Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Παραμονεύοντας/ Lurk κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Βασίλης Κατσίκης
Hθοποιοί: Tess Spentzos, Aris Athan, Peter Gerald, Tina Leonora

Ο Βασίλης Κατσίκης, σκηνοθέτης των «CCTV» (που έχει βραβευτεί από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κιν/φου σαν η καλύτερη ταινία για το 2004 στο Διεθνές φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) και «Άι-Φορ: Λούφα και Απαλλαγή» επιστρέφει με την νέα του ταινία με τον τίτλο «Lurk». Ένα αγγλόφωνο ψυχολογικό θρίλερ που διαδραματίζεται στην Ελλάδα του σήμερα.
Η κυβέρνηση παραιτείται κάτω από το βάρος μεγάλων σκανδάλων διαφθοράς και η Αν, σύζυγος και κόρη μεγαλογιατρών, είναι μόνη στην απομονωμένη βίλα της όταν κάποιος εισβάλλει μέσα. Ζει τον απόλυτο φόβο κυνηγημένη από τον περίεργο και βίαιο αυτό άντρα και για να σωθεί, πρέπει να παλέψει άγρια μαζί του, αλλά και να έρθει αντιμέτωπη με όσα ήξερε για την ζωή της μέχρι τότε! 

O σκηνοθέτης με αφηγηματική δεξιοτεχνία, στήνει μια αλληγορία, ανάμεσα στη ψυχική διαταραχή και στην πολιτική-κοινωνική διαφθορά. Εύστοχη επιλογή καθώς το πρώτο μπορεί κάλλιστα να επηρεαστεί άμεσα και έμμεσα από το δεύτερο. Με εμφανείς επιρροές από τον μετρ του είδους, Χίτσκοκ, τοποθετεί την ιστορία του σε μια βίλα στη μέση του πουθενά. Η σκηνογραφία και οι φωτισμοί που συνοδεύουν τη σκηνοθεσία στις σκηνές του ανθρωποκυνηγητού μέσα στη βίλα, δημιουργούν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα και προσφέρουν πετυχημένες δόσεις σασπένς. Παρά τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία, ορισμένα ουσιώδη για την πλοκή κομμάτια, όπως οι σκηνές που εκτυλίσσονται στο ψυχιατρικό ίδρυμα, πάσχουν από έλλειψη πειστικότητας με κίνδυνο να μπουν στα χωράφια της cult περιοχής. 

Η πρωταγωνίστρια Tess Spentzos, δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί εξολοκλήρου στις απαιτήσεις του ρόλου και να μπει στο πετσί μιας κοπέλας με αυτές τις ιδιαιτερότητες. Παράλληλα, ούτε ο Aris Athan στο ρόλο του μυστηριώδη νεαρού που εισβάλει στο μεγάλο σπίτι και κακοποιεί τη γυναίκα, δεν καταφέρνει να μας πείσει με την ερμηνεία του.
Όσον αφορά όμως τον Peter Gerald, που υποδύεται τον διπρόσωπο σύζυγο, δίνει μια αξιοπρεπή ερμηνεία και δείχνει να ξέρει τι κάνει.

Το σίγουρα είναι πως πρόκειται για μια φιλότιμη και σοβαρή προσπάθεια ώστε ο Ελληνικός κινηματογράφος να επεκταθεί και στο είδος του ψυχολογικού θρίλερ. Αν δεν υπήρχε η μαύρη τρύπα στο κομμάτι των ηθοποιών, η ταινία θα άφηνε πολύ καλύτερες εντυπώσεις.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Insecure/Qui Vive κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Marianne Tardieu
Hθοποιοί: Reda Kateb, Adele Exarchopoulos, Rashid Debbouze


Ένα χαμηλών τόνων, απορροφητικό κοινωνικό δράμα, είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της διευθύντριας φωτογραφίας Marianne Tardieu. H Ελληνική πρεμιέρα πραγματοποιήθηκε στο 20ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας, "Νύχτες Πρεμιέρας".

