ο αυτοσχεδιασμός τους είναι ελκυστικός και κάνει ακόμη πιο αληθοφανείς τις ερμηνείες τους. 

Το έργο του σκηνοθέτη συνδυάζεται έτσι ώστε να μοιραστεί μαζί μας μια ιστορία αγάπης και  πως μπορεί και αν μπορεί να επιβιώσει αυτή μέσα από την απόσταση αλλά και στη σύγχρονη εποχή με όλα αυτά τα μέσα 'βοηθείας΄που έχουν δημιουργηθεί (και) για τέτοιες περιπτώσεις. Έτσι σιγά σιγά, μας αφηγείται με αφοπλιστικό ρεαλισμό, μια σχέση αγάπης και έρωτα που ξαφνικά τη βρίσκει η απόσταση και στρέφεται να βάλει ως σωσίβιο διάσωσης τα social media. Αρνείται το χωρισμό και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να κρατηθεί μέσω skype και sms. Παρακολουθούμε πως ο αρχικός ενθουσιασμός του γεμάτο ελπίδες "θα αντέξουμε!", οδηγείται σε συχνές εντάσεις και συγκρούσεις. Δεν το αντέχει αυτό η σχέση. Πράγμα φυσιολογικότατο γιατί τον άλλον που τον αγαπάς και τον έχεις απέναντί σου θες να τον αγγίξεις, να τον νιώσεις, και όχι αντί για αυτό, να ακουμπάς μια παγωμένη άψυχη οθόνη. Ούτε κατά διάνοια, δεν είναι το ίδιο.

Όσον αφορά την κινηματογράφηση, το μεγαλύτερο κομμάτι της καλύπτουν πλάνα που τοποθετούνται μέσα από την κάμερα του λάπτοπ, του προγράμματος του skype. Αυτό είναι ακόμη ένα στοιχείο που την βοηθά να έχει ρεαλιστικό χαρακτήρα. Παράλληλα υπάρχουν καθηλωτικές σκηνές όπου το ζευγάρι βρίσκεται στα όρια υπομονής, βουβές ως προς τα λόγια αλλά με κινήσεις που "φωνάζουν" απελπισμένες. 

Για 100 λεπτά παρακολουθούμε τη σταδιακή κατάρρευση των προσώπων.
Αναζητείται διέξοδος και από πλευρά μυθοπλασίας και από πλευρά πραγματικότητας. Αλήθεια, υπάρχει?


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία  3/5

The Boy and the World κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ale Abreu
Hθοποιοί: Marco Aurelio Campos, Vinicius Garcia, Lu Horta
"Το Αγόρι και ο κόσμος"  έρχεται από τη χώρα της Βραζιλίας, είναι μια πολυβραβευμένη ταινία κινουμένων σχεδίων χωρίς λόγια και δημιουργεί μια ξεχωριστή κατηγορία animation -εντελώς διαφορετική από αυτή που έχουμε συνηθίσει μέχρι τώρα..

Υπόθεση: Η ιστορία ενός Αγοριού, που φεύγει από το χωριό του και πηγαίνει στην πόλη για να συναντήσει τον πατέρα του, ο οποίος αναζητά εργασία ως εσωτερικός μετανάστης. Στο ταξίδι αυτό, το Αγόρι παρατηρεί το αντιφατικό πρόσωπο της σύγχρονης Βραζιλίας, που θα μπορούσε να είναι μια οποιαδήποτε χώρα στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Χρώματα παντού... Aφού αντικρίσουμε ένα αρκετά ιδιαίτερο ως προς την εικονογράφηση του σύμπαν, τότε μαθαίνουμε και ποιος είναι ο ήρωας μας. Ένα μικρό αγοράκι. 

Η σχεδίαση των εικόνων γίνεται με απλοποιημένο τρόπο. Κυριαρχούν οι αυθόρμητες γραμμές σαν αυτές των παιδικών ζωγραφιών και οι φιγούρες λεπτών σωμάτων. Τα φαντασμαγορικά εφέ και τα έντονα χρώματα που "χτυπάνε" στο μάτι, απουσιάζουν.

Παρακολουθούμε πως φαίνεται και πως αντιμετωπίζεται η άσχημη πραγματικότητα μέσα από τα παιδικά μάτια. Είναι συγκινητικός ο τρόπος που κινηματογραφείται ή μάλλον σχεδιάζεται, το ταξίδι μύησης του μικρού. 

