Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

ΠΡΟΜΑΧΟΣ κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Coerte Voorhees & John Voorhees
Ηθοποιοί: Παντελής Κοντογιάννης, Κασσάνδρα Βογιατζή, Γιώργος Χωραφάς, Giancarlo Giannini, Michael Byrne, Γιώργος Βογιατζής, Σπύρος Φωκάς, Paul Freeman

Δυνατό το θέμα που πραγματεύεται το σενάριο, αλλά αδύναμος ο τρόπος απεικόνισης του. 
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στο θέμα της διεκδίκησης των μαρμάρων, αλλά στο σύνολο του φιλμικού κειμένου, δηλαδή το πως οι δύο πρωτοεμφανιζόμενοι  σκηνοθέτες επέλεξαν να το φέρουν σε οπτικοακουστική μορφή...

Ο χαρακτήρας της σκηνοθεσίας και του σεναρίου δυσκολεύονται όπως φαίνεται να συγχρονιστούν και να ταιριάξουν με αυτόν του θέματος. 
Αρχικά όσον αφορά την πλανοθεσία, άπειρα πλάνα σαν καρτ ποστάλ, με τοποθεσίες της Αθήνας και των υπολοίπων πόλεων που επισκέπτονται οι χαρακτήρες, κατακλύζουν την ταινία αλλά και τα μάτια του θεατή. Δεν χρειαζόταν τόσα πλάνα για να καταλάβουμε ότι οι χαρακτήρες βρίσκονται στην Αθήνα και το πόσο όμορφα είναι μερικά σημεία της. Παράλληλα, η σκηνοθεσία επιλέγει να δείξει (αρκετά πάλι) πλάνα από την κατάντια της Αθήνας του σήμερα, υπονοώντας την κατάντια της χώρας γενικότερα. Εύλογη σκέψη, όμως τα χρονικά σημεία στα οποία επιλέγει να τα τοποθετήσει μέσα στην ταινία, είναι άκυρα σε σχέση με τη θεματική της προηγούμενης σκηνής,(ακόμη ένα στοιχείο πως το σενάριο κάπου χάθηκε), έτσι όχι μόνο δεν καταφέρνουν να προβληματίσουν τον θεατή, αλλά τον πετάνε έξω από τον "χώρο" που μόλις πήγε να μπει. Η κινηματογράφηση τους θυμίζει έντονα αυτή του ρεπορτάζ. 

Σε καμία περίπτωση η απεικόνιση της σύγχρονης κατάντιας δεν επιτυγχάνει την επίκληση στο συναίσθημα καθώς δεν πείθει ούτε σκηνοθετικά ούτε ερμηνευτικά -ειδικά η περίπτωση με τα δύο άστεγα παιδάκια και αυτή του μικρού κοριτσιού.

Το σενάριο έχει μια αχρείαστα μεγάλη ιστορική ανάλυση που θυμίζει ντοκυμαντέρ πάνω στο θέμα. Δυστυχώς, ότι απομένει που να έχει σχέση με την πλοκή, χάνεται μέσα στην τεράστια έκταση του μουσικού στοιχείου της ταινίας-δεν είναι υπερβολή να πούμε πως περισσότερη μουσική ακούμε, παρά λόγια από τα στόματα των ηθοποιών. Και όταν τελικά τους ακούμε, δεν λείπουν μερικές ανόητες-άκυρες ατάκες..

Στο σενάριο του "Προμάχου" υποτίθεται πως υπάρχει και μια ερωτική ιστορία ανάμεσα στους δύο νεαρούς και γενναίους δικηγόρους...Από πότε 2-3 βλέμματα και μια ατάκα  υποστηρίζουν και αποδεικνύουν την απεικόνιση ερωτικής ιστορίας? Γιατί μόνο αυτό μας δίνει το σενάριο ως αναφορά στην αγάπη. Η οποιαδήποτε ερωτική διάθεση -αν υπήρχε, πήγε βόλτα και το όλο " δύο ερωτευμένοι δικηγόροι αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του ελληνικού αιτήματος για την επιστροφή των ελγινείων μαρμάρων" αποτελεί αβάσιμο στοιχείο. Παράλληλα ο ρόλος της γυναίκας του ζευγαριού βασίζεται σε μετρημένες ατάκες, τόσες ώστε δίνει το δικαίωμα να χαρακτηριστεί "γλάστρα". Καθόλου ωραίο αυτό για την εικόνα της γυναικείας παρουσίας που υποτίθεται πως έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής.

Αυτό που λείπει κυρίως από τον "Πρόμαχο" είναι μια πιο δυναμική  και επίκαιρη με το θέμα και τον χαρακτήρα της ταινίας, σκηνοθεσία. Μια σκηνοθεσία που να μπορεί ίσως και να επιβληθεί στο θεατή, όπως και η σεναριακή διάθεση του κεντρικού χαρακτήρα προς τους βρετανούς δικηγόρους. Αντί για αυτό, τον χαλαρώνει τόσο που ξεχνάει τι πήγε να παρακολουθήσει, και ίσως τον αφήσει αδιάφορο. Επίσης κάτι ακόμη που λείπει, είναι αυτό που λέμε "ερμηνεύω έναν ρόλο και μπαίνω στο πετσί του". Ο πρωταγωνιστής.. απέτυχε!

Υ.Γ  Ο "Πρόμαχος" θυμίζει κάτι σαν τηλεοπτικό τουριστικό σποτ διάρκειaς 90 λεπτών.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1/5

Σάββατο, 29 Νοεμβρίου 2014

Η Έκρηξη κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Σύλλας Τζουμέρκας
Hθοποιοί: Αγγελική Παπούλια, Βασίλης Δογάνης, Μαρία Φιλίνη, Θέμις Μπαζάκα, Γιώργος Μπινιάρης, Μάκης Παπαδημητρίου



Η δεύτερη κατά σειρά -μετά το "Χώρα Προέλευσης", ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, εκρηκτική στον χαρακτήρα όπως και στον τίτλο, σκηνοθετεί μια νεαρή γυναίκα και τοποθετώντας την στο τοπίο των σύγχρονων ελληνικών ιδανικών και ιδεολογιών, τη βάζει να έρχεται σε σύγκρουση με τα πολυτιμότερα κομμάτια της ζωής της, την οικογένεια που η ίδια δημιούργησε (είναι παντρεμένη με ναυτικό και μητέρα τριών παιδιών),αλλά και αυτήν στην οποία μεγάλωσε. Τι την ωθεί να φτάσει στα όρια της?

Η ηρωίδα-Μαρία και οι άνθρωποι γύρω στη ζωή της, ζουν σε μια χώρα που πάσχει από ηθική κρίση και καταπάτηση αξιών, και δεν καταφέρνουν να ξεφύγουν από αυτό. Μολύνονται και αυτοί. Oξύνονται από την κοινωνία γύρω τους αλλά και ο ένας από τον άλλον. Η Μαρία παρόλα αυτά προσπαθεί με νύχια και με δόντια να σωθεί και να σώσει ότι μπορεί, με σκληρό και βίαιο, αλλά ανθρώπινο τρόπο. Το μόνο που δίνει δύναμη στην ταλαιπωρία της είναι η ερωτική συντροφιά του συζύγου της-αλλά ακόμη και αυτό συμβαίνει με μέτρο.

Ο ρόλος της απελπισμένης Μαρίας ερμηνεύεται σαν πιστολιά από την Αγγελική Παπούλια. Με βλέμμα νηφάλιο, γεμάτο ένταση και ανυπομονησία, προσπαθεί να βγάλει μια άκρη με τα προβλήματα που την κυριεύουν. Το υπόλοιπο καστ συμπληρώνουν με πολύ καλές ερμηνείες, αξιόλογοι ηθοποιοί. Θα λέγαμε πως ξεχωρίζουν η πάντα καθηλωτική Θέμις Μπαζάκα και  η Μαρία Φιλίνη που υποδύονται τη μητέρα  και την αδερφή της Μαρίας, αντίστοιχα. 

Προβλήματα που δημιουργεί η γραφειοκρατία, η χρεοκοπία, η πτώση των ηθικών αξιών -εν ολίγοις η σφαίρα της κοινωνικής διαφθοράς, υπάρχουν σε όλο το μήκος της ταινίας. 
Ο σκηνοθέτης επιλέγει και χρησιμοποιεί με μαεστρία τα flashback ώστε να μας πληροφορήσει για το τι πραγματικά έχει συμβεί. Επιλέγοντας τον αφηγηματικό αυτόν τρόπο, καταφέρνει να κάνει ακόμη πιο θαρραλέα και ξεχωριστή την ταινία. 

H απόλυτη έκρηξη έρχεται με μια σκηνή, ήρεμη φαινομενικά, κατά την οποία η Μαρία εξομολογείται και εκφράζει τη δυστυχία της. Λιτά και ξεκάθαρα, σε έναν μονόλογο η Μαρία τα λέει όλα.  Η κάμερα παρακολουθεί από κοντά μόνο αυτήν και η εξαιρετική Α. Παπούλια το υποστηρίζει στο έπακρο. Είναι η σκηνή -κορύφωση τόσο για τον χαρακτήρα όσο και για την ταινία. Απελπισία και αληθινοί προβληματισμοί για το σήμερα, εκφράζονται από το σενάριο δια στόματος Μαρίας.

Μοναδικό στοιχείο της "Εκρηξης" είναι και το soundtrack που με δυναμισμό και ένταση συνοδεύει τους χαρακτήρες και τις σκηνές.

