Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

The Way He Looks κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Daniel Ribeiro
Hθοποιοί: Ghilherme Lobo, Fabio Audi, Tess Amorim

H πρώτη σκηνοθετική δουλειά του Daniel Ribeiro μας συγκινεί και μας αγγίζει. Απευθύνεται σε όλους και σε όλες, παρουσιάζει το "διαφορετικό" που πολλοί θέλουν να λένε, "μετατρέποντας" το σε κανονικό (δηλαδή αυτό ακριβώς που είναι).
Το τρυφερό αυτό δράμα ενηλικίωσης, τιμήθηκε εκτός των άλλων και με το βραβείο κοινού στο 20ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, τις "Νύχτες Πρεμιέρας".

Ο Λεονάρντο είναι ένας τυφλός έφηβος που έχει απηυδήσει με την υπερπροστατευτική μητέρα του και τους νταήδες του σχολείου. Αναζητώντας την ανεξαρτησία του, αποφασίζει να σπουδάσει στο εξωτερικό, προς απογοήτευση της καλύτερής του φίλης, Τζιοβάνα. Όταν για τις ανάγκες μιας σχολικής εργασίας γνωρίζεται καλύτερα με τον Γκάμπριελ, το καινούργιο παιδί της πόλης, νέα συναισθήματα ανθίζουν και τον κάνουν να αναθεωρήσει τα σχέδιά του. Εντωμεταξύ, η Τζιοβάνα αρχίζει να ζηλεύει αυτή τη νέα φιλία και σύντομα εντάσεις ξεσπούν μεταξύ εκείνης και του Λεονάρντο.

O σκηνοθέτης-σεναριογράφος της "Πρώτης ματιάς" Daniel Ribeiro, χρησιμοποιεί το εύρημα της τύφλωσης όχι για να μας κάνει να λυπηθούμε τον  Λεονάρντο, αλλά για να μας αφυπνίσει. 
Στη θέση των χαρακτήρων θα μπορούσε να βρίσκεται ο καθένας από εμάς γιατί όλοι έχουμε περάσει ή θα περάσουμε από το ηλικιακό στάδιο της εφηβείας. Τρεις απλοί, καθημερινοί έφηβοι λοιπόν, οι κεντρικοί χαρακτήρες του σεναρίου.  Η απλή-ρεαλιστική καθημερινότητα που δίνεται στους χαρακτήρες (σχολείο, σπίτι-καβγάδες με υπερπροστατευτικούς γονείς, βόλτες, σχολική εκδρομή), τους φέρνει παράλληλα πιο κοντά με τους θεατές με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια σχέση εμπιστοσύνης. Δύσκολο να σκεφτούμε για την πλοκή "Καλά, μας κοροιδεύει?", όπως τυχαίνει π.χ σε ορισμένες ρομαντικές ταινίες που ότι και να συμβεί, όλα θα οδηγηθούν απλά και ωραία στο happy end.


Η κινηματογράφηση ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα της ταινίας. Ειδικά το κομμάτι της φωτογραφίας δεν ξεφεύγει από την γλυκιά, μελαγχολική και ρομαντική ατμόσφαιρα της ιστορίας αλλά την ενισχύει. Πρωταγωνιστούν απαλοί ήχοι στο soundtrack με επιλεγμένα κομμάτια από Belle and Sebastian και  The National (εντάξει όταν βλέπεις τέτοια μουσικά ονόματα ξέρεις ακριβώς με τι έχεις να κάνεις).

Κλείνοντας, είναι από τις ταινίες που σε γεμίζουν με αισιοδοξία και σε αφήνουν με μια γλυκύτατη γεύση.

Υ.Γ. Ίσως και η καλύτερη LGBT ταινία για την κινηματογραφική χρονιά του 2015.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

Τετάρτη 04:45 κριτική ταινίας


Σκηνοθεσία: Αλέξης Αλεξίου 
Hθοποιοί: Στέλιος Μάινας, Δημήτρης Τζουμάκης, Αδάμ Μπουσδούκο, Γιώργος Συμεωνίδης, Mimi Branescu, Μαρία Ναυπλιώτου

Μετά το εντυπωσιακό ντεμπούτο του με την «Ιστορία 52» ο Αλέξης Αλεξίου επιστρέφει με ένα ατμοσφαιρικό και αγωνιώδες θρίλερ, μία ιστορία εκδίκησης με στοιχεία αυτοσαρκαστικού, μαύρου χιούμορ και αριστοτεχνικά σκιαγραφημένους χαρακτήρες.
Αθήνα, Χειμώνας 2010. Ο Στέλιος Δημητρακόπουλος έχει 32 ώρες πριν χάσει τα πάντα. Από το τζαζ μπαρ που με πολύ κόπο διατηρεί σε λειτουργία εδώ και χρόνια, μέχρι την ίδια του την οικογένεια. Ο Ρουμάνος γκάνγκστερ που του έχει δανείσει χρήματα, απαιτεί να εξοφληθεί το χρέος τώρα. Ο μεσολαβητής και πρώην φίλος του Στέλιου, τον υποχρεώνει σε διάφορα παράνομα θελήματα. Η σύζυγος σκέφτεται σοβαρά να τον εγκαταλείψει και ένας ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες, σηκώνει επιτέλους το ανάστημα του. Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν, ο χρόνος τρέχει, και το έλατο στο σπίτι του Στέλιου πρέπει να στολιστεί.