Ο κόσμος του μικρού αγοριού-προτού βγει στον "έξω" κόσμο, είναι μια παλέτα από πάμπολλα φωτεινά και ελκυστικά χρώματα, με απαλή υφή σαν αυτά που παράγονται από παστέλ (με μια ιδιαίτερη προτίμηση στο πράσινο των δέντρων) αλλά και ένας πίνακας που απεικονίζει χαρούμενες στιγμές.


Η ταινία κάπου στα μισά αφήνει πίσω της το παραμύθι και υιοθετεί πιο σοβαρό χαρακτήρα. Η σοβαρότητα αυτή κορυφώνεται με μια σειρά πλάνων που είναι τραβηγμένα από τον πραγματικό κόσμο, πλάνα που δείχνουν στην πραγματικότητα να ξεριζώνονται άπειρα δέντρα από τα δάση τους. Το αγόρι όταν βγαίνει στον άγνωστο κόσμο, ζει έναν εφιάλτη. Ένας κόσμος γεμάτος βαβούρα, επικίνδυνες κινήσεις και απειλητικές ματιές. Ένας κόσμος ίδιος με αυτόν που ζούμε  στην πραγματικότητα. Οι πολιτικές και κοινωνικές ανησυχίες του σκηνοθέτη αποτυπώνονται εύστοχα και με ωριμότητα μέσω των περιπετειών του αθώου παιδιού: η παραμόρφωση κοινωνικών προτύπων που οδηγεί σε ασχήμια αλλά και η υπνηλία που σε πιάνει όταν παρακολουθείς το κουτί που λέγεται τηλεόραση. Έμμεσα και άμεσα μηνύματα για το απειλητικό μεγαλείο της παγκοσμιοποίησης αποτελούν σίγουρα στοιχείο της εξέλιξης της ιστορίας.

Κάτι αρνητικό και ίσως το μοναδικό που περνά από το μυαλό είναι πως αφού απουσιάζει η ομιλία, αρκετές εικόνες θα ήταν καλύτερο να ήταν πιο πλούσιες, πιο "δυνατές".

Σίγουρα πάντως θα σας γοητεύει με το πρωτότυπο και απλοποιημένο της σχέδιο και το μοναδικό της soundtrack.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Palo Alto κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Gia Coppola
HΘοποιοί:  Emma Roberts, James Franco, Jack Kilmer, Val Kilmer


Η παρθενική σκηνοθετική δουλειά της 27χρονης Τζία Κόπολα, εγγονής του Φράνσις, με φανερή επιρροή από την ταινία της θείας της, Σοφία Κόπολα, "Αυτόχειρες Παρθένοι", κινηματογραφεί έφηβους στα προνομιούχα προάστια του Λος Άντζελες που βρίσκονται σε μια πορεία κατάθλιψης και αυτοκαταστροφής. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε μια συλλογή διηγημάτων του Τζέιμς Φράνκο (ο οποίος και κρατά έναν δεύτερο ρόλο). 

Υπόθεση: Η ντροπαλή κι ευαίσθητη Έιπριλ, αγνή κι ανυποψίαστη στη μεθυστική της νιότη, σβήνει τη δίψα της για ζωή μέσα από την απαγορευμένη σχέση με τον προπονητή ποδοσφαίρου της ομάδας της. Την ίδια στιγμή ο εσωστρεφής καλλιτέχνης Τέντι, που τρέφει ένα φλογερό αλλά ανομολόγητο πάθος για την Έιπριλ, δοκιμάζει παρέα με τον καλύτερό του φίλο, Φρέντ, τα όρια μιας ζωής που δείχνει έτοιμη να συνθλίψει όποιον την κοιτάξει κατάματα. 

Παρακολουθώντας το "Palo Alto", διακρίνεις εύκολα πως είναι κινηματογραφημένο με μια ιδιαίτερη μορφή, αυτή που φέρνει σε ευρωπαικό χαρακτήρα. Η πλοκή μάλλον δεν ενδιαφέρει και πολύ την νεοφερμένη σκηνοθέτη, καθώς δίνεται περισσότερη σημασία στην ατμόσφαιρα που δένει τα πλάνα. Η ατμόσφαιρα της ταινίας? Νωχελική, ελεύθερου πνεύματος.