Mια ταινία αδιαπραγμάτευτα σκληρή που αντιμετωπίζει με αρνητικότητα και χλευασμό διάφορες μορφές διαστροφής. Για τους πραγματικούς κινηματογραφόφιλους και για αυτούς που έχουν σοβαρές απαιτήσεις από ένα φιλμικό κείμενο, θα αποτελέσει χωρίς αμφιβολία μια πραγματική εμπειρία που δύσκολα θα σβηστεί από το μυαλό.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Lucy κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:  Luc Besson
Hθοποιοί:  Scarlett Johansson, Morgan Freeman, Analeigh Tipton, Min-sik Choi, Amr Waked

Eνδιαφέρουσα κιν/κη action sci-fi ιδέα, που προβληματίζεται με το τι θα συνέβαινε αν ο άνθρωπος λειτουργούσε με το 100% του εγκεφάλου του. Σαν πρώτο άκουσμα μας κεντρίζει το ενδιαφέρον..


Ο σκηνοθέτης Luc Besson , επιστρέφει για ακόμη μια φορά με το φαινομενικά αγαπημένο του αφηγηματικό μοτίβο, τη γυναικεία-σέξυ δύναμή. Μια γυναίκα- η Lucy, με το όπλο στο χέρι τα βάζει με τους πάντες και τα πάντα, αλλά έχει λόγο...
Η θεματική αυτή μας θυμίζει κάτι από τις προηγούμενες κινηματογραφικές του δουλειές όπως "Columbiana" και "Λησταρχίνες". Αυτή τη φορά όμως ο Besson φαίνεται πιο αφελής από ποτέ.

Στη θέση της νεαρής Lucy, θα μπορούσε να ήταν οποιαδήποτε άλλη κοπέλα καθώς είναι μια απλή φοιτήτρια. Έχει όμως και μια αγαθότητα έως χαζομάρα στο χαρακτήρα, αφού έχει επιλέξει ένα ρεμάλι για ερωτικό σύντροφο, ο οποίος και τη βάζει σε θανάσιμους μπελάδες (για του λόγου το αληθές αν είχε διαφορετικό σύντροφο δεν θα έμπλεκε τόσο άσχημα!). Και κάπου εδώ ξεκινάει η ιστορία...

H Lucy πιάνεται ξαφνικά αιχμάλωτη και συνειδητοποιεί πως μέσα στο στομάχι της έχει τοποθετηθεί μια ουσία αγνώστου ταυτότητας. Αυτό που έχει μέσα της, όμως, της δίνει υπερφυσικές δυνάμεις και είναι έτοιμη να πάρει εκδίκηση και να μάθει όλη την αλήθεια. Τη νεαρή Lucy, υποδύεται η σέξυ Johansson. Η επιλογή αυτή για τον πρωταγωνιστικό ρόλο είναι χωρίς υπερβολή, η πιο αξιόλογη πλευρά του φιλμ. Η Johansson προσθέτει θηλυκότητα και ταμπεραμέντο στο χαρακτήρα δίνοντας μια έξυπνη ερμηνεία. Γρήγορη, αισθησιακή με σαγηνευτικό βλέμμα, αποτελεί τεράστιο αβαντάζ για το σύνολο της ταινίας.

Στις φιλοσοφικές αναζητήσεις  της Lucy συμπάσχει και ο βιολόγος Morgan Freeman (ποιος άλλος? πανταχού παρόν πλέον αυτός ο ηθοποιός) με 
σοφιστικέ όπως πάντα , ερμηνεία. Μαζί οδεύουν προς μια λογική ίσως κατάληξη για το τι θα συνέβαινε αν ο άνθρωπος λειτουργούσε με το 100% του εγκεφάλου του, αλλά αντί για αυτό καταφέρνουν να μπερδέψουν τον θεατή ακόμη περισσότερο. Πάντως ανάμεσα στις υπαρξιακοεπιστημονικές θεωρίες  που ακούγονται- ακαταλαβίστικες για αρκετούς και ανόητες για άλλους, αποτυπώνονται και μερικές λογικής βάσεως απόψεις, όπως "Η αμάθεια προκαλεί το χάος", που πολύ σωστά ξεστομίζει η Lucy.



Όσον αφορά τη σκηνοθετική και τη σεναριακή προσέγγιση, φαντάζουν αφελείς στο σύνολό τους, τόσο που προκαλείται η εντύπωση πως επίτηδες ακολουθούν αυτόν τον χαρακτήρα. Η σκηνοθεσία αδύναμη έως αδιάφορη, και πολλές φορές γελοία-το πλάνο με τη Lucy να χαροπαλεύει και να χτυπιέται στους τοίχους, για παράδειγμα. Το σενάριο από την άλλη έχει παιδαριώδη χαρακτήρα και εκτός από αυτό, δεν λείπουν ούτε οι σεναριακές ευκολίες-αρκετές αναμενόμενες κινήσεις παρατηρούμε κατά την εξέλιξη της πλοκής. Παράλληλα φαίνεται να χάνει από αυτογνωσία και ταυτότητα, καθώς τη μία χάνεται στα άδυτα των κοσμοθεωριών, ενώ την άλλη σε αυτά της ξέφρενης περιπέτειας. Το κερασάκι στην τούρτα έρχεται με την ολοκλήρωση της τρίτης πράξης. Το τέλος είναι έτσι δομημένο ώστε δεν μπορούμε να καταλάβουμε αν όντως θέλει κάτι να μας πει ή αν απλά κάνει επίδειξη ωραιοποιημένων πλάνων. 

Νιώθουμε πως ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος προσπαθεί να μας πείσει να το πάρουμε το όλο θέμα στα σοβαρά. Mάλλον προσπαθεί με τον λανθασμένο τρόπο ή μάλλον τρέφει αυταπάτες.

Το σίγουρο είναι πως το "Lucy" είναι ταινία για το μεγάλο μέγεθος ποπ-κορν..

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2014

Drive Hard Κριτική Ταινίας

Σκηνοθέτης : Brian Trenchard-Smith
Ηθοποιοί : John Cusack, Thomas Jane, Zoe Ventoura, Yesse Spence 

Υπόθεση : Ένας πρώην επαγγελματίας οδηγός αγωνιστικών αυτοκινήτων, ο Peter Roberts (Thomas Jane) είναι πλέον οικογενειάρχης και παραδίδει μαθήματα οδήγησης σε μια σχολή οδηγών. Σε μια -κατά τα άλλα - συνηθισμένη μέρα απάγεται από έναν μυστηριώδη εγκληματία (John Cuzack) , ο οποίος τον αναγκάζει να οδηγήσει το αυτοκίνητο με το οποίο θα το σκάσουν ύστερα από μια ληστεία. Ως επακόλουθο, το αταίριαστο δίδυμο θα βρεθεί στο στόχαστρο όχι μόνο της αστυνομίας αλλά και πολλών άνευ υποψίας κατοίκων της περιοχής , μπλέκοντας σε μπελάδες.

"Drive Hard" o τίτλος της νέας κωμικής ταινίας δράσης του cult Αυστραλού σκηνοθέτη Brian Trenchard-Smith (γνωστός για "Dead End Drive-In "," Man from Hong Kong " κλπ), η οποία ως ένα low budget b-movie  είναι όσο πρωτότυπη όσο κι ο τίτλος της!

Ένα road-movie  λοιπόν, με δυο βασικούς χαρακτήρες αντίθετους μεταξύ τους που μέσα από τσακωμούς και μπελάδες τελικά έρχονται κοντά και αλληλοσυμπληρώνονται.

Το ύφος της ταινίας , με το- σε πολλά σημεία- προβλεπόμενο και ανιαρό χιούμορ ,θυμίζει τηλεταινία των 80's.( συν το τελείως άκυρο κούρεμα του Thomas Jane).

Από άποψη σεναρίου παρατηρούμε πολλά σεναριακά κενά και κωμικά cliche. H  δράση σε ορισμένες σκηνές ενώ περιμένουμε να είναι εκτεταμένη και ιδιαίτερη, όπως στην σκηνή της ληστείας της τράπεζας ,καλύπτεται απλώς από κάποια κοντινά πλάνα στα πόδια του κακοποιού Simon Keller (Cuzack) και στον χαρτοφύλακα. Επίσης, επηρεασμένοι από τον τίτλο αναμένουμε πολύ δράση και ανθρωποκυνηγητό στο road-trip κάτι που όμως δεν έρχεται ποτέ!

Αυτό που πραγματικά απουσιάζει από το σενάριο είναι η σωστά δομημένη δραματική ένταση, π.χ. δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο σημείο που να αναρωτιόμαστε πραγματικά εάν ο πρωταγωνιστής θα τα καταφέρει να βρει τον "παλιό του εαυτό" και να βάλει πάλι στόχους στη ζωή του. Όλα φαίνονται να κινούνται προβλέψιμα και σταδιακά προς το μελό happy ending.

Αυτό που δίνει μια δόση ζωντάνιας και πραγματικού χιούμορ στην ταινία είναι οι αξιολάτρευτοι στυλιζαρισμένοι χαρακτήρες, οι  ντόπιοι κάτοικοι δηλαδή (με πρώτη και καλύτερη την αθυρόστομη γιαγιά) που προσπαθούν να πάρουν την δικαιοσύνη στα χέρια τους και χαρίζουν άφθονο γέλιο. Υπάρχουν και ορισμένες καλογραμμένες ατάκες στους διαλόγους, κυρίως του πρωταγωνιστικού διδύμου.