Ο Σερίφ είναι γύρω στα τριάντα και έχει επιστρέψει στο σπίτι των γονιών του. Προσπαθεί να περάσει τις εξετάσεις για να ξεκινήσει τις σπουδές του στη νοσηλευτική. Παράλληλα για να βγάλει τα προς το ζην, εργάζεται ως φύλακας σε εταιρεία σεκιούριτι. Όταν θα περάσει επιτυχώς το γραπτό μέρος των εξετάσεων και θα γνωρίσει την Τζένη, μια γυναίκα που του αρέσει, φαίνεται πως η ζωή αρχίζει να του χαμογελά ξανά. Ωστόσο, μια συμμορία παιδιών που συχνάζουν στο εμπορικό κέντρο όπου εργάζεται τον ενοχλούν συστηματικά. Για να τα ξεφορτωθεί συμφωνεί με έναν γνωστό του να τον βοηθήσει και σαν αντάλλαγμα ο Σερίφ θα πρέπει να τον ενημερώσει εμπιστευτικά για μια προσεχή αποστολή φορτίου. Ωστόσο κατά τη διάρκεια εκείνης της νύχτας, η κατάσταση ξεφεύγει από τον έλεγχο…

Το θεματικό αντικείμενο του σεναρίου θυμίζει αυτό του "Girlhood" που βγήκε στις αίθουσες μόλις την προηγούμενη εβδομάδα. Η καθημερινότητα, η ζωή στα υποβαθμισμένα παρισινά προάστια με επίκεντρο και ευαισθησία προς τις νεότερες ηλικίες, πρωταγωνιστεί και στα δύο αυτά φιλμικά κείμενα. Ο χαρακτήρας που κινεί τα νήματα της ιστορίας υπάρχει και εδώ, μόνο που αυτή τη φορά είναι αθεράπευτα συνεσταλμένος και ευάλωτος.
Ταινία που μοιάζει να μελαγχολεί με κάθε νέο λεπτό που περνά, χάρη στις ιδιαιτέρως ευαίσθητες ερμηνείες των ηθοποιών, Reda Kateb και Adele Exarchopoulos (σε μια σχετικά σύντομη εμφάνιση).  Την παράσταση κλέβει ο Reda Kateb, που κατάφερε να ξεχωρίσει στο πρόσφατο "Μακριά από τους Ανθρώπους", με μια ειλικρινή και χαμηλών τόνων ερμηνεία, δίχως πολλά λόγια. Ίσως αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή για το ρόλο του ανασφαλούς, επιφυλακτικού Σερίφ. Η Marianne Tardieu του χαρίζει αρκετά πλάνα "απομονώνοντας" τον από τον περίγυρό του, βυθισμένο και προβληματισμένο στις σκέψεις του. Στοιχείο που ταιριάζει απόλυτα με τον χαρακτήρα του Σερίφ που φαίνεται να προτιμάει τη μοναξιά και το τσιγάρο του περισσότερο από το να συναναστρέφεται με τους συναδέλφους του.

Η σκηνοθέτης  αποτυπώνει με ρεαλισμό και λιτότητα το πορτραίτο της σύγχρονης κοινωνίας που κυριαρχείται από τη μάστιγα της οικονομικής και κυρίως ηθικής κρίσης, και ενός ατόμου που κυριεύεται από ανασφάλεια ενώ προσπαθεί να επιβιώσει μέσα σε αυτήν. Όχι να ζήσει, αλλά να επιβιώσει.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

I nostri ragazzi /The Dinner κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ivano De Matteo 
Hθοποιοί: Alessandro Gassman, Giovanna Mezzogiorno, Luigi Lo Cascio, Barbora Bobulova, Rosabell Laurenti Sellers

Ιταλικό, κοινωνικό δράμα βασισμένο στο μπεστ σέλερ του Herman Koch «Tο Δείπνο». O Massimo  και ο Paolo  είναι δυο αδέρφια όχι ιδιαίτερα δεμένα. Ο πρώτος επιτυχημένος δικηγόρος και ο δεύτερος παιδίατρος. Κάθε μεταξύ τους συνάντηση εντείνει το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα τους. Οι επιλογές ζωής τους είναι εντελώς διαφορετικές και οι ίδιοι προτιμούν συχνά να τις υπερτονίζουν και να οδηγούνται σε πόλωση.  Η σύγκρουση είναι συνήθως αναπόφευκτη.  Η εμμονή του Massimo να διατηρηθεί η αδερφική επαφή με μια σειρά τυπικών δείπνων μαζί με τις συζύγους τους σε ακριβό και πολυτελές εστιατόριο, βρίσκει με απροθυμία ανταπόκριση στον Paolo. Είναι όντως αυτό όμως πραγματική αδερφική σχέση; Οι συζητήσεις τους είναι αδιάφορες ενώ ο Paolo σταθερά και ευθέως κατηγορεί τον αδερφό του για οπορτουνισμό και ανηθικότητα με αφορμή τις επαγγελματικές επιλογές του Massimo και το γεγονός ότι καλείται να υπερασπιστεί εγκληματίες. Πίσω απ’ όλα αυτά τα συγκρουσιακά ιδεολογήματα των αδερφών υποβόσκει μια βαθιά ανταγωνιστική σχέση που πιθανότητα υφίσταται από μικρότερη ηλικία. Μέχρι και η διαφορά ύψους μεταξύ αστείου και σοβαρού γίνεται αντικείμενο συζήτησης και ανταγωνισμού. Όλα αυτά συμβαίνουν στο επίπεδο των συζητήσεων μέχρι τη στιγμή που ένα περιστατικό που εμπλέκει τα έφηβα παιδιά τους, τους αναγκάζει να αναλάβουν δράση, πράγμα όμως που θα οξύνει περισσότερο τις διαφορές τους και θα τους οδηγήσει σε διαμετρικά αντίθετα μονοπάτια…