O φωτισμός neon δίνει μια ιδιαίτερη λάμψη στο χώρο και τραβά αμέσως το μάτι του θεατή. Έτσι ακριβώς και το πολυαναμενόμενο "Τετάρτη 04:45" του Αλέξη Αλεξίου, που διόλου τυχαία  είναι όλο φωτισμένο ή μάλλον βυθισμένο, μέσα σε neon φωτισμούς και σε αποπνιχτική νυχτερινή ατμόσφαιρα. Κάπου εκεί μέσα χάνεται και μια βροχερή και συνάμα απειλητική Αθήνα του σήμερα.
Το κεντρικό πρόσωπο της σεναριακής ιστορίας, τον φαινομενικά loser αλλά γενναίο Στέλιο, υποδύεται ένας από τους πιο καταξιωμένους Έλληνες ηθοποιούς, ο Στέλιος Μάινας. Σεναριακός χαρακτήρας και ηθοποιούς μοιράζονται το ίδιο όνομα. Ο Στέλιος Μάινας δείχνει να έχει μπει για τα καλά στο πετσί του ρόλου, είναι σοβαρός και μετρημένος, γεμάτος εσωτερική ένταση όπως ακριβώς και ο χαρακτήρας της "Τετάρτης". 

Για τους Έλληνες θεατές και τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα, μια τέτοια ταινία, στιλιστικά απίστευτη που ακολουθεί ένα πιο μοντέρνο ύφος αφήγησης από το κλασικό του είδους νουάρ (για αυτό και πολλοί το χαρακτήρισαν "μοντέρνο νεο-νουάρ"), εκτός από ενδεχόμενη έκπληξη που θα προκαλέσει, αποτελεί και έναν πολύ καλό οιωνό.

Ακόμη μια ελληνική παραγωγή που μας κάνει περήφανους!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Tangerines/Mandariinid κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Zaza Urushadze
Ηθοποιοί: Lembit Ulfsak, Giorgi Nakashidze, Elmo Nuganen, Elmo Nuganen, Raivo Trass

Το «Tangerines» είναι μια καθαρά αντιπολεμική ταινία, επίκαιρη όσο ποτέ, που έφερε μάλιστα για πρώτη φορά την Εσθονία υποψήφια για Όσκαρ στην κατηγορία καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. 
Φθινόπωρο, δεκαετία του 1990. Σε ένα χωριό της Εσθονίας στην Αμπχαζία. Ο πόλεμος της Αμπχαζίας στη Γεωργία έχει ξεσπάσει. Δύο χωρικοί, ένας γέρος ο Ivo και ο γείτονάς του ο Markus είναι οι μόνοι που δεν έφυγαν.Ο Markus θέλει να μαζέψει τα μανταρίνια απο την φυτεία του, αν και ο Ivo είναι αντίθετος στο να το κάνουν στη διάρκεια του πολέμου. Καθώς ο πόλεμος ξεσπάει μπροστά στα μάτια τους,ο Ivo βρίσκει έναν επιζώντα πληγωμένο Καυκάσιο τον Akhmed στο πεδίο της μάχης. Παρά τον κίνδυνο ο Ivo τον παίρνει στο σπίτι του. Όταν ο Markus πάει να θάψει τους νεκρούς Γεωργιανούς, βρίσκει ακόμα έναν επιζώντα. Οι δύο εχθροί πρέπει τώρα να επιλύσουν το δικό τους πόλεμο κάτω από τη στέγη τους με εχθρούς και από τις δύο πλευρές.

Τι πιο όμορφο για ένα φιλμικό κέιμενο να σου περνάει ακριβώς αυτό που θέλει, με λιτότητα και απλότητα, χωρίς σάλτσες και αχρείαστες ωραιοποιήσεις; Στην προκειμένη περίπτωση, έχουμε προβληματισμό για την απανθρωπιά που απαιτούν και δημιουργούν οι πολεμικές συνθήκες και συγκίνηση του να βλέπεις πως κάπου-κάποιος αντιστέκεται μπροστά στην αισχρότητα του πολέμου. Μάλλον σκέφτεστε "Αυτό το έχουμε δει πολλάκις στη μεγάλη οθόνη". Και όντως ισχύει. Αλλά τα "Μανταρίνια", καταφέρνουν να σε μαγνητίσουν με την απλότητά τους, που ξεχνάς την ίσως μη πρωτότυπη ιστορία τους, και τα παρακολουθείς με αμείωτο ενδιαφέρον.

Η κάμερα και το σενάριο του Zaza Urushadze, μαζί με τους πρωταγωνιστές του (που δίνουν εξαιρετικές και ουμανιστικότατες ερμηνείες), είναι τοποθετημένοι σε μέρη μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού: το σπίτι του γέρου-σοφού Ivo, που είναι μικρό σε χωρητικότητα αλλά τεράστιο σε φιλοξενία και ανθρωπιά και έχει τους δικούς του κανόνες, τα λασπωμένα από την ασταμάτητη βροχή δρομάκια γύρω από το σπίτι, τα χωράφια με τις "πρωταγωνιστικές" μανταρινιές. Kαι καναδυό ακόμη τοποθεσίες. Αυτό είναι  όλο και όλο το στήσιμο της ταινίας. Μέσα σε αυτή την "φτωχογειτονιά" όμως, υπάρχουν πλούσιες ερμηνείες, καλοστημένοι χαρακτήρες και ένα σενάριο που παρά τα ελάχιστα κλισέ που εμφανίζει, κερδίζει σε αληθοφάνεια και αγωνία.