Η κάμερα της στέκεται κοντά αλλά διακριτικά απέναντι από τους χαρακτήρες, σαν ένα φιλικό πρόσωπο που θέλει να βοηθήσει. Και πραγματικά, οι χαρακτήρες αυτοί, χρειάζονται βοήθεια από κάποιον ενήλικα. Δεν την ενδιαφέρει να τους κρίνει για τις ακραίες και χαζές συμπεριφορές τους, αλλά να δείξει ότι υπάρχει πόνος και στην εφηβεία. Αλλά δυστυχώς, δεν μας δείχνει κάτι που δεν έχουμε ξαναδεί. Tα parties όπου ο ένας είναι πάνω στον άλλον, όλοι λιωμένοι από το ποτό και το χόρτο, τα ξέρουμε. Επίσης το ότι πολλοί νεαροί δεν λιώνουν και μαστουρώνουν μόνο στα parties, και αυτό το ξέρουμε. Οπότε αυτό το "χέρι βοηθείας" από πλευρά κάμερας δεν αρκεί για να αφήσει ευχαριστημένο τον θεατή. 

Όσον αφορά το σημαντικό κομμάτι του σεναρίου, κάπου μπάζει. Κάνει κοιλιά και επαναλαμβάνει μοτίβα (μαστούρα κτλ). Ε, καταντά αδιάφορο κάποια στιγμή. Υπάρχουν και αρκετοί ανούσιοι και μεγάλης έκτασης διαλόγοι που κάνουν τους χαρακτήρες να φαίνονται ακόμη πιο επιφανειακοί.

Tουλάχιστον οι ερμηνείες είναι αξιόλογες. Η νεαρή Emma Roberts αποτελεί ερμηνευτική εγγύηση πλέον με την νατουραλιστική παρουσία της -αγκαλιάζει το ρόλο της και δεν μας αφήνει με πικρία. Ξεχωρίζει και ο 19χρονος Τζακ Κίλμερ, γιος του Βαλ Κίλμερ, στον ρόλο ενός μονίμως φτιαγμένου νέου, που πασχίζει να καλυτερέψει την καθημερινότητά του και να χειριστεί τα αισθήματά του. Ο Franco από την άλλη, αδιάφορος εντελώς.

Για να τελειώνουμε, έχουμε χιλιοειδωμένα προβληματικά παιδιά αλλά και μια σκηνοθεσία που δεν επικεντρώνεται στα προβλήματα τους, απλά τα αναφέρει.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Σινέ Προτάσεις- Δεκέμβριος 2014

OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:
The Kid (H.Π.Α,1921)
Σκηνοθεσία: Charles Chaplin
Hθοποιοί:  Charles Chaplin, Paulette Goddard, Jack Oakie

                           

Συστηνόμαστε με τον μελλοντικό λατρεμένο super star Σαρλό, σε μια ανθρώπινη και συγκινητική ιστορία οικογενειακής θαλπωρής.Χαμογελάμε, γελάμε, αλλά και δακρύζουμε με την προσπάθεια των 2 κεντρικών προσώπων να παραμείνουν ενωμένοι. 
"Παλιομοδίτικο" φιλμ σε ηλικία και αισθητική αλλά φρέσκο στη θεματολογία του- βλ. κοινωνικά κακώς κείμενα.
http://www.imdb.com/title/tt0012349/?ref_=fn_al_tt_1


CINEFIL
La graine et le mulet (Γαλλία, 2007)
Σκηνοθεσία: Abdellatif Kechiche
Hθοποιοί:  Habib Boufares, Hafsia Herzi, Farida Benkhetache κ.α

Ο εξηντάχρονος Μπεϊζί Σλιμανί, Άραβας μετανάστης, εγκαταλείπει τη δουλειά του στο λιμάνι κι αποφασίζει ν' ανοίξει ένα παραδοσιακό εστιατόριο. Για να εξασφαλίσει την άδεια, διοργανώνει μια βραδιά για τους παράγοντες της πόλης, όπου σερβίρει τη σπεσιαλιτέ του: κους κους με φρέσκο ψάρι.
Ο Kechiche (που μας χάρισε πέρυσι την αξέχαστη "Ζωή της Αντέλ") έχει το ταλέντο του να εισχωρεί με την κάμερά του στη ζωή των χαρακτήρων του, παρακολουθώντας τους με οξυδέρκεια στις μεταξύ τους σχέσεις και αποθεώνοντας τις τόσο γνώριμες, μικρές εκείνες λεπτομέρειες που συνιστούν μια ζωή.
http://www.imdb.com/title/tt0487419/?ref_=fn_al_tt_1