Δυο σπίτια, δυο διαφορετικές πραγματικότητες, ένα κοινό πρόβλημα. Πως η βία ξεπηδά από την καλή κοινωνία; Πως είναι ικανοποιημένοι κάποιοι σε μια ψευδαίσθηση ήρεμης οικογενειακής ζωής; Πως δημιουργείται το παγόβουνο και ξαφνικά όλοι προσκρούουν πάνω του, αντικρίζοντας απλά την κορυφή του; Η ταινία με αρκετή πρωτοτυπία θέτει κάποια κρίσιμα ηθικά διλήμματα. Κατά πόσο τελικά η ηθική είναι μια σχετική έννοια ή όχι και πόσο το συναίσθημα και η αγάπη μπορεί να παρακάμψει τους ηθικούς κανόνες και το νόμο; Οι χαρακτήρες που πλάθει αποτελούν έκπληξη καθώς ο θεατής αναμένει τελείως διαφορετικές αντιδράσεις από τον καθένα. Η τραγική φιγούρα του Paolo ενσαρκώνει το άγχος και τις εσωτερικές συγκρούσεις ενός γονιού που έρχεται κόντρα με την προσωπική του ηθική για να προστατεύσει το παιδί του μετά από έντονη εσωτερική πάλη.

Ρεαλιστικές απόλυτα και εξαιρετικές οι ερμηνείες, ιδιαίτερα προσεγμένη ταινία, που έχει να πει πράγματα. Βέβαια οι χαρακτήρες δεν αποτυπώνονται σε βάθος.  Εντούτοις πολλά αφήνονται να εννοηθούν και έτσι ο θεατής έχει την ευχέρεια να κάνει περισσότερα σενάρια και υποθέσεις. Κάτι λείπει βέβαια για να γίνει πολύ καλή ταινία αλλά σίγουρα κινητοποιεί τη σκέψη. Θίγει κάποια σοβαρά κοινωνικά προβλήματα όπως την οικογενειακή αποξένωση και την μεσοαστική υποκρισία της συγκάλυψης και του  «κουκουλώματος» αλλά θα προτιμούσαμε ίσως με ένα τρόπο πιο καυστικό και πιο αποκαλυπτικό. 

Αλεξάνδρα Τσαγάνη
Βαθμολογία 2.5/5
Film Critiques

Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

La danza de la realidad /The Dance of Reality κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Alejandro Jodorowsky
Ηθοποιοί: Brontis Jodorowsky, Pamela Flores, Jeremias Herskovits, Alejandro Jodorowsky, Axel Jodorowsky


Πολλοί είναι οι θεατές που αδημονούσαν για αυτό το έργο. O θρυλικός δημιουργός cult αριστουργημάτων όπως το «Santa Sangre» ή το «El Topo» κάνει την πρώτη του ταινία μετά το «Rainbow Thief» του 1990, μετά από είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια δηλαδή, την προβάλει στο Φεστιβάλ Καννών και τη βαφτίζει αυτοβιογραφική, παρότι είναι γεννημένη μέσα από την πιο δημιουργική, φελινική φαντασία του. Ο "Χορός της Πραγματικότητας" σηματοδοτεί τη θριαμβευτική επιστροφή ενός σπουδαίου και αμήν τι άλλο, τολμηρού δημιουργού. 