Τα ειδικά εφέ δεν λένε σχεδόν τίποτα.
Αυτό όμως που πραγματικά ανεβάζει την ταινία είναι η χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου.Δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί που ακόμα και σε μια ταινία με σεναριακά προβλήματα , ερμήνευσαν τους ρόλους τους στο έπακρο. Δεν μας μένει αμφιβολία ότι ο Simon Keller είναι ένας έξυπνος,μυστηριώδης εγκληματίας με κακό παρελθόν που την απογοήτευση του την βγάζει σε χιούμορ, γιατί ο Cuzack έχει φορέσει τον ρόλο σαν δεύτερο δέρμα πάνω του και τον έχει απογειώσει. Και ο Thomas Jane είναι το ίδιο πειστικός στον ρόλο του Peter Roberts.

Παρ' όλα αυτά η ταινία αυτή σίγουρα δεν είναι  η καλύτερη σκηνοθετική δουλειά του  Brian Trenchard-Smith. Και μάλλον καλύτερο θα ήταν να περιμένετε να βγει σε DVD αν θέλετε να την δείτε.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 1,5/5

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Fury Κριτική Ταινίας

Σκηνοθέτης : David Ayer
Ηθοποιοί : Brad Pitt, Shia LaBeouf, Jon Bernthal, Logan Lerman, Michael Peña, Jason Isaacs.

                           
Υπόθεση : Απρίλιος, 1945. Οι Σύμμαχοι σχεδιάζουν την τελευταία αντεπίθεση στην Ευρώπη. Ο σκληροτράχηλος λοχίας Don "Wardaddy" Collier (Brad Pitt) ηγείται μιας εξαιρετικά επικίνδυνης αποστολής σε εχθρικό έδαφος, έχοντας στη διάθεσή του μόνο ένα τανκ κι ένα τετραμελές πλήρωμα. Στην θέση του νεκρού πλέον πυροβολητή του τανκ έρχεται ένας άπειρος νεαρός γραφέας. Η ολιγομελής ομάδα, με ελάχιστα όπλα, αλλά βασικότερο τον ηρωισμό ,οδεύει ολοταχώς προς την πρωτεύουσα του Τρίτου Ράιχ.

Tο "Fury" σε σενάριο και σκηνοθεσία του David Ayer , είναι μια πολεμική ταινία , η οποία με γλαφυρό τρόπο μας μεταδίδει την αίσθηση κτηνωδίας που επικρατεί στο μέτωπο του πολέμου. 

Το σενάριο λαμβάνει χώρα στις εκπνοές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Πέντε Αμερικανοί στρατιώτες με μοναδικό όπλο ένα τανκ, "θερίζουν" τους δρόμους της Ναζιστικής Γερμανίας. Όλοι τους βετεράνοι του πολέμου, έχουν ουσιαστικά αποκτήσει ανοσία όσον αφορά την βαρβαρότητα του πολέμου. Ξέρουν πως είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, είτε θα σκοτώσουν είτε θα σκοτωθούν. Μετά τον θάνατο του οπλίτη τους, ένας νεαρός γραφέας ονόματι Norman (Logan Lerman) θα πάρει την θέση του και υπό την ηγεσία του πολέμαρχου λοχία Collier θα δοθούν αποκλειστικά σε έναν σκοπό ,να πολεμήσουν μέχρι τέλους.

Το παράδοξο του σεναρίου είναι το εξής: το πενταμελές πλήρωμα δεν έχει κάποιον συγκεκριμένο σκοπό,ούτε δέχεται διαταγές από ανωτέρους, απλά ανοίγει τον δρόμο για τα υπόλοιπα στρατεύματα του Αμερικανικού στρατού στις ήδη ισοπεδωμένες Γερμανικές πόλεις. Ο σκηνοθέτης θέλησε να επικεντρωθεί στο πλήρωμα του τανκ με την ονομασία "Fury". Οι βετεράνοι στρατιώτες που φέρουν βαθιές ψυχικές και όχι μόνο σωματικές ουλές, βρίσκουν καταφύγιο μέσα στο τανκ, το οποίο όμως μπορεί ανά πάσα στιγμή να γίνει και ο τάφος τους. Μέσα στο τανκ επικρατεί μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα δράματος. Και ο μόνος τρόπος να μην χάσουν το μυαλό τους οι στρατιώτες είναι να δουλέψουν μαζί όχι μόνο σαν ομάδα αλλά και σαν οικογένεια. Ο ρόλος του λοχία Collier είναι ακριβως αυτός, να εμψυχώνει, να βοηθάει, ενίοτε να βρίζει αλλά πάνω από όλα να κρατήσει ζωντανούς τους στρατιώτες του.

Ο Norman  έρχεται ως ένα αθώο,άπειρο όσον αφορά τον πόλεμο παιδί -και κατά κάποιον τρόπο αντιπαραβάλει και τα συναισθήματα που δημιουργούνται στο κοινό- για να γίνει μέχρι το τέλος της ταινίας σκληροτράχιλος και μυημενός όσον αφορά τον εφιάλτη του πολέμου.

Ο Ayer καταφέρνει να αποδώσει προτοτυπία σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη σκηνή. Όταν, ο λοχίας Collier και ο Norman μπαίνουν σε ένα σπίτι και βρίσκουν δυο Γερμανίδες φοβισμένες γυναίκες, η στάση τους απέναντι τους είναι πολύ διαφορετική από αυτήν που είχανε στο πεδίου μάχης, και απέναντι στους Γερμανούς στρατιώτες. Η σκηνή παρουσιάζει μια ατμόσφαιρα αμηχανίας από πλευράς στρατιωτών, οι οποίοι έχουν μπει τόσο μέσα στον ρόλο της"μηχανής πολέμου" που τους είναι αρκετά δύσκολο να ηρεμήσουν και να ζήσουν μια πιο νορμάλ στιγμή. Η ιδιαιτερότητα της σκηνής αυξάνεται καθώς έρχονται και τα υπόλοιπα τρία μέλη του πληρώματος,μεθυσμένα -και εδώ φαίνεται η διαφορά στην συμπεριφορά απένταντι στις γυναίκες (άμαχο πληθυσμό). Η σκηνή αυτή δίνει μια συναισθηματική ένταση αλλά είναι πιο χαλαρή από άποψη ρυθμού.
                                
Η τρίτη πράξη της ταινίας αποτελείται από μια εξαιρετικά καλοφτιαγμένη από κάθε άποψη σκηνή δράσης.Το τανκ "Fury" έχει κολλήσει σε ένα σημείο και οι εχθροί πλησιάζουν. Εδώ ο λοχίας Collier ενώ νωρίτερα είχε δείξει ένα κυνικό, αιμοδυψές και όχι τόσο συμπαθητικό προφίλ, ηρωόποιείται σε τεράστιο βαθμό. Και ο Norman επιλέγει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να πολεμήσει χωρίς να σκεφτεί το αποτέλεσμα και το ενδεχόμενο ότι  στο πεδίο μάχης αν χάσεις είσαι νεκρός.

Το σενάριο του Ayer, δεν επικεντρώνεται σε καμία περίπτωση στην πλοκή, η οποία είναι υπερβολικά στάσιμη, αλλά στους χαρακτήρες στο πως αυτοί αλληλεπιδρούν και αντιμετωπίζουν την συνθήκη στην οποία είναι αναγκασμένοι να επιβιώσουν.Η δράση είναι ένα τεράστιο κομμάτι του σεναρίου και αποδεδειγμένα το ατού του σκηνοθέτη.

Η φωτογραφία με τα σκούρα καφέ και γκρίζα χρώματα σε όλες σχεδόν τις αποχρώσεις τους σε συνδυασμό με την λευκή σκόνη από τις ανατινάξεις συνθέτει ένα γόνιμο έδαφος  για την σκηνοθεσία και την δημιουργία ακριβώς του συναισθήματος του αναπόφευκτου στους θεατές.

Από υποκριτικής άποψης, εδώ βρίσκουμε ένα πολλά υποσχόμενο cast. Με πρώτο τον Brad Pitt στον ρόλο του λοχία Don Collier, να μας γοητεύει για μια ακόμη φορά με την υπέροχη ερμηνεία του. Ο Logan Lerman, φαίνεται πολλά υποσχόμενος στον ρόλο του Norman , και δίνει μια πολύ παραπάνω από απλά ικανοποιητική ερμηνεία. Ειδικά η σκηνή στο τέλος και το βλέμμα του λένε πολλά. ( Αντίπαλο δέος για τον επίσης ανερχόμενο Jack O' Connel (Starred up, '71) θα τον χαρακτήριζα.)Ο  Shia LaBeouf  εδώ σε έναν μικρό αλλά χαριτωμένο ρόλο ,που δυστυχώς δεν τον πολύπαρατηρούμε γιατί η προσοχή στρέφεται κυρίως στους Brad Pitt  και  Logan Lerman. 