Σινέ-διασκέδαση για όλους (στη συγκεκριμένη περίπτωση για μεγάλους):
Horrible Bosses (Η.Π.Α, 2011)
Σκηνοθεσία: Seth Gordon
Hθοποιοί:  Jason Bateman, Charlie Day, Jason Sudeikis, Jennifer Aniston, Kevin Spacey,Jamie Foxx κ.α  


Τρεις φίλοι αποφασίζουν να προσλάβουν έναν επαγγελματία δολοφόνο για να εξαφανίσει τα απαίσια αφεντικά τους.
Αμερικάνικη μαύρη κωμωδία, γεμάτη "κάφρικο" χιούμορ Με ξεκαρδιστικες ατάκες και ερμηνείες. Το cast περιλαμβάνει μεγάλα ονόματα και stars όπως Kevin Spacey και Jennifer Aniston σε ρόλους 'ξεδιάντρoπους'.
http://www.imdb.com/title/tt1499658/?ref_=fn_al_tt_1


SMALL DIAMONDS
 Βoy A (M.Βρετανία, 2007)
Σκηνοθεσία: John Crowley
Hθοποιοί: Andrew Garfield, Alfie Owen, Katie Lyons, Peter Mullan

"Ένας νεαρός άντρας αποφυλακίζεται ύστερα από αρκετά χρόνια. Με νέα ταυτότητα και σε άγνωστη πόλη, δεν θα αργήσει να προσαρμοστεί στο καινούργιο του περιβάλλον, Το εγκληματικό παρελθόν όμως δεν φαίνεται να τον αφήνει ήσυχο..."
 Ένα κοινωνικό δράμα βραβευμένο με Bafta καλύτερης ερμηνείας για τον πραγματικά εξαιρετικό Andrew Garfield. Αληθινή και συγκινητική ταινία για το πως μπορεί μια λάθος στιγμή, μια λάθος απόφαση να σου καθορίσει και να σου καταστρέψει το μέλλον. 
http://www.imdb.com/title/tt1078188/?ref_=fn_tt_tt_12



Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:
Le magasin des suicides (Γαλλία,2012) 
Σκηνοθεσία: Patrice Leconte
Hθοποιοί:  Bernard Alane, Isabelle Spade, Kacey Mottet Klein 

Φανταστείτε μια μικρή επιχείρηση που εδώ και δέκα γενιές πουλάει ό,τι χρειάζεστε για να… αυτοκτονήσετε. Καλώς ήρθατε στο Μαγαζάκι των Αυτοκτονιών με σλόγκαν: «Αποτύχατε στη ζωή σας; Mε εμάς θα έχετε έναν πετυχημένο θάνατο!»
...H χαρά της ζωής! 
Με τυμπαρτονική αίσθηση του χιούμορ-καθόλου παράξενο μιας και δηλώνει φαν του, ο σκηνοθέτης Patrice Leconte, και παρά τη θεματική του που εκφράζεται κυρίως μέσω του μεγάλου και όντως κουραστικού αριθμού των τραγουδιών, καταφέρνει να μας αφήσει με μια αισιόδοξη και τρυφερή αίσθηση. 
http://www.imdb.com/title/tt1655413/?ref_=fn_al_tt_1


Kαλή Προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Foxcatcher Κριτική

Σκηνοθεσία : Bennett Miller
Ηθοποιοί : Steve Carell, Channing Tatum, Mark Ruffalo, Vanessa Redgrave

Υπόθεση : Tα αδέρφια  Mark(Channing Tatum) και David Schultz (Mark Ruffalo)  που είναι πρωταθλητές στην Ελληνορωμαϊκή πάλη ενώνουν τις δυνάμεις τους με την ομάδα Foxcatcher υπό την ηγεσία και χρηματοδότηση του πολυεκατομμυριούχου John Du Pont (Steve Carell) και προετοιμάζονται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Σεούλ το 1988. Η κατάληξη όμως αυτής της συνεργασίας φέρει απροσδόκητα αποτελέσματα.