Ένα αγόρι γεννιέται το 1929 στην Τοπκαπίλα, μια μικρή παραλιακή πόλη στην άκρη της Χιλιανής ερήμου. Μεγαλώνοντας μέσα σε μια ξεριζωμένη οικογένεια, το αγόρι θα γνωρίσει από νωρίς τη γοητευτική γραμμή ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα και θα επιλέξει να ζήσει ακριβώς εκεί. Το αγόρι το λένε Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι και, προχωρώντας, θα γίνει σπουδαίος σκηνοθέτης. Ο Alejandro Jodorowsky λοιπόν παρουσιάζει την καθ' ομολογίαν πλέον αυτοβιογραφική ταινία του σε παραγωγή, σενάριο και σκηνοθεσία του ίδιου.

Δεν αποτελεί υπερβολή ο χαρακτηρισμός "ιδιοφυια" για το πρόσωπο του Χιλιανού δημιουργού. Η δημιουργική του ικανότητα, ή μάλλον καλύτερα "μαεστρία", βυθίζει τον κάθε θεατή, σε ένα μαγικό, ονειρικό σύμπαν. Στον "Χορό" μας τοποθετεί σε ένα κύκλο, σαν να θέλει να χορέψουμε όλοι μαζί με τον ίδιο, με το παρελθόν αλλά και το παρόν του. Δεν φαίνεται διατεθειμένος να κρύψει τις ιδιαιτερότητες του και τονίζει με κάθε ευκαιρία πως η πραγματικότητα δεν είναι αντικειμενική, αλλά περισσότερο ένας «χορός» που γεννιέται μέσα από την ίδια μας τη φαντασία. Μια θεωρία που βρίσκει πολλούς να συμφωνούμε μαζί της. Καθώς ξεδιπλώνεται η ετερόκλητη αυτοβιογραφία, μπορούμε να διακρίνουμε την ανάμειξη προσωπικής ιστορίας με τη μεταφορά, τη μυθολογία, ακόμη και την ποίηση και όλα αυτά μαζί να περικυκλώνονται από την αγκαλιά του σουρεαλισμού, σε σημείο να αναρωτιόμαστε τι από αυτά έχει όντως συμβεί. Με αυτό το τέχνασμα μας κάνει να πιστεύουμε πως έχουμε να κάνουμε με κάποιον ιδιοφυή..

Η ταινία διαδραματίζεται στην γενέτειρα του δημιουργού, την Χιλή και συγκεκριμένα στην Τοπκαπίλα, το χωριό όπου μεγάλωσε ο σκηνοθέτης.Βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1930 όταν κυριαρχούσε ο τότε δικτάτορας Ιμπάνιες ντελ Κάμπο. Το πολιτικό στοιχείο, πρωταγωνιστεί και αυτό στη ζωή αλλά και στο δημιουργικό έργο του Jodorowsky. Στον "Χορό" συγκεκριμένα, σημειώνεται έντονη κριτική εναντίον του καπιταλισμού και της δικτατορίας.

Χωρισμένο σε δύο δραματικά μέρη, μας αφηγείται κομμάτια από τα νεανικά του χρόνια, πρόσωπα και καταστάσεις που στοίχειωσαν την παιδική του ηλικία και τους "δαίμονες" που τροφοδότησαν την άνθιση της σουρεαλιστικής του συνείδησης. Το πρώτο μέρος εστιάζει στην περίπλοκη σχέση με τον αυταρχικό πατέρα του (τον υποδύεται ένας από τους γιους του σκηνοθέτη ο Brontis Jodorowsky). Ο πατέρας σκιαγραφείται αυστηρός στα όρια της απανθρωπιάς και της βλακείας αλλά και ως εμμονικός με τον Στάλιν καθώς ντύνεται σαν και αυτόν. Σε αυτό το κομμάτι μας συστήνεται και η πληθωρική μητέρα του που μιλά με οπερετικές μελωδίες. Στο δεύτερο μισό παρουσιάζεται η απομάκρυνση του πολιτικά πωρωμένου πατέρα από το σπίτι και την οικογένειά του με αφορμή την μεταστροφή των πολιτικών πιστεύω του. Εδώ εντοπίζεται και το θρησκευτικό στοιχείο, ενώ παράλληλα, ένα ελεύθερο ύφος γυμνού, επεκτείνεται σε όλο το εύρος της ταινίας. 

Κανένα πλάνο δεν κάνει την εμφάνιση του τυχαία. Με έντονο λυρισμό και δεξιοτεχνία, στήνονται όλες τις σκηνές και δημιουργείται ένα παραμύθι που αγγίζει απειλητικά ίσως, την πραγματικότητα.