Μια ταινία που δεν έχει κάποιο τρομερό story  να αφηγηθεί, αλλά επικεντρώνεται στην απόδοση της φρίκης του πολέμου με όπλο την δράση και την ανάλυση των πέντε κεντρικών χαρακτήρων( άσχετα που μας μένουν μόνο 2 από τους 5 χαρακτήρες στο μυαλό τελικά) και καταφέρνει να μας κρατήσει το ενδιαφέρον μέχρι τέλους.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 3/5

The Hunger Games: Mockingjay - Part 1 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Francis Lawrence
Ηθοποιοί: Jennifer Lawrence, Josh Hutcherson, Liam Hemsworth,Philip Seymour Hoffman, Julianne Moore, Woody Harrelson, Elizabeth Banks


Το παγκόσμιο φαινόμενο των «Αγώνων Πείνας» συνεχίζοντας την κινηματογραφική του πορεία, επιστρέφει με το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο (μόνο το πρώτο του κομμάτι, καθώς έχει γίνει μόδα πλέον να χωρίζεται το τελευταίο chapter σε δύο μέρη).


Είναι πλέον αναμφισβήτητο  πως η Jennifer Lawrence είναι η Katniss Everdeen. Η ερμηνεία της είναι εξαιρετική. 
Το cast  είναι σίγουρα από τα καλά χαρτιά της ταινίας. Julianne Moore, Philip Seymour Hoffman δίνουν το δικό τους στίγμα ποιότητας στο "Hunger Games" αναβαθμίζοντας το από το επίπεδο του απλού action movie-blockbuster.
Αυτή που τραβάει  τα βλέμματα 
εξίσου, είναι η Elizabeth Banks που υποδύεται την ενδυματολόγο Effie Trinket.

Το κεφάλαιο αυτό έχει κοινωνικο-πολιτικό χαρακτήρα και ήρθε η ώρα να το αποδείξει πιο ξεκάθαρα σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες ταινίες. Σε αυτό το part, βρισκόμαστε στα έγκατα της Περιοχής 13 από όπου και ξεκινά η προετοιμασία για την πραγματοποίηση του αγώνα. Ο αγώνας για την επιβίωση και η εναντίωση στην καταπάτηση και αισχρή εκμετάλλευση της Capital.

Ναι μεν απουσιάζει η δράση που υπήρχε στα 2 προηγούμενα μέρη αλλά αυτή η απουσία μπορεί κάλλιστα να δικαιολογηθεί από το κομμάτι της υπόθεσης: οι "Αγώνες Πείνας" έχουν πάψει να γίνονται ενώ οι κεντρικοί ήρωες μάχονται πλέον για την ηθική και σωματική ελευθερία τους. 



Σημαντικό κομμάτι από πλευράς σεναρίου, είναι πως οι χαρακτήρες παρουσιάζονται πιο ολοκληρωμένοι από πριν.
Η Katniss συγκεκριμένα, φαίνεται να έχει ωριμάσει απίστευτα αλλά και οι υπόλοιποι ήρωες γύρω της παρουσιάζονται με όλα αυτά τα στοιχεία που είναι απαραίτητα ώστε ο θεατής να μπορεί να δημιουργήσει μια σφαιρική εικόνα για τον χαρακτήρα αυτών.


Το κερασάκι στην τούρτα είναι η τελευταία σκηνή που αποτελεί την κορύφωση του σασπενς. Με την επιλογή παράλληλου μοντάζ που δίνει δυναμισμό και τονίζει τη δραματουργία παρακολουθούμε μια την Katniss και μια το συσσωρευμένο και ετοιμοπόλεμο πλήθος. Το δε soundtrack αποκαθιστά επάξια σε σασπένς αρκετά οπτικά εφέ. 

Τέλος, το φαινομενικά αυτό παραμυθάκι έχει αρκετές ομοιότητες με την ανθρώπινη πραγματικότητα-όλοι μας μπορούμε να κάνουμε κάποιους παραλληλισμούς με τη δική μας πραγματικότητα σήμερα.


Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία: 3.5/5

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Las Horas Muertas κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Aaron Fernandez Lesur
Hθοποιοί:  Kristyan Ferrer, Adriana Paz

Μεξικάνικο φιλμ που πραγματεύεται μια πιο άγρια ιστορία ενηλικίωσης, σκηνοθετημένο και γραμμένο από τον  Aaron Fernandez Lesur (προηγούμενη και παρθενική του δουλειά το "Used Parts", 2007).
Όλα ξεκινούν όταν ο νεαρός Μεξικάνος αναλαμβάνει να κρατήσει για λίγες ημέρες το παραλιακό μοτέλ του θείου του στη Βερακρούζ, όπου καταλήγουν παράνομα ζευγάρια...


Yπόθεση: "Ο Σεμπαστιάν, 18 χρονών, «τρέχει» μόνος του το μικρό Μοτέλ του θείου του, στην απομακρυσμένη τροπική ακτή της Βερακρούζ. Το Μοτέλ συχνά φιλοξενεί παράνομα ζευγάρια. Εκεί, ο Σεμπαστιάν γνωρίζει την Μιράντα, 35 χρονών, η οποία πηγαίνει στο Μοτέλ για να συναντήσει τον πλούσιο εραστή της, Μάριο. Καθώς ο Μάριο τις περισσότερες φορές καθυστερεί στα ραντεβού τους, η Μιράντα αναγκάζεται να περνάει πολλές ώρες μόνη της. Όλος αυτός ο ελεύθερος χρόνος της δίνει την ευκαιρία να γνωρίσει τον Σεμπαστιάν, με τον οποίο γρήγορα ξεκινά ένα παιχνίδι αποπλάνησης."

'Ησυχες μέρες ο τίτλος, αλλά και ο χαρακτήρας της ταινίας καθώς παρακολουθούμε να κυλούν σε νεκρό αφηγηματικό χρόνο, ορισμένες ήσυχες μέρες τοποθετημένες σε μοτέλ κάπου στα ειδυλλιακά τοπία στα μέσα της Αμερικής. 

Αποχρώσεις του μπλε, απαλό γκρι, χρώματα κοντά σε αυτά του δέρματος, η παλέτα των "Ήσυχων Ημερών". Απέραντες παραλίες και αμμουδιές συμπληρώνουν τη σκηνοθετική προσέγγιση. Τα κάδρα-πλάνα με αυτά τα χρώματα και τις εικόνες, σε χαλαρώνουν-κάτι ίσως όχι και τόσο θετικό καθώς νιώθεις μια επιθυμία να βρισκόσουν εκεί.

Πάμε στα του σεναρίου τώρα. Το story ούτε πρωτότυπο ούτε με τις συνταρακτικές υποπλοκές του κτλ. Καταφέρνει όμως, με όπλο την απλή καθημερινότητα και πραγματικότητα, όχι μόνο να μην σε κάνει να βαρεθείς αλλά να νιώθεις πως είναι σαν να παρακολουθείς πρώτη φορά μια τέτοια ιστορία. Ο Fernandez διηγείται μια ιστορία με απλό αλλά ουσιαστικό τρόπο-παράλληλα με τον αισθησιακό τόνο που επικρατεί, δίχως αφηγηματικές κοιλιές και υπερβολές και δίνοντας έμφαση στη σκιαγράφηση των δυναμικών χαρακτήρων και του νωχελικού τοπίου. Χάρης τις λιτές και φυσικότατες ερμηνείες των πρωταγωνιστών του κερδίζει σε αληθοφάνεια.

Έρχεται το  τέλος της τρίτης και τελευταίας πράξης, αφήνοντας μας με ερωτηματικό- κάτι που αν το καλοσκεφτούμε λιγάκι, δεν είναι δα και τόσο κακό. Πολλά είναι αυτά στη ζωή που μένουν αναπάντητα και κενά. Με αυτό το τέλος, ο σκηνοθέτης-σεναριογράφος έχει καταφέρει να μας φέρει ακόμη πιο κοντά στους χαρακτήρες καθώς τους γνωρίσαμε και εξοικειωθήκαμε με αυτούς, αλλά και τους παρακολουθήσαμε -βρεθήκαμε στα όρια της ηδονοβλεψίας!


Θα μείνει στο νου μας ως μια γοητευτική ταινία που κυλά ευχάριστα στη διάρκεια των 100  λεπτών.


Βαθμολογία 3/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Zwei Leben (Two Lives) Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία : Georg Maas
Ηθοποιοί : Juliane Köhler, Sven Nordin, Liv Ullmann, Julia Bache-Wiig, Klara Manzel, Dennis Storhøi, Ken Duken.

Υπόθεση : Ύστερα από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ανοίγει η υπόθεση εκδίκασης για "τα παιδιά του πολέμου" γνωστά ως lebensborn.  Η Νορβηγίδα Katrine Evensen (Juliane Köhler) βλέπει την ειδυλλιακή ζωή της να καταρέει ,καθώς αρνείται να καταθέσει εναντίον του Νορβηγικού κράτους στο δικαστήριο, κι έτσι να βοηθήσει τα υπόλοιπα "παιδιά του πολέμου" να βρουν το δίκιο τους, όπως έκανε η ίδια.

Βασισμένο εν μέρει στο βιβλίο της Γερμανίδας συγγραφέως Hannelore Hippe, με τον τίτλο " Ice Ages" το ιστορικό δράμα μυστηρίου του Georg Maas αποτέλεσε την Γερμανική συμμετοχή για το όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2013. 