Δεν σε απασχολούν οι "αντιαισθητικές" λασπωμένες γαλότσες και η συνεχώς γκρίζα ατμόσφαιρα, γιατί βλέπεις αυτό τον τόσο καλοσυνάτο παππού να φροντίζει τους δύο παντελώς ξένους άντρες λες και είναι οι γιοι του, τη στιγμή που πολύ πιθανόν να βάζει σε κίνδυνο την ίδια του ζωή.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Ex Machina κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Alex Garland
Hθοποιοί: Domhnall Gleeson, Oscar Isaac, Alicia Vikander

Φουτουριστικό φιλμ, γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον σεναριογράφο του "28 Days Later". Πρόκειται για ένα ψυχολογικό sci-fi θρίλερ που χρησιμοποιεί τους χαρακτήρες για τη διερεύνηση θεμελιωδών ανθρώπινων και ψυχολογικών θεμάτων.

O 24χρονος Κάλεμπ επιλέγεται να συμμετέχει σ' ένα πείραμα το οποίο τον φέρνει σε ένα απομακρυσμένο οίκημα στα βουνά, όπου ο Νέιθαν, ένας προγραμματιστής τεχνητής νοημοσύνης, τον περιμένει. Το Πείραμα θα θεωρηθεί επιτυχές, αν ο άνθρωπος δεν ξέρει πως αλληλεπιδρά με ένα κομπιούτερ, κι επομένως θεωρήσει πως είναι άνθρωπος. Το Πείραμα, είναι ύπουλα απλό και εκτελείται με τρόπο που ο άνθρωπος που συμμετέχει δεν ξέρει αν οι απαντήσεις προέρχονται ή όχι από υπολογιστή. Αν, δηλαδή, ο υπολογιστής όντως σκέφτεται ή προσποιείται πως σκέφτεται. Αμέσως ζητείται στον Κάλεμπ να δια δράσει με ένα γυναικείο ρομπότ που είναι η τελειότερη μορφή τεχνητής νοημοσύνης, έτσι ώστε να καταγραφούν οι ανθρώπινες αντιδράσεις του. 

Η κάμερα του Alex Garland είναι πέρα για πέρα δεξιοτεχνική. Βρίσκεσαι σε συνεχή αγωνία για το τι θα ακολουθήσει στο επόμενο πλάνο. Πλάνα που φέρνουν στον νου τον καταραμένο διάδρομο της "Λάμψης", καραδοκούν και εμφανίζονται τις πιο κατάλληλες στιγμές ώστε να κορυφωθεί το σασπενς. Εικονοληψία που παίζει με βλέμματα και χειρονομίες. Η επιλογή της σύνδεσης των πλάνων έγινε με καθαρή προσοχή, γεγονός που φανερώνεται  από τα προσεγμένα ρακόρ. Πλάνα με απίστευτα κάδρα που δημιουργούν ηλεκτρισμένη, μοναδική ατμόσφαιρα και τοποθετούν τους χαρακτήρες σε θέση άμυνας αλλά και επίθεσης. 

Χαρακτήρες και ηθοποιοί άκρως ενδιαφέροντες. Πρώτη και καλύτερη η Alicia Vikander, που γίνεται στην κυριολεξία ρομπότ (χάρις τα εκπληκτικά ειδικά εφέ!) με τις κινήσεις της, τον ρυθμό της και το σαγηνευτικό βλέμμα της, καθώς σκοπός της είναι να κάνει το ρομπότ αντικείμενο ερωτικής επιθυμίας.Και το καταφέρνει. Δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις τη μηχανή από τον άνθρωπο. Στη συνέχεια έρχεται ο Νέιθαν, που ενσαρκώνεται πιστηκότατα από τον Oscar Isaac, ένας πανέξυπνος αλλά και παρανοικός τύπος που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν τα έργα του τα πραγματοποίησε για το καλό της επιστήμης ή για το καλό του φετιχισμού του. Και κάπου εδώ εμφανίζεται το κοινωνικό θέμα του ρόλου της γυναίκας και της μάχης των δύο φύλων στην ταινία. Γυναικείες παρουσίες σαγηνευτικές και παράλληλα απειλητικές.