Όποιος θεατής τον έχει γνωρίσει μέσα από τα ιδιαίτερα έργα του, και απορροφήθηκε από αυτά, θα ενθουσιαστεί μ’ αυτήν την ευκαιρία να γευτεί και πάλι το παραμυθένιο ταξίδι. Αλλά και όσοι δεν τον γνώριζαν ήδη, θα ενθουσιαστούν με αυτήν την καινούρια γνωριμία. 

Y.Γ Καθώς την παρακολουθείτε, μπορείτε να έχετε κατά νου κάτι που υποστηρίζει και ο ίδιος: "Οι ταινίες είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά πρέπει να είναι η πιο όμορφη ψευδαίσθηση" .

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Respire/Βreathe κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Melanie Laurent
Hθοποιοί: Josephine Japy, Lou de Laage, Isabelle Carre

Η Melanie Laurent μετά το “The Adopted” κάθεται για δεύτερη φορά στην καρέκλα του σκηνοθέτη, σε μία ταινία βασισμένη στο ομώνυμο νεανικό μυθιστόρημα της Anne-Sophie Brasme.

Η Τσάρλι, είναι δεκαεφτά χρονών. Ζει μέσα σε έναν “ανεμοστρόβιλο” από φίλους, συναισθήματα, πεποιθήσεις και πολλά πάθη. Είναι μία έφηβη όπως οποιαδήποτε άλλη, στο μεταίχμιο αβεβαιότητας μεταξύ παιδικής ηλικίας και ενηλικίωσης. Είναι ταλαντούχα και όμορφη, αλλά παράλληλα βουτηγμένη στις αμφιβολίες και η καθημερινότητά της βρίθει απογοητεύσεων. Κάποια στιγμή, εισβάλει στη ζωή της η Σάρα, ένα διαφορετικό νέο κορίτσι, όμορφο και με περισσό θράσος. Πρόκειται για μια αυθεντική, αληθινή προσωπικότητα, ένα αστέρι που ξέρει να κάνει τα πάντα σωστά. Ανάμεσα στις δυο κοπέλες θα ξεκινήσει μια δυνατή φιλία, όμως ο χαρακτήρας της υπέροχης αλλά εύθραυστης Τσάρλι δε μπορεί να αντέξει για πολύ τα τερτίπια και τις τσαχπινιές της απρόβλεπτης Σάρα…Οι τρόποι για να την κρατήσει για πάντα ως αποκλειστική της φίλη είναι πολλοί, ποιον θα διαλέξει όμως η Τσάρλι, στην ευαίσθητη ψυχολογική κατάσταση που βρίσκεται;

Οι δύο νεαρές ηθοποιοί Joséphine Japy και Lou de Laage, που υποδύονται τα δύο κορίτσια, αποδίδουν εξαιρετικά την περίεργη σχέση που ριζώνει, δυναμώνει και απλώνεται σιγά σιγά μεταξύ τους μέχρι που έρχεται το αποτελειωτικό χτύπημα. Μια σχέση απροσδιόριστη, πολύπλοκη. Αγνή και ταυτόχρονα απειλητική. Η Joséphine Japy ως η έφηβη Τσάρλι που πάσχει και καταπολεμά το άσθμα της, στις σκηνές συναισθηματικής κορύφωσης είναι ανατριχιαστική.

Το "Respire" μπορεί να μην είναι μια ταινία της οποίας το σενάριο σφύζει από πρωτοτυπία, έχει όμως τον τρόπο της να σε γοητεύσει αλλά και να σε απορροφήσει. Κάτι που οφείλεται στην ιδιαίτερη σκηνοθεσία της Laurent η οποία παραδίδει ευφάνταστα και έξυπνα πλάνα. Έχει στήσει ένα φιλμ που δεν κοιτά και δεν μένει μόνο στην επιφάνεια  των πραγμάτων, αλλά αντικρίζει και αντιμετωπίζει την ιστορία με ευαισθησία. Εμβαθύνει στον εσωτερικό κόσμο των κοριτσιών- ειδικά της Τσάρλι-θύμα που από την φυσιολογική αρχικά, εσωτερική πίεση της ανασφάλειας που έχει λόγω εφηβείας, παρακολουθούμε τη σταδιακή κορύφωση ώσπου θα καταλήξει στο απόλυτα έσχατο σημείο. Με αυτό το στήσιμο,η ταινία παίρνει τη μορφή ψυχολογικού θρίλερ καταστάσεων. 