Το σενάριο της ταινίας κινείται σε ένα ιστορικό υπόβαθρο. Πιο συγκεκριμένα ερευνά τις τραγικές συνέπειες του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, και την ιστορία "των παιδιών του πολέμου" γνωστά ως lebensborn, τα οποία όντας παιδιά Ευρωπαίων γυναικών και Γερμανών στρατιωτών του πολέμου,αποχωρίστηκαν από τις μητέρες τους και στάλθηκαν στην Γερμανία ως παιδιά-προϊόντα της αρίας φυλής, με την απόλυτη συγκατάθεση των χωρών προέλευσης των μητέρων. Βάζοντας στο μικροσκόπιο την ζωή μιας μεσήλικης γυναίκας ονόματι Katrine Evensen ,η οποία ισχυρίζεται πως στο παρελθον το έσκασε από την Ανατολική Γερμανία για να σμίξει με την Νορβηγίδα μητέρα της, η ταινία ερευνά και την υπόθεση των υπόλοιπων παιδιών του πολέμου της Νορβηγίας.

Από το σενάριο δεν λείπει και μια αύρα μυστηρίου όμως, καθώς εξ αρχής μας παρουσιάζονται πληροφορίες που περνάει πολύ ώρα μεχρι να τις βάλουμε σε μια λογική σειρά για να συνθέσουμε το παζλ της ζωής της Katrine Evensen. Η πλοκή δεν είναι γραμμική, και κάνει συνεχώς πισωγυρίσματα, πράγμα που μπερδεύει, αλλά κρατάει το ενδιαφέρον του θεατή.

Η σκηνοθεσία της ταινίας αν και δεν έχει κάτι πρωτότυπο να παρουσιάσει , εξυπηρετεί απόλυτα την ανάπτυξη της πλοκής.
Ο σκηνοθέτης Georg Maas που συμμετύχε στην διασκευή του σεναρίου, κατασκευάζει την ιστορία με τέτοιον τρόπο, ώστε οι θεατές να ξέρουν περισσότερα πράγματα για την (διπλή) ταυτότητα της πρωταγωνίστριας από τους υπόλοιπους χαρακτήρες.(πχ το ότι μιλάει με άγνωτα άτομα από το παρελθόν της και κάνει μεγάλα ταξίδια από την Νορβηγία στην Γερμανία κλπ). Μ' αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να θέσει το κοινό ως σύμμαχο της Katrine, καθώς κατά κάποιον τρόπο ο θεατής μπαίνει μέσα στις σκέψεις της, νιώθει τα ηθικά της διλήμματα και τελικά δημιουργεί μια σχέση εμπάθειας μαζί της. Κάτι όμως που δεν αποδίδει στο μέγιστο δεδομένου του μεγάλου όγκου πληροφοριών που δίνονται στην ταινία. Ειδικά για το κοινό που δεν γνωρίζει πολλά σχετικά με τα ιστορικά αυτά γεγονότα , η ανάλυση τους θα πάρει ώρα , κλέβοντας έτσι την προσοχή τους από την πρωταγωνίστρια.

Η πρώτη ώρα της ταινίας μας παρουσιάζει την ζωή της Katrine και μας δίνει να καταλάβουμε ότι είναι πιο περίπλοκη από την άποψη ότι δεν είναι απλά ένα παιδί του πολέμου αλλά έχει πιο περίπλοκο παρελθόν. Το τελευταίο μισάωρο όμως αποδίδει τα μέγιστα όσον αφορά την αγωνία και τις εντάσεις που δημιουργούνται όταν η οικογένεια της Katrine μαθαίνει πως όλη η ζωή τους ήταν βασισμένη σε ένα ψέμα. Η Katrine όμως τονίζει ότι οι αναμνήσεις, η αγάπη και η ζωή που είχαν ήταν μια πραγματικότητα. Το μελανό σημείο του σεναρίου είναι το πραγματικά απότομο τέλος.

Η φωτογραφία με τα έντονα κορεσμένα χρώματα σε συνδυασμό με το άγωνο, φυσικό τοπίο συνθέτει μια ατμόσφαιρα μελαγχολίας και νοσταλγίας.

Το εξαιρετικά δυναμικό cast  της ταινίας δίνει πολύ δυνατές ερμηνείες. Η Γερμανίδα Juliane Köhler στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Katrine Evensen είναι κάτι παραπάνω από πειστική, μας καθηλώνει με την εξαιρετικών προδιαγραφών ερμηνεία της.( να σημειωθεί πως χρειάστηκε να μάθει Νορβηγικά για τις ανάγκες της ταινίας.) Η Liv Ullmann, ένας ζωντανός θρύλος του Νορβηγικού σινεμά, είναι ίσως η καλύτερη επιλογή για τον ρόλο της μητέρας της Katrine. Μια βαθιά συγκινητική ερμηνεία. Επίσης, πολύ καλός όσον αφορά το υποκριτικό κομμάτι ο γοητευτικός Ken Duken στον ρόλο του αυστηρού, αλλά τίμιου δικηγόρου Solbach.

Το υπαρξιακό και συνάμα ηθικό δίλημμα που παρουσιάζει η ταινία μας βάζει σε σκέψεις. Τα ψέμματα δεν φέρνουν ποτέ την ευτυχία και κάποια στιγμή ,αργά ή γρήγορα, αποκαλύπτονται καταρρίπτοντας τον "πύργο από τραπουλόχαρτα" που έχουμε φτιάξει. Η ανάγκη όμως για μια οικογένεια και αγάπη μπορεί ίσως να αποτελέσει καλή δικαιολογία για πολλά.Mια καλοφτιαγμένη ταινία που συγκινεί και αναλύει πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Αξίζει τον χρόνο σας! 


Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 3,5/5

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

The Zigzag Kid κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Vincent Bal
Ηθοποιοί: Thomas Simon, Fedja van Huet, Jessica Zeylmaker

Φλαμανδική οικογενειακή ταινία βασισμένο στο best seller του Ισραηλινού Νταβίντ Γκρόσμαν, που ξεδιπλώνει ένα χρονικό αυτοανακάλυψης και πρόωρης ενηλικίωσης με τους όρους μιας περιπέτειας μυστηρίου.

Υπόθεση ταινίας: Ο ατίθασος Νόνο, μεγαλωμένος χωρίς μητέρα και από παιδί συνεπαρμένος με το επάγγελμα του αστυνομικού πατέρα του, στέλνεται στον θείο του για νουθεσία, όμως στο τρένο ανακαλύπτει πως ο μπαμπάς του κανόνισε αστυνομικό παζλ προς εξιχνίαση.

Όταν ξεκινά να ξεδιπλώνεται το μυστήριο της ιστορίας και του όλου detective thing, εσύ σαν θεατής αφήνεσαι, σε συνεπαίρνει το παραμυθάκι που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου. Αλλά η διάρκεια αυτού, μικρή. Γιατί? Επειδή η απεικόνιση της ιστορίας έχει άνευρο χαρακτήρα, δεν έχει την ένταση που ίσως απαιτεί η ιστορία, Επίσης νιώθεις ότι αυτό κάπου το έχεις ξαναδεί.

Τα ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας περιορίζονται σε ορισμένες καλές ερμηνείες όπως αυτή του μικρού πρωταγωνιστή Thomas Simon (για ακόμη μια φορά την ταινία σώζουν οι μικροί ηθοποιοί) γεμάτη σκανταλιά και ενέργεια, αλλά και αυτή της Jessica Zeylmaker που υποδύεται την κάτι σαν μητριά του μικρού ήρωα, μια γυναικεία παρουσία γεμάτη μπρίο και ζωντάνια.


Ένα ακόμη ενδιαφέρον κιν/κο στοιχείο είναι οι αφηγηματικές τρίπλες που κάνουν την εμφάνισή τους όπου ο ήρωας παίρνει ενεργό μέρος σε κομμάτια του παρελθόντος ενώ βρίσκεται στο παρόν του.


...Φαίνεται να υπόσχεται πολλά σαν ταινία (όπως δράση των παιδικών περιπετειών βλ. "Hugo") αλλά δυστυχώς δεν καταφέρνει να τηρήσει το λόγο της. Στο σύνολό της, είναι άνευρη, προβλέψιμη αλλά και γελοία ως προς την πλοκή αλλά και τους χαρακτήρες. Παράλληλα, μερικοί από τους ηθοποιούς, παρασύρονται από την παιδικότητα της ταινίας και κάνουν και αυτοί σαν παιδιά...Πράγμα όχι ιδιαίτερα ευχάριστο.


Σίγουρα έχουν περάσει πολύ καλύτερες παιδικές περιπέτειες από την μεγάλη οθόνη.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Σάββατο, 15 Νοεμβρίου 2014

Horns Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία : Alexandre Aja
Ηθοποιοί : Daniel Radcliffe, Juno Temple,  Heather Graham, Max Minghella, Kelli Garner, Sabrina Carpenter,Joe Anderson

Υπόθεση : Ο νεαρός Ig Perrish (Daniel Radcliffe) μετά την άγρια δολοφονία της αγαπημένης του Merrin Williams (Juno Temple) κατηγορείται ως ο υπ'αριθμόν ένα ύποπτος. Και σαν να μην έφτανε αυτό ,εμφανίζει και ένα ζευγάρι κεράτα στο κεφάλι του που όμως όπως αποδεικνύεται του δίνουν τη δυνατότητα να εκμαιεύει τα πιο ενδόμυχα μυστικά των ανθρώπων. Με όπλο του την οργή και την εκδίκηση και τα μαγικά κέρατα θα ψάξει να βρει τον πραγματικό δολοφόνο.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Joe Hill, "η μεταμόρφωση" είναι μια υβριδική ταινία που αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Αν και αρκετά υποσχόμενη η υπόθεση της ταινίας, κάπου στην ανάπτυξη της πλοκής χάνει την μπάλα.