Το Foxcatcher του Bennett Miller (γνωστός για το "Moneyball" και "Capote") έχει επάξια αποσπάσει το βραβείο σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ των Καννών του 2014.

Καθώς αρχίζει η ταινία σε μαύρο φόντο πέφτουν τίτλοι που μας πληροφορούν/προειδοποιούν ότι η ιστορία που θα παρακολουθήσουμε βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. 
Άμα κάποιος  δεν ξέρει την πραγματική ιστορία και  πάει να δει την ταινία ,αρχικά θα του δημιουργηθεί η εντύπωση ότι απλώς βλέπει μια ταινία για την πρoετοιμασία και τους αγώνες ενός αθλητή που έχει ψηλά τον πήχη και αθλείται σε επίπεδο πρωταθλητισμού στην πάλη.
Το πραγματικά ιδιαίτερο στοιχείο που έχει η οπτική του σκηνοθέτη είναι η συγκρατημένη, φαινομενικά ήρεμη ματιά που έχει πάνω στην ιστορία. Δεν είναι ούτε πολύ δραματική η προσέγγιση ούτε και αδιάφορη, καταφέρνει να εξισορρωπίσει λοιπόν τις εντάσεις σε τέτοιο βαθμό που η κλιμάκωση που έχει το σενάριο μας φέρνει ακριβώς εκεί που θέλει.

Το σενάριο είναι αρχικά κάπως αργό, αλλά όσο κυλάει η ταινία και ακόμη μετά την προβολή καταλαβαίνουμε το γιατί.
Το θέμα που φαίνεται να πραγματεύεται είναι η πάλη και πιο συγκεκριμένα ο πρωταθλητισμός. Αλλά υπάρχουν πιο βαθιά νοήματα που αριστοτεχνικά σιγά σιγά μας παρουσιάζονται. Τρεις χαρακτήρες που φτιάχνουν ουσιαστικά την ιστορία. Ο Mark Schultz (Channing Tatum)  είναι το νεαρό αγόρι που μεγάλωσε χωρίς πατρικό πρότυπο, πάντα υπό την σκιά του μεγαλύτερου αδελφού του, και προσπαθεί απεγνωσμένα να κάνει κάτι μόνος του ,να διακριθεί. Ένας ευαίσθητος "γίγαντας" ευκολόπιστος που παρασύρεται από τις υποσχέσεις ενός αγνώστου πατριώτη που λατρεύει την πάλη. Ο νεαρός Channing Tatum κάνει στροφή στην καριέρα του μ' αυτόν τον πολύ δυνατό ρόλο τον οποίο ενσαρκώνει θεαματικά.

Ο Dave Schultz (Mark Ruffalo)  είναι ο πιο αγαπητός χαρακτήρας, οικογενειάρχης, χαρούμενος σύζυγος, βράχος δίπλα στον μικρό αδελφό του και εξαίρετος πυγμάχος-προπονητής. Ίσως είναι υπερβολικά τέλεια η ζωή του στα μάτια κάποιων κι αυτό μπορεί να του κοστίσει. Η απεικόνιση του χαρακτήρα αυτού γίνεται με περίσσιο ζήλο από τον Mark Ruffalo  και πραγματικά δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να μας κερδίσει.

Ο πολυεκατομμυριούχος John E. Du Pont (Steve Carell)  είναι ο ορισμός του χαρακτήρα που έχει πιο σκοτεινούς σκοπούς απ' ότι βλέπει το μάτι του θεατή αρχικά. Τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία κι αυτό είναι το θέμα. Ο κύριος Du Pont  πιστεύει πως πρέπει να μπορούν να του χαρίσουν δόξα, φήμη και την αγάπη της ηλικιωμένης μητέρας του που ποτέ δεν έλαβε. Ένας χαρακτήρας με παιδικά τραύματα που αποκαλύπτονται και ξετυλίγονται σαν κουβάρι. Δεν ξες πως να νιώσεις απέναντι του, σε θυμώνουν οι πράξεις αυτού του χαρακτήρα αλλά τελικά μάλλον τον λυπάσαι. Ο Steve Carell  με πρόσθετη μύτη εδώ δεν είναι μοναχά εξωτερικά διαφορετικός απ' ότι τον έχουμε συνηθίσει αλλά δίνει ίσως την πιο αξιόλογη ερμηνεία του μέχρι στιγμής.