Η Melanie Laurent αποδεικνύει πως εκτός από ικανή ηθοποιός-όπως φάνηκε στο "Inglourious Basterds", είναι και ικανή κινηματογραφίστρια.

Παρασκευή Γιουβανάκη,
Βαθμολογία 3/5

Σινέ- προτάσες, Απρίλιος 2015

OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:
A Man for All Seasons (1966)

Βιογραφικό ιστορικό δράμα σε σκηνοθεσία Fred Zinnemann, που κέρδισε έξι Οscar (ανάμεσα τους και αυτό της Καλύτερης Ταινίας),
Είναι βασισμένη στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Robert Bolt με θέμα τις τελευταίες μέρες της ζωής του Άγγλου νομικού, συγγραφέα και πολιτικού Sir Thomas More. 



  CINEFIL: 
  Holy Motors (2012)

Ο κ. Οσκάρ διασχίζει το Παρίσι σε μια λιμουζίνα και από το χάραμα μέχρι τα μεσάνυχτα παίζει ένα παράξενο παιχνίδι μεταμορφώσεων. Περισσότερο σινεφίλ πείραμα παρά ταινία με αρχή, μέση και τέλος, το νέο εγχείρημα του Leos Carax («Mauvais Sang», «Οι Εραστές της Γέφυρας») έπειτα από απουσία 13 χρόνων, είναι ένα τόσο οπτικά συναρπαστικό όσο και υφολογικά αμφιλεγόμενο ταξίδι στα έγκατα της αειθαλούς σχέσης ανάμεσα στη ζωή και την τέχνη. Το "Holy Motors" αποτελεί αναμφισβήτητα μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία.

Σινέ-διασκέδαση για όλους: 
UP (2009)

Ένας 80χρονος χήρος θέλοντας να κάνει το όνειρο ζωής του πραγματικότητα, θα ταξιδέψει στη Νότια Αφρική δένοντας το σπίτι του με χιλιάδες μπαλόνια…Αυτό το ενήλικο παραμύθι είναι η πιο συγκινητική στιγμή της Pixar και μιλάει για τα όσα αφήνουμε να μας προσπεράσουν και το μετανιώνουμε αργότερα.



SMALL DIAMONDS, αληθινά διαμάντια του παγκόσμιου κινηματογράφου:
Elephant (2003)
Βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα. Αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας "Death Trilogy" του δημιουργού Gus Van Sant ("Gerry", "Last Days"). Ένα αριστουργιματικό δράμα που εκτυλίσσεται σε ένα λύκειο στο περίχωρα του Portland, της πολιτείας Oregon, μια φαινομενικά συνηθισμένη μέρα. Η εξέλιξη της ιστορίας του σε αφήνει το λιγότερο άναυδο και προβληματισμένο.


Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:
Night Train to Lisbon (2013). 

Η σκηνοθεσία ανήκει στον Bille August.
Σώζοντας μια κοπέλα από την αυτοκτονία (Melanie Laurent), ο Ελβετός πανεπιστημιακός Raimund Gregorius (Jeremy Irons) θα βρεθεί από τη Βέρνη στη Λισαβόνα και από εκεί σε ένα συναρπαστικό ταξίδι στις σκοτεινές σελίδες της σύγχρονης πορτογαλικής ιστορίας.
Από το πρώτο λεπτό έως και το τελευταίο, βρίσκεσαι στη θέση του συνοδοιπόρου, χάνεσαι και συ μέσα στα στενάκια της Λισσαβόνας αλλά και του παρελθόντος. Ιδανική ταινία για τους θεατές που αναζητούν κάτι παραπάνω από κάποιες ώρες κινηματογραφικής διασκέδασης.


Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Bande de Filles /Girlhood κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Celine Sciamma
Ηθοποιοί: Tatiana Rojo, Karidja Toure, Assa Sylla, Rabah Nait Oufella, Lindsay Karamoh, Idrissa Diabate

Μια αφοπλιστική και θαρραλέα ιστορία ενηλικίωσης, «Τα Κορίτσια» είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία της Celine Sciamma, τη δημιουργό του "Tomboy". Τιμήθηκε με τα βραβεία Καλύτερης Ταινίας και Καλύτερης Φωτογραφίας στο Φεστιβάλ της Στοκχόλμης, και με το βραβείο TVE Another Look στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν, διεκδίκησε τέσσερις υποψηφιότητες στα Σεζάρ 2015 (Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Μουσικής, Ήχου και Πρωτοεμφανιζόμενης Ηθοποιού για την Karidja Toure, υπήρξε υποψήφια για το Βραβείο LUX του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Παράλληλα συμμετείχε στα φεστιβάλ του Τορόντο, της Θεσσαλονίκης, του Σάντανς και του Ρότερνταμ .
Έδρα των "Κοριτσιών", τα εργατικά προάστια του Παρισιού. 