Θα την χαρακτήριζα περισσότερο ως μαύρη κωμωδία με φαντασιακά στοιχεία παρά ως θρίλερ ή ταινία τρόμου.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Alexandre Aja είναι αρκετά ευρηματική και ορισμένα πλάνα είναι απλά χάρμα οφθαλμών. Επίσης, η διακωμώδηση βιβλικών συμβολισμών και ο σουρεαλιστικός χαρακτήρας της ταινίας βγάζουν αρκετό γέλιο. 

Αν και η εξαιρετική φωτογραφία σε συνδυασμό με το επιβλητικό βουκολικό τοπίο εμπνέουν μια ατμόσφαιρα μυστηρίου κάτι τέτοιο δυστυχώς απουσιάζει από την πλοκή του σεναρίου. Όταν λοιπόν η κεντρική σεναριακή ιδέα βασίζεται σε ένα "who done it" ερώτημα περιμένουμε πολύ παραπάνω μυστήριο και μια κλιμάκωση που δεν έρχεται ποτέ. Όσο για το ποιος σκότωσε την άτυχη Merrin αυτό είναι τόσο τρανταχτά φανερό καθώς εξελίσσεται η πλοκή που δεν μας κάνει καμιά εντύπωση όταν επιβεβαιώνεται.

Το σενάριο έχει αρκετά κενά και προς το τέλος της δεύτερης πράξης κάνει μεγάλη κοιλία. Κατά την γνώμη μου η διάρκεια της ταινίας είναι υπερβολικά μεγάλη και κάπου αρχίζει να κουράζει. Η τρίτη πράξη είναι κάπως άδετη με το υπόλοιπο της ταινίας και μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα μάλλον κλισέ λυτρωτικό τέλος. Κι αυτό αφού λίγο πριν το τέλος εμφανίζονται για πρώτη και τελευταία φορά εξαιρετικά ειδικά εφέ για να δώσουν μια σταγόνα τρόμου.

Οι αναδρομές στο ειδιλιακό παρελθόν του ζεύγους Merrin-Ig δίνουν όμορφη χροιά στην ιστορία. Το συνεχές όμως voice over από τον Daniel Radcliffe κουράζει χωρίς να είναι απαραίτητο.

Στα θετικά η εξαιρετική μουσική επένδυση που σε ταξιδεύει.
Οι ερμηνείες στο σύνολο τους αξιόλογες. Ο Daniel Radcliffe, δίνει μια ικανοποιητική ερμηνεία, αγκλιάζοντας το dark side του έτσι ξεπλένει την ρετσινιά του μικρού μάγου από πάνω του. H Juno Temple ως Merrin δεν βρίσκει την δυνατότητα να δείξει τον υποκριτικό της ταλέντο σε μεγάλο βαθμό μιας και ο ρόλος της είναι πολύ κλισέ και δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Μια κοπέλα ,αγία με το χαμόγελο στα χείλη χωρίς κανένα ελλάτωμα. Θα περιμέναμε έναν πιο σύνθετο χαρακτήρα με τον οποίο θα μπορούσε να ταυτιστεί το κοινό και να τον συμπονέσει, με λίγα λόγια ένας τόσο τέλειος χαρακτήρας δεν πείθει και πολύ. Επίσης, πολύ καλή η ερμηνεία του Joe Anderson ως Terry Perrish , αδελφού του Ig και μουσικού της jazz. Η χημεία αυτών τον δύο και το bromance μας αποζημιώνει για πολλά. Εξαιρετικός και ο Max Minghella στον ρόλο του κολλητού φίλου του Ig, Lee.

Mια ταινία που ενώ έχει τα εφόδια να κινηθεί στα όρια της σάτιρας, ανακατεύει πολλά πράγματα μαζί και αγγίζει τελικά τα όρια της παρωδίας με προβλέψιμες ανατροπές, δίχως σφιχτό σενάριο και πολλές δόσεις φτηνού χιούμορ.Καλές ερμηνείες και μια ταινία που μπορεί να βγάλει γέλιο άμα την δείτε με φίλους, αλλά δεν την προτείνω αν θέλετε κάτι ψαγμένο.

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 2/5

Πέμπτη, 13 Νοεμβρίου 2014

Ένα Περιστέρι Έκατσε σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:Roy Andersson
ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Holger Andersson, Nils Westblom

Σίγουρα ένας τόσο πρωτότυπος και παράξενα αστείος τίτλος δεν περνά απαρατήρητος..
Με παιχνιδιάρικη ατμόσφαιρα και θεόπικρο χιούμορ λοιπόν, το "Περιστέρι", ένα ίσως παράξενο δημιούργημα, ενός από τους πιο σουρεαλιστές και σχολαστικούς σκηνοθέτες του Ευρωπαικού κιν/φου, σατιρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Βραβευμένο με το Χρυσό Λιοντάρι στη φετινή Βενετία, το "Περιστέρι", ολοκληρώνει την άτυπη τριλογία (όπως μας πληροφορεί η έναρξη του φιλμ) η οποία αποτελείται από τα «Τραγούδια Από το Δεύτερο Όροφο» (2000) και το «Εσείς οι Ζωντανοί» (2007). Εμπνευσμένος από τον Φλαμανδό ζωγράφο Πέτερ Μπρούγκελ, -απ' όπου και ο τίτλος της ταινίας, και τον Ομηρο, ο Roy Andersson έχτισε την τελευταία του ταινία «Ένα Περιστέρι Έκατσε σε Ένα Κλαδί Συλλογιζόμενο την Ύπαρξή του» σαν ένα ζωγραφικό ποίημα.

Υπόθεση ταινίας: Δύο κακόμοιροι πωλητές στην προσπάθειά τους να πουλήσουν μια πραμάτεια από δόντια βρικόλακα και λαστιχένιες μάσκες, ένας άντρας κοιτάζει προθήκες με βαλσαμωμένα ζώα σε ένα μουσείο φυσικής ιστορίας. Σε μια από αυτές, ένα περιστέρι σ' ένα κλαδί. Τρεις σύντομες βινιέτες που ονομάζει ο σκηνοθέτης «τρεις συναντήσεις με τον θάνατο» και που περιέχουν ακριβώς ό,τι υπόσχονται. Με όλη την ακατανόητη παραδοξότητα: την αίσθηση της ειρωνείας, της τραγωδίας και του αστείου που έχει η ζωή και ο θάνατος καθώς και την απόλυτη αδυναμία της ανθρωπότητας.


Το κινηματογραφικό έργο του Anderson αναμφισβήτητα έρχεται σε σύγκρουση με την κλασσική πλέον και πανταχού παρούσα αφήγηση, που βασίζεται σε μια παραδοσιακή δραματουργία. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι κεντρικοί ήρωες (εκτός από τους 2 αυτούς καημένους μικροπωλητές που τους παρακολουθούμε ενώ προσπαθούν να πουλήσουν τα παράξενα προιόντα τους), δεν υπάρχει η γραμμική αφήγηση με αρχή, μέση και τέλος της πλοκής. Η μια ιστορία διαδέχεται την άλλη, άσχετες φαινομενικά μεταξύ τους αλλά με κεντρικό άξονα το στοιχείο της κωμικοτραγωδίας και του υπαρξιακού προβληματισμού. 

Το έργο του ξεφεύγει και από την συνηθισμένη κίνηση της κάμερας. Όλα τα πλάνα κατά τη διάρκεια της ταινίας είναι 'ακίνητα' και κινηματογραφημένα από την ίδια πάντα γωνία, που ενώ είναι μακριά από τους χαρακτήρες, εμείς, κατά έναν περίεργο τρόπο, τους νιώθουμε κοντά.

Ο μοναδικά εκκεντρικός Σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος  παρουσιάζει έναν  φωτεινό μα παράλληλα κλειστοφοβικό κόσμο, μια πραγματικότητα όχι εντελώς άγνωστη για εμάς, χωρίς όμως να μας δίνει κάποιο περαιτέρω πάτημα, μια παραπάνω εξήγηση. Μάλιστα, δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει ώστε και να το κάνει.


Ο κόσμος του αυτός, προκαλεί γέλιο αλλά και προβληματισμό ως προς τη σύγχρονη, απρόσωπη ανθρωπότητα.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Τρίτη, 11 Νοεμβρίου 2014

Σινέ-προτάσεις, Νοέμβριος 2014

OLD CLASSIC
"Witness for the Prosecution" (Η.Π.Α, 1957)

Σκηνοθεσία: Billy Wilder
Ηθοποιοί: Charles Laughton, Tyrone Power, Marlene Dietrich, Torin Thatcher

Υπόθεση: Πετυχημένος δικηγόρος αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός γοητευτικού άντρα που κατηγορείται για τη δολοφονία μιας ζάπλουτης χήρας.

Bασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα τη Aγκάθα Κρίστι, ένα δικαστικό δράμα, γεμάτο σασπένς και ίντριγκα, με υπέροχες ερμηνείες και απρόσμενο τέλος που σε καμμιά περίπτωση δεν σου πέρασε από το μυαλό.
O "Μάρτυρας Κατηγορίας" έχει χαρακτηριστεί σταθμός για το δικαστικό δράμα.