Κλειστοφοβικό θρίλερ που δεν διστάζει να παίξει παιχνίδια μυαλού και αντοχής, όχι μόνο με τους ήρωες του αλλά και με τον θεατή.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Pasolini κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Abel Ferrara
Hθοποιοί: Willem Dafoe, Maria de Medeiros, Riccardo Scamarcio

Μια ματιά στις τελευταίες μέρες του μεγάλου σκηνοθέτη Pier Paolo Pasolini, τον Νοέμβριο του 1975. Ο Abel Ferrara («Bad Lieutenant», «Welcome to New York» ) σκηνοθετεί τον συχνό του συνεργάτη, Willem Dafoe και μας υπόσχεται μία ασυνήθιστη βιογραφία που αγγίζει τα όρια ενός ονείρου, που συνδυάζει ευφάνταστα την πραγματικότητα με την φαντασία μέσα στην τελευταία μέρα ζωής του σπουδαίου ποιητή, κινηματογραφιστή, συγγραφέα. Ο ξαφνικός του θάνατος, σε ηλικία μόλις 53 χρόνων, προκάλεσε αμήν τι άλλο σύγχυση. Ο Pasolini είναι το σύμβολο μιας τέχνης, η οποία μάχεται εναντίον της εξουσίας. Τα γραπτά του είναι σκανδαλώδη, οι ταινίες του λογοκρίνονται, πολλοί άνθρωποι τον αγαπούν και πολλοί τον μισούν. 

Ένας καλλιτέχνης που προκάλεσε τον κόσμο γύρω του με την πολιτική του δράση και με την ερωτική του ζωή. Δυστυχώς, το σενάριο επικεντρώνεται  και ξετυλίγεται γύρω από το ερωτικό κομμάτι της ζωής του αμφιλεγόμενου κινηματογραφιστή, τη στιγμή που ο Dafoe-Pazolini δηλώνει σε συνέντευξή του πως "τώρα, περισσότερο από ποτέ, η δράση και η τέχνη του είναι πολιτική". Κάτι που στην ουσία φαίνεται να παραγκωνίζεται ενώ συνεχίζει να κυλά η ταινία  και η πολυτάραχη ζωή του. Απορίας άξιο το να παραγκωνίζεται μια τόσο σημαντική πλευρά τη στιγμή που έχει σημαδέψει τη ζωή του. Επίσης αξιοπερίεργη είναι η συνεχής εναλλαγή από την Αγγλική γλώσσα στην Ιταλική γλώσσα. Εκτός από το ότι δεν έχει λογική βάση, χάνει και σε πειστικότητα καθώς υποτίθεται πως αναπαριστά πραγματικές καταστάσεις.

Ο Willem Dafoe, είναι αναμφισβήτητα ο Pier Paolo Pasolini. Ντυμένος με τα ρούχα του και  κυκλοφορώντας σε ένα τέλεια σκηνογραφημένο περιβάλλον, σε ανατριχιάζει με την ήρεμη και αριστοτεχνική παρουσία του.

Αν και θα θέλαμε να δούμε και να μάθουμε πολλά περισσότερα μέσα από αυτό το φιλμικό κείμενο, έστω και για 86 λεπτά, μεταφερόμαστε στο τότε του Ιταλού καλλιτέχνη και νιώθουμε να τον έχουμε δίπλα μας χάρις τα αμέτρητα κοντινά πλάνα του Abel Ferrara.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Clouds of Sils Maria κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Olivier Assayas
Ηθοποιοί: Juliette Binoche, Kristen Stewart, Chloe Grace Moretz, Brady Corbet

Με φόντο το θεσπέσιο τοπίο της ομότιτλης περιοχής και των βουνοκορφών των Άλπεων, o Olivier Assayas ("Something In The Air", "Carlos"),  τοποθετεί τρεις ολότελα διαφορετικές γυναίκες, σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία.
Οι "κανόνες" αυτού του παιχνιδιού, αφορούν το τίμημα της διασημότητας, τη μάχη με το παρελθόν, την εμπορευματοποίηση του κόσμου του θεάματος και την αιώνια «σύγκρουση» ανάμεσα στο μαζικό ποπ θέαμα και την υψηλή τέχνη. Θεματικές που φέρνουν στο μυαλό το αξεπέραστο "All about Eve" αλλά και το πιο πρόσφατο "The Congress" με πρωταγωνίστρια την Robin Wright.

Στο απόγειο της διεθνούς της καριέρας, η ηθοποιός Μαρία Έντερς, αναλαμβάνει να παίξει στη θεατρική συνέχεια του ρόλου που την καθιέρωσε, 20 χρόνια πριν. Τότε είχε τον ρόλο της Ζίγκριντ, μιας νεαρής όμορφης γυναίκας, που με την συμπεριφορά της οδηγεί το αφεντικό της, την Έλενα, στην αυτοκτονία. Αυτή τη φορά όμως, της ζητείται να παίξει τον ρόλο της Έλενα, μιας ομοφυλόφιλης γυναίκας που εκτός από τα φαντάσματα από το παρελθόν, έχει να αντιμετωπίσει και τον χρόνο που περνά. Η Μαρία φτάνει στην απομονωμένη περιοχή των Άλπεων, το Σιλς Μαρία, μαζί με τη βοηθό της Βάλενταϊν. Εκεί θα συναντήσει την Τζοάν, μια νεαρή στάρλετ με ροπή προς τα σκάνδαλα, μέσα από την οποία θα έρθει αντιμέτωπη με τον εαυτό της, τις φοβίες και τις προσδοκίες που είχε στη ζωή της καθώς διαπιστώνει ότι οι δύο ρόλοι, αλλά και οι δύο αυτές γυναίκες είναι απλώς οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Πανέμορφα και μαγευτικά τα καρποσταλικά πλάνα αλλά αχρείαστα τα περισσότερα καθώς απομακρύνονται από το μονοπάτι της πραγματικής ουσίας του σεναρίου, η οποία απέχει μίλια μακριά από το πόσο όμορφο μπορεί να είναι ένα τοπίο. Η σκηνοθετική εκμετάλλευση του χώρου δίνει στο ανθρωποκεντρικό δράμα, ρηχό και άνοστο χαρακτήρα.
Μαζί με τα αχρείαστα πανοραμικά πλάνα υπολειτουργούν και μερικές ανεξιχνίαστες υποθέσεις. Αλήθεια τι απέγινε η γοητευτική βοηθός της ηθοποιού? 