Καταπιεσμένη από το οικογενειακό της περιβάλλον, το αβέβαιο μέλλον της στο σχολείο και από τον άγραφο νόμο που έχουν επιβάλλει τα αγόρια στη γειτονιά, η 16χρονη Μαριέμ αποφασίζει να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή όταν συναντά μια παρέα από τρία ανεξάρτητα κορίτσια. Αλλάζει το όνομά της, τον τρόπο ντυσίματός της, και παρατάει το σχολείο προκειμένου να γίνει αποδεκτή από τη συμμορία, ελπίζοντας ότι αυτός θα είναι ο δρόμος προς την ελευθερία. 

Στο προσκήνιο της ιστορίας βρίσκεται μια παρέα τεσσάρων αντισυμβατικών κοριτσιών με ανήσυχο πνεύμα, που αναζητούν τον έρωτα και το νόημα της φιλίας, συγκρούονται λεκτικά και όχι μόνο με άλλες παρέες κοριτσιών, φλερτάρουν προκλητικά με τους άλλους αλλά και με την ίδια τη ζωή. Τέσσερις πρωτοεμφανιζόμενες πρωταγωνίστριες, τέσσερις εκρηκτικές παρουσίες δίχως μεγάλη πείρα με την κάμερα, δίνουν ζωή στην ταινία με αποκορύφωμα τη μοναδική σκηνή όπου και οι τέσσερις τραγουδούν και λικνίζονται υπό τους ήχους τους τραγουδιού 'Diamonds' της Rihanna, ένα βράδυ σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, με μπλε φωτισμό, φορώντας φορέματα που έχουν πάνω τους ακόμη το αντικλεπτικό. Μια εκθαμβωτική σκηνή.

Η δεξιοτεχνική κάμερα της Celine Sciamma επικεντρώνεται στη ζωή της έφηβης Μαριέμ (εξαιρετική η Karidja Toure) που προσπαθεί να επιβιώσει τόσο μέσα σε μια  πατριαρχική και σεξιστική κοινωνία όσο και στο οικογενειακό της περιβάλλον, όπου ο μεγαλύτερος αδερφός της την αποδέχεται μόνο όταν συμπεριφέρεται και μιλάει τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ο ίδιος, τη γλώσσα της βίας. Όταν όμως συμπεριφέρεται σαν έφηβη ερωτευμένη κοπέλα, τότε αυτομάτως γίνεται η ντροπή της οικογένειας τους...Έτσι οδηγείται η Μαριέμ στην απόφαση να αλλάξει τρόπο ζωής καθώς καμία απολύτως κοπέλα που σέβεται τον εαυτό της δεν θα μπορούσε να ανεχτεί αυτές τις καταστάσεις.

Το σενάριο όσο και η σκηνοθεσία, χαρακτηρίζονται από ειλικρίνεια. Και τα δύο αποτελούν κινηματογραφική ευθύνη της Celine Sciamma. Αποτυπώνεται θαρραλέα η συμπεριφορά μιας κλίκας-συμμορίας καθώς και ο γυναικείος ψυχισμός, που άλλοτε αναζητά την αληθινή φιλία και άλλοτε τον μαγευτικό έρωτα. 

Φυσικά δεν γίνεται να μην αναφερθεί το ατμοσφαιρικό soundtrack που συνοδεύει μερικές από τις πιο γοητευτικές κινηματογραφικές σκηνές που έχουμε αντικρίσει.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2015

Une nouvelle amie/ Η Καινούργια Φιλενάδα κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Francois Ozon
Ηθοποιοί:  Romain Duris, Anais Demoustier, Raphael Personnaz
Η σεξουαλική ταυτότητα και επιθυμία, επανέρχεται ως θεματική αιχμή στο έργο του σκηνοθέτη Francois Ozon ("Η πισίνα", "Sitcom", "Νέα και όμορφη").
Στη νέα του ταινία "Une nouvelle amie" που βασίζεται στο σύντομο διήγημα της Ρουθ Ρέντελ "The New Girlfriend", με σεναριακά όπλα το χιούμορ και το σασπένς, προσπαθεί να εξερευνήσει τους μυστηριώδης βάλτους της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Εδώ, τα δύο άτομα στα οποία κεντράρει η κάμερά του, τυχαίνει να βιώνουν την απώλεια ενός πολυαγαπημένου προσώπου.