Η πλοκή κινείται αρκετά αργά και κάπου στην μέση σαν να κουράζει. Όμως κάτι ανατροπές έρχονται σαν ξεγυρισμένες σφαλιάρες να σε επαναφέρουν στον κόσμο της ταινίας και να σε σοκάρουν. Σοκάρεσαι τόσο που όταν βγαίνεις από την αίθουσα δεν λες πως σου άρεσε η ταινία, δεν ξες κι αν την μίσησες. Είναι από τις ταινίες που πρέπει λίγο να "κάτσουν" πάνω σου για να τις καταλάβεις καλά , αποτελούν μια κινηματογραφική εμπειρία.
Η μελαγχολική ατμόσφαιρα στην φωτογραφία, το αμερικανικό όνειρο gone wrong , όλα είναι βγαλμένα από την ζωή κι ακριβώς αυτό το αίσθημα σου προκαλεί η ταινία. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πέτυχε τον σκοπό της.
Ερμηνείες μεγάλων προδιαγραφών που έχουν την δυνατότητα να αλλάξουν την καριέρα των τριών ηθοποιών, εκλεπτυσμένη  σκηνοθεσία και ένα aftermath που θα δημιουργήσει προβληματισμούς. Σίγουρα αξίζει να την παρακολουθήσετε γιατί αναμένεται να συζητηθεί πολύ.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία :3,5/5

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Foxcatcher κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:  Bennett Miller
Hθοποιοί:  Steve Carell, Channing Tatum, Mark Ruffalo


Yπόθεση: "Ο Ντειβ Σουλτς έχοντας κερδίσει –μαζί με τον αδελφό του Μαρκ- τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1984 στη ελληνορωμαϊκή πάλη, προετοιμάζεται ήδη για τους επόμενους. Στη ζωή του μπαίνει ξαφνικά ένας εκκεντρικός δισεκατομμυριούχος, ο Τζον Ντι Ποντ ο οποίος θα του προσφέρει στέγη και εγκαταστάσεις για την προπόνησή του. Πίσω όμως από αυτή την χειρονομία κρύβεται μια καταπιεσμένη προσωπικότητα που θέλει να δημιουργήσει το δικό του trophy room όπως έκανε και η γηραιά μητέρα με την εκτροφή αλόγων και τους αγώνες. Η σχέση των δύο αντρών θα κλονιστεί μέσα από την καταπίεση του ενός και τις τραυματικές εμπειρίες του άλλου." 

...Έρχεται το Foxcatcher να μας αποδείξει και να υπενθυμίσει πως υπάρχει και το εναλλακτικό Hollywood- και πολύ χαιρόμαστε για αυτό.
Το Foxcatcher αποτελεί ταινία βασισμένη σε μια συγκλονιστική αληθινή ιστορία και σκηνοθετημένη με "κομμένη την ανάσα" από τον  Bennett Miller ( "Μοneyball", "Capote"- και τα 2 έχουν περάσει από τα Όσκαρ).
Τι το κάνει να ξεχωρίζει λοιπόν? Εκτός από τις υπεράνθρωπες ερμηνείες των 3 πρωταγωνιστών και από το ότι η σκηνοθεσία μας γνωστοποιεί  πειστικότατα αυτή την ιστορία, θίγονται από την τελευταία κυρίως, οι έννοιες της (χαμένης) αξιοπρέπειας, της απώλειας της οικογενειακής θαλπωρής και η αρρώστια του χρήματος που τα εξαγοράζει όλα.

Η κάμερα του Bennett Miller παρακολουθεί από κοντά αλλά και με στοργή την κατάσταση των ηρώων, δίχως όμως να τους κατακρίνει που έχουν καταντήσει έρμαια της δόξας και ότι συνεπάγεται με αυτό.Αυτό το αφήνει στους θεατές. Κρίνει όμως έμμεσα την κατάχρηση της εξουσίας του χρήματος, τη νοσηρότητα της εξαγοράς της συνείδησης που φτάνει σε σημείο να πνίξει τους ήρωες. Από αυτήν την κριτική δεν ξεφεύγει ούτε η αντιπαθητική (για εμάς τους θεατές) μητέρα της πάμπλουτης οικογένειας Ντι Ποντ, που είναι η προσωποποίηση της "ανύπαρκτης" και άκαρδης μάνας.