Υ.Γ: Μια στα 50 χρόνια σασπένς σαν αυτό! 
http://www.imdb.com/title/tt0051201/?ref_=nv_sr_3



CINEFIL

"Fanny and Alexander" (Σουηδία,Γαλλία, 1982)

Σκηνοθεσία: Ingmar Bergman
Ηθοποιοί: Bertil Guve, Pernilla Allwin, Borje Ahlstedt, Peter Stormare, Lena Olin

Το αριστουργηματικό έργο του Bergman που βραβεύτηκε με 4 βραβεία όσκαρ, μεταξύ των οποίων και με Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας. Πρόκειται για ένα δράμα που επικεντρώνεται στα 2 μικρά αδέρφια, τη Fanny και τον Alexander και τη σχέση με την καινούρια τους οικογένεια.
Ο Bergman προόριζε το έργο αυτό για την τηλεόραση και γι' αυτό το λόγο σκηνοθέτησε δυο εκδοχές-την τηλεοπτική (312 λεπτών) και την κινηματογραφική (189 λεπτών), που προβλήθηκαν αμφότερες στους κινηματογράφους.
Υπόθεση:Στις αρχές του 20ου αιώνα, δύο μικρά αδέλφια ζουν στο περιβάλλον της οικογένειας Έκνταλ. Μετά τον θάνατο του πατέρα τους, η μητέρα τους θα ξαναπαντρευτεί έναν επίσκοπο, που όμως θα κάνει την ζωή των μικρών παιδιών πολύ δύσκολη.
http://www.imdb.com/title/tt0083922/?ref_=nv_sr_3

Σινέ-διασκέδαση για όλους:
"Το Κλάμα Βγήκε από τον Παράδεισο" (Ελλάδα, 2001)

Σκηνοθεσία: Θανάσης Παπαθανασίου, Μιχάλης Ρέππας
Ηθοποιοί: Άννα Παναγιωτοπούλου, Mίρκα Παπακοσταντίνου,Τάσος Χαλκιάς κ.α

Κωμωδία με αιχμηρές και ξεκαρδιστηκές ατάκες σε όλο το μήκος της ταινίας.
Πρόκειται για μια από τις μεγαλύτερες ελληνικές παραγωγές, μια παρέλαση από καταξιωμένους και αγαπημένους Έλληνες ηθοποιούς.
Στοιχείο της, η νοσταλγική διακωμώδηση προς όλο το φάσμα του παλιού ελληνικού κιν/φου της δεκαετίας του '60 και κυρίως τις εμπορικές ταινίες της Φίνος Film.

http://www.imdb.com/title/tt0298954/?ref_=fn_al_tt_2

SMALL DIAMONDS
"Chicken with Plums" ( Γερμανία,Γαλλία, 2011)

Σκηνοθεσία: Vincent Paronnaud και Marjane Satrapi
Ηθοποιοί: Mathieu Amalric, Maria de Medeiros, Edouard Baer, Isabella Rossellini, Jamel Debbouze

H δημιουργός του "Persepolis", Satrapi επιστρέφει με αληθινούς ηθοποιούς και διασκευάζει ένα δικό της κόμικς σε ένα απολαυστικά τρυφερό,ερωτικό δράμα. Από τις πιο όμορφες ταινίες που έχει βγάλει ο Ευρωπαικός κιν/φος. Θα την αγαπήσετε.

Υπόθεση:Ένας ταλαντούχος μουσικός αποφασίζει να δώσει τέρμα στη ζωή του, μετά από τη καταστροφή του αγαπημένου του βιολιού. 
Μετά το μοναδικό φιλμ κινουμένων σχεδίων «Persepolis», η Satrapi επιστρέφει με αληθινούς ηθοποιούς 
http://www.imdb.com/title/tt1663321/?ref_=fn_al_tt_1


Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:
"Cracks"  (Μ.Βρετανία,Ιρλανδία, 2009)


Σκηνοθεσία: Jordan Scott
Ηθοποιοί: Eva Green, Juno Temple, Maria Valverde, Sinead Cusack, Imogen Poots

Η κόρη του Ρίντλεϊ Σκοτ κάνει το μεγάλου μήκους ντεμπούτο της με ένα ανεξάρτητο δραματικό φιλμ, βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Sheila Kohler. 
Μια ταινία με ατμοσφαιρική και αινιγματική πλοκή και την Eva Green να δίνει μια ακόμη σαγηνευτική ερμηνεία.

Υπόθεση:Στην δεκαετία του 30 σε ένα νησί στην αγκαλιά σε ένα ιδιωτικό σχολειό μια ομάδα εσώκλειστες μαθήτριες ακολούθου πίστα το πρότυπο τους, την καθηγήτρια Τζι. Οι μέθοδοι της το ανεξάρτητο πνεύμα της και το ελεύθερο στιλ της κεντρίζουν το ενδιαφέρων των κοριτσιών που την λατρεύουν. Όταν στο σχολειό καταφθάνει η Φιαμμα. Η Ισπανίδα πλούσια πριγκίπισσα είναι αυτή που θα προσελκύσει το ενδιαφέρων την κυρίας Τζι μπλέκοντας όλους σε μυστικά ψέματα μέσα στο ειδυλλιακό περιβάλλον του σχολειού.
http://www.imdb.com/title/tt1183665/?ref_=fn_al_tt_1


Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη


Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Βlue ruin κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:Jeremy Saulnier
Ηθοποιοί: Macon Blair, Devin Ratray, Amy Hargreaves


Yπόθεση ταινίας:"Η ήσυχη ζωή ενός μυστηριώδους περιθωριακού τύπου, αναστατώνεται από κάποια συνταρακτικά νέα. Εξοργισμένος, επιστρέφει στη γενέτειρα του με σκοπό την εκδίκηση. Σύντομα θα βρει τον εαυτό του μπλεγμένο σε μια βίαιη μάχη προσπαθώντας να προστατέψει την αποξενωμένη οικογένεια του."

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά, δεν μπορείς να μην αισθανθείς την επιβλητικότητα της φωτογραφίας. Η ταινία γίνεται ακόμη πιο μυστήρια και ατμοσφαιρική χάρης αυτήν (την οποία έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης που είναι διευθυντής φωτογραφίας και αυτή είναι η 2η σκηνοθετική του δουλειά). 

Παρακολουθώντας τις πρώτες σκηνές, αργούμε να καταλάβουμε την πραγματική αξία αυτού του έργου, καθώς απουσιάζουν η ομιλία και η δράση. Ειδικά στην περίπτωση των θρίλερ, αυτό προκαλεί (φυσικά) βαρεμάρα . Όταν όμως "προχωράμε" πιο βαθιά στην ταινία, παρατηρούμε πως δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο θριλεράκι αμερικάνικης παραγωγής. .


H ιστορία εκδίκησης ξεκινά να ξετυλίγεται μπροστά μας. Κανένα από τα πλάνα δεν αποτελεί άσκοπη κίνηση της κάμερας.  Όλα έχουν τη δική τους "ομιλία". Μέσα από τα καλαίσθητα αυτά πλάνα, νιώθουμε την απερίγραπτη οργή του ήρωα, τη μοναξιά που τον κατακλύζει εδώ και χρόνια λόγω της οικογενειακής απώλειας που βιώνει, την επιμονή του -παρά τις καθόλου τυχαίες γκάφες που τον δείχνει η σκηνοθεσία να κάνει, ώστε να συνεχίσει και να ολοκληρώσει τον σκοπό του με οποιοδήποτε τίμημα καθώς αδιαφορεί για την κατάληξη αυτού. Η ερμηνεία του Macon Blair σε συνδυασμό με το πάντα αινιγματικό του βλέμμα κάνει ακόμη πιο μυστήρια την ατμόσφαιρα των "Ερειπίων".

To "Βlue ruin" είναι ένα ακόμη ιδιαίτερο, χαμηλών τόνων κομμάτι του ανεξάρτητου Αμερικάνικου κιν/φου, που καταφέρνει-παρά το γεγονός πως οι χαρακτήρες μιλάνε μία στο τέταρτο, να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή. Έτσι και εμείς καθόμαστε πιο αναπαυτικά στο κάθισμά μας περιμένοντας τη συνέχεια.

Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

We are the best κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:  Lukas Moodysson
Hθοποιοί:  Mira Barkhammar, Mira Grosin, Liv LeMoyne

Η ταινία "We are the Best!" είναι βασισμένη στο κόμικ που σχεδιάστηκε από την γυναίκα του σκηνοθέτη, Coco Moodysson.  Έχει προβληθεί σε παγκόσμια πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, στη συνέχεια συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Τορόντο ενώ κέρδισε το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τόκυο.

Yπόθεση: Tρεις μικρές επαναστάτριες στη Στοκχόλμη της δεκαετίας του ’80, η Μπόμπο, η Κλάρα και η Χέντβιγκ, οι οποίες παρά τις διαφορές τους βρίσκουν το κοινό τους στοιχείο στη μουσική και φτιάχνουν μια μπάντα χωρίς να έχουν μουσικά όργανα, θέλοντας να αποδείξουν ότι η πανκ μουσική δεν έχει πεθάνει και ότι εκείνες είναι «οι καλύτερες».

Σε συνέχεια των "Δείξε μου Αγάπη", "Μαζί" και "Λίλια για Πάντα", η έβδομη ταινία του Lukas Moodysson που θυμίζει κάτι από το παρθενικό του "Fucking Amal", παρουσιάζει την Μπόμπο, την Κλάρα και τη Χέντβιγκ, σε μια προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης από τους μεγάλους και το σχολείο. 