Το καλύτερο κομμάτι της ταινίας είναι οι ερμηνείες. Τα λόγια είναι πάντα περιττά για τη Juliette Binoche που δίνει για ακόμη μια φορά σπουδαία ερμηνεία. Η Kristen Stewart, στέκεται ισάξια δίπλα της, ζώντας τον ρόλος της, δίχως απλά να πετάει τις ατάκες της. Πολύ καλή ερμηνεία δίνει και η νεαρή Chloe Grace Moretz υιοθετώντας μια κακομαθημένη, ψωνίστικη συμπεριφορά.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Love at First Fight/Fighters/Les combattants κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Thomas Cailley
Hθοποιοί: Adele Haenel, Kevin Azais, Antoine Laurent

To σκηνοθετικό ντεμπούτο του Thomas Cailley φέρνει μια ανατρεπτική ρομαντική κομεντί που αντιστρέφει τους ρόλους ανάμεσα στα δύο φύλα με αποτέλεσμα να κερδίσει τέσσερα βραβεία Σεζάρ. 
Εκεί που συνηθίσαμε τα στάνταρ αφηγηματικά δεδομένα στο ρομαντικό είδος και στην κλασική κινηματογραφική μεταφορά της μάχης των δύο φύλων, ο Thomas Cailley απλόχερα και δίχως δημιουργικό δισταγμό, τα αλλάζει και καταφέρνει να μας τραβήξει το ενδιαφέρον.

Περιτριγυρισμένος από την οικογένεια και τους φίλους του, ο Arnaud έχει μπροστά του ένα ήσυχο καλοκαίρι. Μέχρι που θα συναντήσει τη Madeleine, μια όμορφη και σκληροτράχηλη κοπέλα, με καλογυμνασμένο σώμα και ένα σωρό προφητείες για το τέλος του κόσμου. Εκείνος δεν έχει μεγάλες προσδοκίες, εκείνη προετοιμάζεται για το χειρότερο. Εκείνος δέχεται τα πράγματα όπως έχουν, εκείνη τσακώνεται, τρέχει, κολυμπάει και σπρώχνει τον εαυτό της στα άκρα. Αν και δεν του έχει ζητήσει τίποτα, μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φτάσει για αυτήν; Είναι μια ιστορία αγάπης, ή επιβίωσης, ή και τα δύο.

Όπλα του σκηνοθέτη-σεναριογράφου (σε συνεργασία με την Claude Le Pape) είναι οι διακριτικές χιουμοριστικές πινελιές, τα άμεσα κοινωνικά μηνύματα  και η πρωταγωνίστρια Adele Haenel-την ξεχωρίσαμε από το γαλλικό διαμάντι "Suzanne" (2013), που ενσαρκώνει την ασυγκράτητη σε επίπεδα εκνευρισμού, μαχητική Madeleine. Αξίζει να σημειωθεί εδώ, πως η 26χρονη ηθοποιός τιμήθηκε με το δεύτερο Σεζάρ της για τον ρόλο της Madeleine-το πρώτο το είχε κερδίσει για την ερμηνεία της στο "Suzanne".

Η Madeleine κάνει ότι περνά από το χέρι της ώστε να διεκδικήσει τη θέση που της αναλογεί σε έναν παράλογο και συνάμα άδικο κόσμο. Προετοιμάζει και εκπαιδεύει σκληρά τον εαυτό της για το τέλος του κόσμου που πλησιάζει- έχει πλησιάσει, απειλητικά. Όμορφο και συγκινητικό να βλέπουμε πορτρέτα νεαρών χαρακτήρων γενικότερα, αλλά και ειδικότερα στον κινηματογράφο μιας και γίνεται λόγος για ταινία, να προβληματίζονται και κυρίως να νοιάζονται για την κοινωνία που ζούμε σήμερα, και όχι για το τι λιπ γκλοζ θα φορέσουν στην παραλία.

Mια πρωτότυπη ιστορία νεανικού έρωτα, που εκτός των άλλων, προσφέρει τροφή για σκέψη στις νεαρές ηλικίες.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

A Promise κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Patrice Leconte
Ηθοποιοί: Rebecca Hall, Alan Rickman, Richard Madden

Aντέχει η επιθυμία ενός εραστή στο πέρασμα του χρόνου; Πάνω σε αυτό το ερώτημα χτίστηκε το μυθιστόρημα του Στέφαν Τσβάιχ, "Journey Into the Past", και με τη σειρά της η νέα ταινία του Patrice Leconte, ("Μπουτίκ για αυτόχειρες",  "Ο Εραστής της Κομμώτριας"), η πρώτη αγγλόφωνη παραγωγή του σκηνοθέτη. Μια συναισθηματική ταινία με επίκεντρο τον έρωτα που αναγκαζόμαστε να κρύψουμε, να καταπιούμε. Τον έρωτα που συνεχίζει να μας πνίγει δίχως να γνωρίζουμε αν υπάρχει ή αν θα υπάρξει ένα στοιχείο ανταπόκρισης.