Παράλληλα, η σκηνοθεσία "παίζει" δεξιοτεχνικά με την περίεργη σχέση των 2 αντρών, αυτή του Τζον Ντι Ποντ και του Μαρκ, καθώς τη μια φαίνεται να είναι μια σχέση στοργής και προστασίας: πατέρας- γιος, την άλλη σχέση εκμετάλλευσης: εξουσία/χρήμα- αφοσίωση/κατοικίδιο, και αυτό είναι που ελκύει ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του θεατή.

Με αυτό τον τρόπο κινηματογράφησης της ιστορίας -όλα τα άπλυτα στη φόρα, η σκηνοθεσία κατέχει σίγουρα αυτή τη δίχως σάλτσες αληθοφάνεια που χρειαζόμαστε όταν παρακολουθούμε μια ταινία "based on a true story".

Φυσικά η ταινία δεν θα έφτανε στα ύψη αν δεν είχε τους 3 αυτούς πρωταγωνιστές, που στην κυριολεξία έχουν μεταμορφωθεί. Πρώτος και μάλλον πιο συγκλονιστικός έρχεται ο Steve Carell (ναι ο γνωστός κωμικός) που με μια πρόσθετη μύτη και παγωμένο βλέμμα μεταμορφώνεται στον ψυχωτικό και μυστήριο ως μορφή Τζον Ντι Ποντ. Με τη βοήθεια του χρόνου που του χαρίζει απλόχερα η σκηνοθεσία (όπως και στους υπόλοιπους χαρακτήρες) πετάει την κάθε ατάκα σαν μαχαίρι που καρφώνεται στον τοίχο. Πετάει ένα σιγανό και παγερό "good" (συχνή ατάκα του) και είναι λες και λέει "Fuck you!"- και νιώθουμε πως αυτό ακριβώς θέλει να ξεστομίσει καθώς γνωρίζουμε σιγα σιγά τον χαρακτήρα του Ντι Ποντ.
Η ερμηνεία του θα περάσει σίγουρα στις κλασικές και θα τον οδηγήσει προς τα βραβεία της Ακαδημίας.

Δίπλα του δύο εξίσου αλλαγμένοι Channing Tatum και Mark Ruffalo. Ειδικά ο πρώτος που μας έχει συνηθίσει σε ταινίες τύπου "Step Up" και "21 jump" έρχεται να μας πει μέσω Μαρκ Σουλτς "Κοιτάξτε! Ξέρω να παίζω!", δίνοντας μια αληθινή και εσωστρεφής ερμηνεία. Τον Ruffalo από την άλλη τον ξέρουμε σαν έναν από τους πιο καταξιωμένους της γενιάς του, αλλά αυτό δεν φαίνεται να τον καθησυχάζει αφού παρουσιάζεται με καμπούρα και γίνεται ένα με τον ρόλο του.

To Foxcatcher σε καθηλώνει. Είναι ένα καθαρόαιμο δράμα χαρακτήρων με κοινωνικές ανησυχίες που δεν πρόκειται να περάσει απαρατήρητο από κανενός τα μάτια.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5 

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

White God (Feher Isten) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Kornel Mundruczo
Ηθοποιοί: Zsofia Psotta, Sandor Zsoter, Lili Horvath

Μια ψυχή φυλακισμένη σε ένα κλουβί που αδημονεί να ξεφύγει. Αυτό ίσως είναι ο "Λευκός Θεός". Ή τουλάχιστον αυτό μου έβγαλε εμένα.



Υπόθεση: "Η 13χρονη Λίλι αποχωρίζεται από τον αγαπημένο σκύλο της Χάγκεν, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει σε μια εχθρική Βουδαπέστη. Απελπισμένη, εκείνη τον αναζητά παντού για να τον σώσει."