Mια ιστορία τρυφερή, συγκυνητική και παράλληλα αστεία με τον δικό της τρόπο. Τρία κοριτσάκια προσπαθούν και τολμούν να ξεχωρίσουν και κρατήσουν τον δικό τους μοναδικό χαρακτήρα και αυθεντικό στυλ, πάρα το γενικό "ωραίο" που επικρατεί. Μέσα από τα αλύπητα χτυπήματα που δίνουν στα drums τους φωνάζουν "Tολμάμε γιατί μπορούμε και γιατί έτσι θέλουμε!" Και δεν έχουν κανένα άδικο. Τα "αλύπητα" αυτά χτυπήματα συνοδεύει και ένα γεμάτο ένταση και ρυθμό soundtrack από σουηδική punk.

Τα βλέμματα τραβάνε οι τρεις μικρές Mira Barkhammar, Mira Grosin και Liv LeMoyne στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η κάθε μια με τη δική της ζωντάνια και το δικό της θράσος. Τελικά ισχύει αυτό που λέγεται πως οι μικροί ήρωες σώζουν πολλές φορές τις ταινίες..

Μέσα από όλη αυτή την "τσαχπίνικη" διάθεση της ταινίας και έχοντας έναν υπαρξιακό  γνώμονα να περικλείει τη θεματική της ενότητα, βγαίνει ένα χρήσιμο δίδαγμα για το ότι ο καθένας μας έχει δικαίωμα να κρατήσει το προσωπικό του στυλ-όποιο και αν είναι αυτό, αλλά και να παλέψει για αυτό.

Να προσθέσω επίσης πως δυστυχώς δεν λείπει η σεναριακή κοιλία που τραβά από τα μαλλιά την πλοκή.

Παρά το τελευταίο αυτό αρνητικό στοιχείο, πρόκειται για μια ξεχωριστή ταινία για την εφηβεία, λουσμένη από επαναστατικό πνεύμα και ζεστό χιούμορ.
Το "We are the best" δίνει τη δική του "μπουνιά" στο  bullying και στην κοινωνική κατακραυγή.
Kαλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5


Interstellar Κριτική Ταινίας

Σκηνοθεσία : Christopher Nolan
Ηθοποιοί : Matthew McConaughey, Anne Hathaway ,David Gyasi ,Wes Bentley, Jessica Chastain, Mackenzie Foy, Michael Caine, Matt Damon, Timothée Chalamet, Casey Affleck
“Interstellar” ο τίτλος μιας από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες της χρονιάς και όχι άδικα. Ένα πομπώδες υπερθέαμα ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας και σίγουρα εντυπωσιάζει και με το παραπάνω.

Υπόθεση : Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον, τα περιβαλλοντικά προβλήματα έχουν καταστήσει την ζωή στον πλανήτη γη δυσμενή. Ο Cooper (Matthew McConaughey) πρώην πιλότος και μηχανικός της NASA, είναι πλέον ένας αγρότης όπως και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού και επίσης ένας χήρος πατέρας δυο παιδιών. Μαζί με την πανέξυπνη κόρη του Murph (Mackenzie Foy) βρίσκουν τις συντεταγμένες για την βάση της NASA. Εκεί ο Cooper ξανασυναντά έναν παλιό του γνώριμο τον Dr.Brand(Michael Caine) και καλείται να ηγηθεί μιας αποστολής για την εύρεση κατοικήσιμων περιοχών σε άλλους πλανήτες, μιας και η δυνατότητα ζωής στη γη φτάνει προς το τέλος της. Θα καταφέρει τελικά ο Cooper παρά το χωρο-χρονικό παράδοξο να σώσει τη ζωή στον πλανήτη γη και να σμίξει με την οικογένεια του; 

Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν φανερές επιρροές από διάφορους σκηνοθέτες και ταινίες μέσα στην ταινία (βλ. Kubrick , Cuaron και 2001:The Space Odyssey, Gravity αντίστοιχα) το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Christopher Nolan δεν προσπαθεί να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη επιχειρώντας να μιμηθεί άλλους, παρά αφήνει την δική του προσωπική σφραγίδα, του τελειομανούς οραματιστή σκηνοθέτη όπως μόνο ο ίδιος ξέρει.

Το σενάριο συνδέεται πανέξυπνα με την σκηνοθετική διαύγεια του Nolan και χάρη σ’ αυτό τα συνολικά 169’ της ταινίας (ευτυχώς) δεν κουράζουν τον θεατή όπως εύλογα κάποιος μπορεί να υποθέσει.

Το κλειδί της ταινίας αυτής κρύβεται στο συναίσθημα, αυτή είναι η κινητήρια δύναμη, η αγάπη. Πιο ειδικά η πρώτη ώρα της ταινίας αφιερώνεται στις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι στη γη , και αυτές τις παρατηρούμε στα πλαίσια της οικογένειας του Cooper. Κυρίως σ’ αυτό το σημείο βλέπουμε να χτίζεται η σχέση του με την κόρη του Murph. Η υπόλοιπη ταινία είναι ένα κράμα παράλληλης αφήγησης των γεγονότων που συμβαίνουν στο διάστημα και αυτών που λαμβάνουν χώρα στη γη.

Ένα υπαρξιακό δράμα- περιπέτεια με εκτεταμένες δόσεις κλισαδούρικου μελοδράματος συνθέτουν πέρα από ένα μεθυστικό οπτικό υπερθέαμα και ένα οπτικοακουστικό κείμενο που δίνει αφορμή για σκέψη.

Στο σενάριο παρατηρούμε αρκετές ανατροπές, στιγμές μεγάλης αγωνίας και ορισμένα σημεία ειρωνείας. Η ταινία αυτή πραγματεύεται ένα τεράστιο ζήτημα, έχει μια υπαρξιακή θεματολογία και με την βοήθεια ποικίλων θεωριών μαγεύει τον θεατή. Το μυστικό είναι το δυνατό συναισθηματικό θέμα, η δυνατή σχέση πατέρα κόρης που ξεπερνά τα εμπόδια χρόνου και χώρου. Ο Nolan δεν αφήνει το υπαρξιακό αδιέξοδο να υπερισχύσει του συναισθήματος ούτε το ανάποδο, αλλά τα παρουσιάζει αλληλένδετα. Μας δείχνει πως ο μικρόκοσμος (οικογένεια) είναι απαραίτητο κομμάτι του μακρόκοσμου (γη). Το τέλος φαντάζει λυτρωτικό και δεν αφήνει μεγάλα ερωτηματικά όπως άλλες ταινίες του πολυσυζητημένου σκηνοθέτη (βλ. Inception).

Η σκηνοθετική δεινότητα του Christopher Nolan σε άψογο συνδυασμό με την ομολογουμένως εξαιρετική φωτογραφία συνθέτουν το κατάλληλο ντουέτο για ένα καλοστημένο blockbuster!

To soundtrack , από τον απερίγραπτα ταλαντούχο Hans Zimmer είναι εκκωφαντικά, ανατριχιαστικά ταιριαστό με το οπτικό κείμενο και αναμενόμενα εξαιρετικό. 
Για τον λόγο του αληθές , υπάρχουν και ορισμένες βολικές λύσεις και μελοδραματικά κλισέ που όμως εξυπηρετούν αποτελεσματικά τον ρόλο τους για την επίκληση στο συναίσθημα του θεατή!

Η ειρωνεία δεν λείπει ούτε αυτή, πχ το όνομα της κόρης του Cooper, Murph (από το Murphy’s law) που κατά κάποιον τρόπο είναι μια προοικονομία του ρόλου που θα παίξει η κοπέλα στη επίλυση του όλου ζητήματος της ταινίας.

Μια τόσο μεγάλη παραγωγή είναι αναμενόμενο να έχει και ένα αντιστοίχως αξιόλογο cast ηθοποιών. Ο Matthew McConaughey στον ρόλο του Cooper δείχνει για άλλη μια φορά, πως έχει ωριμάσει υποκριτικά τα τελευταία χρόνια. Η απεικόνιση του Cooper εδώ είναι ευαίσθητη, στωική και άκρως πετυχημένη.Ο Michael Caine στον ρόλο του Dr.Brand δίνει ,όπως πάντα άλλωστε, ρεσιτάλ ερμηνείας και δεν αφήνει χώρο για περαιτέρω σχόλια. Η μικρούλα Murph (Mackenzie Foy) είναι μια ευχάριστη υποκριτικά έκπληξη, μέσα στον ρόλο της ,παρά το νεαρό της ηλικίας της, κλέβει την παράσταση από την Jessica Chastain , η οποία απεικονίζει την Murph σε μεγαλύτερη ηλικία. 
Η ερμηνεία της Anne Hathaway ως Dr. Brand καλή , αλλά όχι τόσο αξιόλογη όσο την έχουμε συνηθίσει.

Συμπερασματικά, το “Interstellar” παρά τα μικρά παραπατήματα του είναι μια ταινία με τα όλα της, που υπόσχεται να σας ταξιδέψει για περίπου τρεις ώρες, να σας προβληματίσει και να σας ψυχαγωγήσει. Μην την χάσετε, και επιβάλλεται να την δείτε σε σινεμά, η οθόνη του υπολογιστή παρά είναι μικρή για μια τέτοια ταινία. (Κάτι μου λέει πως θα έχει αρκετές υποψηφιότητες για τα όσκαρ.)

Ιλόνα Αγγελίδου,
Film Critiques
Βαθμολογία : 4/5