Γερμανία, 1912. Ένας ταπεινής καταγωγής νεαρός άντρας, βρίσκει δουλειά σε ένα εργοστάσιο χάλυβα. Ο ιδιοκτήτης, Καρλ, εντυπωσιασμένος από τη δουλειά του, κάνει το νεαρό γραμματέα του. Καθώς η υγεία του Καρλ επιδεινώνεται και παραμένει εσώκλειστος στο σπίτι του, μεταφέρεται κι ο νεαρός μαζί, για να συνεχίσει τη δουλειά του. Εκεί γνωρίζει την κατά πολύ νεότερη σύζυγο του αφεντικού του. Όσο ο καιρός περνά, την ερωτεύεται σφόδρα, αλλά δεν τολμά να αποκαλύψει τα συναισθήματα του. Όταν ο Καρλ ανακοινώνει ότι θα τον στείλει να επιβλέψει τα ορυχεία του στο Μεξικό, η πληγωμένη αντίδραση της συζύγου του, θα αποκαλύψει ότι κι εκείνη έχει αισθήματα για το νεαρό άντρα. Του δίνει την υπόσχεση ότι όταν επιστρέψει σε δύο χρόνια, θα είναι δική του. Οχτώ χρόνια αργότερα, εκείνος επιστρέφει στην πατρίδα του, και στη γυναίκα που ελπίζει ότι τον περιμένει ακόμα. Έχει αντέξει όμως ο έρωτας τους το βίαιο πέρασμα του χρόνου;

Το ερωτικό τρίγωνο πρωταγωνιστεί ανάμεσα στον επιβλητικό Alan Rickman, την όμορφη και συνεσταλμένη Rebecca Hall που τον συνοδεύει στο συζυγικό κρεβάτι με μια εξίσου δυνατή ερμηνεία και την πέτρα του σκανδάλου, Richard Madden (τον γνωρίσαμε οι περισσότεροι μέσα από το "Game of Thrones"), που ενώ πείθει, κατακλύζεται από ερμηνευτική μονοτονία.

Aυτό που σου λείπει καθώς την παρακολουθείς είναι η ένταση που δημιουργείται από την ερωτική έλξη που νιώθεις για το "λάθος άτομο" και αναγκάζεσαι να την κρύψεις όταν τον-την αντικρίζεις. Η σκηνοθεσία έχει άνευρο χαρακτήρα και σε συνδυασμό με την εξίσου άνευρη ερμηνεία του χαρακτήρα που δεν του επιτρέπεται να εκφράσει τον πόθο του, δηλαδή ο Richard Madden (όχι το συνεχώς αχανές βλέμμα δεν επαρκεί), φτιάχνουν μια υποτονική ατμόσφαιρα που σχεδόν καταστρέφει τον ρομαντισμό και το πάθος της ιστορίας.

Άδικο θα ήταν να μην αναφερθούν οι δυνατές στιγμές που προσφέρει το σενάριο αλλά και η σκηνογραφία-ενδυματολογία και φωτογραφία  για την εκπληκτική ανασύσταση της εποχής και της ψυχοσύνθεσης των χαρακτήρων, αντίστοιχα.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

A Girl Walks Home Alone at Night κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ana Lily Amirpour
Hθοποιοί: Sheila Vand, Arash Marandi, Marshall Manesh

Διαβάζουμε τη λέξη "βρικόλακας" σε περίληψη ταινίας και μας δημιουργούνται αμφιβολίες-καθόλου παράξενο μιας που το "είδος" αυτό δίνει και παίρνει τα τελευταία χρόνια. Μερικές ανάλογες περιπτώσεις ήταν διαμάντια (βλ."Only Lovers Left Alive" του Jim Jarmusch!) ενώ άλλες ήταν ένα...χάλι. Στην πρώτη περίπτωση (ευτυχώς) βρίσκεται το εντυπωσιακό "A Girl Walks Home Alone at Night". Mε πρωταγωνιστή να φέρνει πολύ σε James Dean και με μουσικές επιλογές που συνδυάζονται τέλεια με τις οπτικές παρεμβάσεις, αυτή η περίεργη ιστορία αγάπης είναι ένα φιλμ που δεν θυμίζει σε τίποτα το Ιρανικό σινεμά του σήμερα. Η σκηνοθεσία είναι της Ana Lily Amirpour, που πραγματοποιεί το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη. Το στόρυ βασίζεται σε κόμικ της ίδιας, ενώ το σύνολο της ταινίας περικλείεται από μια ασπρόμαυρη, μυστηριώδης, καταπληκτική αισθητική που σου προκαλεί ανατριχίλα..όταν είναι απαραίτητο.