Ένα κοριτσάκι με μπλε ανοιχτό φούτερ, τρέχει με το ποδήλατό της στους άδειους και μεγάλους δρόμους στην πόλη της Βουδαπέστης. Εκκωφαντική  ερημιά παντού. Το κοριτσάκι φαίνεται ανήσυχο. Ξάφνου, μια αγέλη σκύλων εμφανίζονται από το πουθενά και μανιασμένα τρέχουν προς την κατεύθυνσή της...
Αυτή είναι η εναρκτήρια σκηνή. Τόσο μα τόσο εκθαμβωτική  και μυστήρια που τα λόγια περισσεύουν. Σε τρελαίνει (όπως και ολόκληρη η ταινία) και αδημονείς για τη συνέχεια...

 Ο "Λευκός Θεός" είναι χωρισμένος σε δύο τμήματα. Καθώς κυλά η -το λιγότερο ενδιαφέρουσα, πλοκή, ο χαρακτήρας της ταινίας θυμίζει συγκινητική και γλυκιά ιστορία ενός κοριτσιού που κάνει τα πάντα προσπαθώντας να ξανασμίξει με τον πολυαγαπημένο της σκύλο, αλλά και το αντίστροφο. Έλα όμως που από ένα σημείο και μετά η ταινία μεταμορφώνεται και θυμίζει καλοστημένο θρίλερ καταδίωξης (σαν αυτά τα αμερικάνικα). Ο Mundruczo εναλλάσσει με κοφτό τρόπο κοντινά και μακρινά πλάνα, όπου σε πολλά από αυτά (στα κοντινά κυρίως) περιλαμβάνονται μόνο πόδια σκύλων και φαντάζουν τόσο απειλητικά όπως η παρουσία εκείνου του σχιζοφρενή δολοφόνου που κρατούσε ένα πριόνι!  Έχουμε λοιπόν 2 σε 1. Καθόλου άσχημο αυτό!

Πρωταγωνιστές εδώ, είναι σίγουρα τα σκυλιά. Είναι αξιοπερίεργο το γεγονός πως ο πρωταγωνιστής Χάγκεν, λειτουργεί σαν ανθρώπινος χαρακτήρας. Σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει άλλα σκυλιά που'χουμε δει στη μεγάλη οθόνη. Είναι ένας πολύ καλά δομημένος χαρακτήρας. Με τη βοήθεια της σκηνοθεσίας, ο χαρακτήρας αυτός, έρχεται και δένει άρτια δίπλα σε αυτόν του κοριτσιού, καθώς επικρατεί μια μαγευτική αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Η μικρή ηθοποιός Zsofia Psotta που υποδύεται το επαναστατικό και γενναίο κοριτσάκι, δίνει μια αξεπέραστη ερμηνεία. Το ίδιο και ο ...σκύλος δίπλα της! Εδώ να προσθέσω πως στα γυρίσματα υπήρχαν 2 σκυλιά που έπαιξαν τον Χάγκεν.



Παράλληλα στην ταινία δεν υπάρχουν μονάχα οι χαρακτήρες του σεναρίου, αλλά και αυτός της μουσικής. Η μουσική εδώ έχει το δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα που συνοδεύει ενωτικά και δυναμικά τα πλάνα αλλά και λυτρωτικά, τόσο για τους χαρακτήρες του σεναρίου όσο και για εμάς τους θεατές.

Επίκαιρο το θέμα της όσο ποτέ, δεν χωράει αμφιβολία ως προς τον αλληγορικό χαρακτήρα και νόημα της ταινίας- αλλά και αλληγορικό να μην ήταν, γνωρίζουμε πόσο απάνθρωπα συμπεριφέρονται πολλοί συνάνθρωποι μας στα ζώα γενικότερα- και στην περίπτωση μας, στους σκύλους ειδικότερα. 

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια ταινιάρα αντιρατσιστικού μηνύματος, κατά των "γκέτο" που υπάρχουν διάσπαρτα στην κοινωνία μας, δομημένη πανέξυπνα, που σε κάνει να τη λατρέψεις.

Υ.Γ. Οι σκηνές όπου υπήρχαν όλα αυτά τα σκυλιά, δεν γυρίστηκαν με ειδικά εφέ, αλλά με αληθινά, 250 στο σύνολο, τετράποδα!
Υ.Γ 2. Αν "ξεφύγει" η φαντασία κάποιου τότε πολύ πιθανόν να του έρθουν στο μυαλό "Τα Πουλιά" του Hitchcock.

Παρασκευή Γιουβανάκη 
Βαθμολογία: 4/5