Η ταινία έχει να κάνει με μια μοναχική βρικόλακα που βρίσκεται σε μια πόλη φάντασμα στο Ιράν, που ονομάζεται Bad City. Ένα νεκροζώντανο κορίτσι που παραμονεύει στις σκιές και παρακολουθεί τις ζωές των πιο ανήθικων ψυχών που περιφέρονται στην πόλη, που είναι γεμάτη με τα κατακάθια της κοινωνίας, όπως πόρνες, προαγωγούς και ναρκομανείς. Σ’ αυτή την ερειπωμένη πόλη, βρίσκει τον έρωτα. Δημιουργεί μια απροσδόκητη σχέση με ένα νεαρό αγόρι, που είναι επίσης παγιδευμένο σε μια σειρά δύσκολων καταστάσεων. Είναι σαν να είναι δύο καταραμένοι εραστές, καθώς αυτή είναι βρικόλακας και αυτός δεν είναι. 


H θρησκευτική, απάνθρωπη αντιμετώπιση του γυναικείου φύλου στις ανατολικές χώρες, είναι ένα ευαίσθητο θέμα που φυσικά δεν περνά απαρατήρητο από τη σεναριακή και σκηνοθετική ματιά. Ευτυχώς δεν περιορίζεται σε μια απλή αναφορά αλλά βασίζει την ιστορία και την εξέλιξη του σεναρίου εξ' ολοκλήρου πάνω σε αυτό, με την πρωταγωνίστρια-εκδικητή να κρύβεται στις σκιές και να θερίζει. Η ανδρική παρουσία παρουσιάζεται αδύναμη, ενώ άντρες-αποβράσματα πέφτουν θύματα της. 

Μακάρι μέσω μιας ταινίας, να δοθεί στην τραγική κατάσταση που κυριαρχεί (κυρίως) στην Ανατολή, η προσοχή που της αναλογεί.

Υ.Γ. "Βe a good boy.."
Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

1001 Grams κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Bent Hamer
Ηθοποιοί: Ane Dahl Torp, Laurent Stocker, Hildegun Riise

Μετά τις "Ιστορίες Κουζίνας" και την "Καινούρια Ζωή του Κυρίου Ο’Χόρτεν" ο Bent Hamer συνεχίζει στην παράδοση της υπόγειας (πιο υπόγειας δεν γίνεται) κωμικής αφήγησης ανανεώνοντας τη φιλμογραφία του με μια ταινία που αυτή τη φορά εμπεριέχει στοιχεία ρομαντικής κομεντί , με την επιθυμία μάλλον να γοητεύσει ένα ευρύτερο κοινό. Ta "1001 γραμμάρια" αποτέλεσαν την υποβολή της Νορβηγίας για το Οσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Πολλοί μπορεί να μη το γνωρίζουν, αλλά σε κάθε χώρα φυλάσσεται κάτω από ειδικές συνθήκες ώστε να μην αλλοιώνεται το βάρος του, ένα πρότυπο χιλιόγραμμο, το γνωστό μας κιλό. Το πρότυπο αυτό συνιστά τη μονάδα αναφοράς και μέτρησης του βάρους. Όταν η αυστηρή, γοητευτική αλλά και μοναχική Νορβηγίδα επιστήμονας Μαρίε συμμετέχει στο τακτικό ετήσιο παγκόσμιο συνέδριο στο Παρίσι σχετικά με την ακριβή μέτρηση του πρότυπου χιλιόγραμμου, η ζωή της αποκλίνει από την κανονική της ρουτίνα. Θα αναγκαστεί λοιπόν να «ζυγίσει» με ακρίβεια τις προσωπικές της απογοητεύσεις και επιθυμίες με την ευκαιρία για αγάπη και μια διαφορετική στάσης ζωής.

Παρακολουθώντας το κινηματογραφικό κείμενο καταλαβαίνουμε πως ο Νορβηγός σκηνοθέτης σκόπιμα δημιουργεί πληκτική ατμόσφαιρα, με μια σφιχτή κινηματογράφηση μέσω σταθερών γενικών πλάνων (μερικά θυμίζουν διαφημίσεις ΙΚΕΑ) και με την φωτογραφία να επικεντρώνεται κυρίως στο χρώμα του μπλε (γίνεται πιο ζεστή μόνο όταν η ηρωίδα επισκέπτεται το Παρίσι), θέλοντας να σχολιάσει την εκνευριστική σχολαστικότητα και ρουτίνα
των Νορβηγών.
Σχολιάζει το πως το επάγγελμα μπορεί να επηρεάσει τη ζωή μας γενικότερα. Η πρωταγωνίστρια είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του "κινδύνου". Ζυγίζει στη δουλειά της, ζυγίζει και το κάθε τι στην καθημερινότητας της. Η καθημερινή διαδρομή της (με ένα "βαρετό" αμαξάκι τσέπης, και αυτό στο χρώμα του μπλε) περιορίζεται μεταξύ του αποστειρωμένου Εργαστηρίου Μετρήσεων και Σταθμών και του σπιτιού της. Το πολύ να προστεθούν και οι μετρημένες επισκέψεις στον πατέρα της. Η ζωή της έχει καταντήσει..άψυχη.

Η Ane Dahl Torp  στο ρόλο της παγιδευμένης σε μια μονότονη και βαρετή καθημερινότητα, ηρωίδας, με αγέλαστο διαρκώς πρόσωπο και ένα.."δολοφονικό" βλέμμα, φαίνεται ιδανική, προσφέροντας στο φιλμ ακόμη πιο μουντή διάθεση.

Το εξίσου σφιχτοδεμένο με τη σκηνοθεσία, σενάριο, δεν ανοίγει εντελώς τις αγκαλιές του για να σε καλωσορίσει στον κόσμο του-επίτηδες μεν αλλά με κίνδυνο αρκετοί θεατές να αργήσουν να "μπουν" στο πνεύμα της ταινίας ή ακόμη και να μην καταφέρουν να το αναγνωρίσουν.

Υ.Γ. Δύσκολο το Νορβηγικό χιούμορ...

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Mommy κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Xavier Dolan
Ηθοποιοί: Suzanne Clement, Anne Dorval, Antoine-Olivier Pilon
Το αγόρι είναι μόλις 25 χρονών και μας έχει προσφέρει κινηματογραφικά διαμάντια. Ποιο αγόρι? Ο Xavier Dolan, το "παιδί-θαύμα του σύγχρονου σινεμά" όπως πολλοί τον αποκαλούν πλέον. Δικαιωματικά ανήκει στη σπείρα των ταλαντούχων σύγχρονων δημιουργών. Παρακολουθώντας το "Mommy", καταλαβαίνουμε το γιατί. Είναι αθυρόστομο, ορμητικό μα πάνω από όλα αυθεντικό. Δεν μασάει. Κατορθώνει να είναι σπαρακτικό και συνάμα αστείο. Να είναι αληθινό. Γιατί και η ίδια η ζωή έτσι είναι. Τη μια γελάς την άλλη κλαις. 
Φιλμ, που εκτός τον άλλων, τιμήθηκε με το Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών και Σεζάρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Το σενάριο προβληματίζεται γύρω από την ταραχώδη σχέση μάνας-γιου, θέμα που απασχόλησε τον νεαρό σκηνοθέτη και στο ντεμπούτο του. 
Μια δυναμική χήρα αναγκάζεται να επωμιστεί μόνη της όλο το βάρος της ευθύνης του ταραχοποιού, υπερκινητικού και συχνά βίαιου 15χρονου γιου της. Καθώς οι δυο τους προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα ζώντας κάτω από την ίδια στέγη και παλεύοντας να ανταποκριθούν στις καθημερινές προκλήσεις και στις απρόβλεπτες ανάγκες του σπιτικού τους, που δοκιμάζουν διαρκώς τη σχέση τους, η Κάιλα, η παράξενη νεοφερμένη γειτόνισσα από το απέναντι σπίτι, προσφέρει καλοπροαίρετα τη βοήθειά της. Καθώς η παρουσία της στη ζωή τους γίνεται ολοένα και πιο έντονη, σταδιακά οι τρεις τους μοιάζουν να βρίσκουν μια νέα αίσθηση ισορροπίας, και μαζί ανακτούν τις ελπίδες τους για το μέλλον.
Ένας χείμαρρος από υπέροχες ερμηνείες. Ο φαινομενικά ξανθός άγγελος ερμηνεύεται σπαρακτικά από τον Antoine-Olivier Pilon (το αγόρι-θύμα στο ασπρόμαυρο video clip "College Boy", πάλι σε σκηνοθεσία Dolan). Μια ερμηνευτική πιστολιά και δεν είναι η μόνη. Η Anne Dorval ως "Mommy", ενώ είναι απίστευτα δυναμική, είναι εκπληκτικό το πως αφήνει τον χαρακτήρα της να παρασύρεται από ευαισθησία από την σιωπηλή, αινιγματική Καίλα- η εξίσου ερμηνευτικά μεθυστική  Suzanne Clement (βραβευμένη για το "Lawrence Anyways").

Ο εικονολήπτης και σκηνοθέτης καδράρει με τις σχετικά ασυνήθιστες αναλογίες 1:1. Μοιάζει παράξενη επιλογή και μερικοί ίσως τη θεωρήσουν αλαζονική (με δεδομένο τον προσωπικό χαρακτήρα του σκηνοθέτη). Και όμως με αυτόν τον κινηματογραφικό τρόπο, εσύ ως θεατής νιώθεις την ίδια αναταραχή, τον ίδιο θυμό, την ίδια έκρηξη, με τους χαρακτήρες. Οι σχέσεις των χαρακτήρων είναι αποπνικτικές, κλειστοφοβικές. Έτσι και τα πλάνα παίρνουν εύλογα τη συγκεκριμένη αποπνικτική μορφή. Το κάδρο όμως κάποιες στιγμές ανοίγει ή μάλλον..απλώνεται. Απλώνεται όταν οι χαρακτήρες βιώνουν την απόλυτη ψυχική ηδονή. Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Dolan πως πρόκειται για ένα ευφάνταστο σκηνοθετικό εφεύρημα. 

H ταινία γίνεται ακόμη πιο ερωτεύσιμη με το soundtrack που την σφιχταγκαλιάζει. Κομμάτια από Oasis, Celine Dion, Ludovico Einaudi (σε μια το λιγότερο μαγευτική μουσική σεκανς) σε βυθίζουν στον κόσμο της...

Υ.Γ  Όπως είπε και μια γνωστή μου.."O Dolan είναι ένας μικρός θεός".

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5