Μετά το θάνατο της καλύτερης της φίλης, η Κλαιρ πέφτει σε βαθιά κατάθλιψη, ώσπου μια καινούργια φιλενάδα, που κρατά ένα εντελώς ασυνήθιστο μυστικό, μπαίνει στη ζωή της. Η νέα αυτή σχέση την οδηγεί σε πολλές αναπάντεχες ανακαλύψεις που ενώ αρχικά την σοκάρουν, ταυτόχρονα της ανοίγουν νέους ορίζοντες και τελικά την οδηγούν στο να ξαναβρεί το κέφι της για ζωή μέσα από μια νέα μεταμορφωμένη προσωπικότητα.

Ο Γάλλος δημιουργός, πειραματίζεται με την ανεκτικότητα μας προς αυτό που δεν έχουμε συνηθίσει, το διαφορετικό. Τολμάει ο άνθρωπος να δεχτεί και να σεβαστεί αυτό που τυχαίνει να μην μοιάζει με τον ίδιο? Εκτός από την αφηγηματική επιδεξιότητα που τον χαρακτηρίζει, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Francois Ozon και την ωριμότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη θεματική του σεναρίου, δείχνοντας της τον απαιτούμενο σεβασμό, κάτι που διακρίνεται κυρίως μέσα από τις αναπάντεχες χιουμοριστικές στιγμές, οι οποίες είναι άκρως πετυχημένες και δεν γελοιοποιούν διόλου το ιδιαίτερο ύφος των περιστάσεων.

Ο πιο απαιτητικός ρόλος δίνεται στα χέρια του Romain Duris. Με σεβασμό προς τον χαρακτήρα που καλείται να υποδυθεί- μια καταπιεσμένη προσωπικότητα που δεν αντέχει άλλο να κρύβεται μέσα στην ντουλάπα της, δίνει μια ερμηνεία μετρημένη, χωρίς υποκριτικές μούτες αλλά πλαισιωμένη με αληθοφανή διάθεση. 

Παρά το γεγονός ότι η ταινία έχει ορισμένες "μαύρες τρύπες"- η σκηνοθεσία δεν λειτουργεί όσο πετυχημένα θα ήθελε καθώς φαίνεται να αγγίζει τα όρια της υπερβολής, αξίζει την προσοχή μας για την πρωτότυπη και ενδιαφέρουσα ιστορία της. Αποτελεί ένα είδος παραβολής για την αναζήτηση και την πολυπλοκότητα ίσως, του σεξουαλικού πόθου και των ανθρώπινων σχέσεων. 

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

The color of time κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Edna Luise Biesold, Sarah-Violet Bliss, Gabrielle Demeestere, Alexis Gambis, Shruti Ganguly, Brooke Goldfinch, Shripriya Mahesh, Pamela Romanowsky, Bruce Thierry Cheung, Tine Thomasen, Virginia Urreiztieta, Omar Zúñiga Hidalgo

Ηθοποιοί: James Franco, Henry Hopper, Mila Kunis, Jessica Chastain, Zach Braff, Bruce Campbell, Giavani Cairo, Vince Jolivette, Jordan March, Kathi J. Moore, Ziam Penn, Joshua Saba, Mia Serafino, Zachary Unger, Danika Yarosh

H ζωή του αμερικανού ποιητή C.K. Williams αποτυπώνεται μέσα από τα ποιήματα του και τις αναδρομές στο παρελθόν, ώστε ο θεατής να εξοικειωθεί με την ποίηση του Williams αλλά και να αντιληφθεί τις σχέσεις της ζωής του οι οποίες των καθόρισαν ως προσωπικότητα και συνέβαλαν με τον τρόπο τους στο να γίνει ένας  σπουδαίος ποιητής. Όλη η ταινία παρουσιάζεται ως ένα αφαιρετικό και εκτενές ποίημα που συνδέει τα επιμέρους αυτοβιογραφικά ποιήματα.

Μέσα από τις συνεχείς αναδρομές σε διάφορα ηλικιακά στάδια προσεγγίζει ο θεατής τη σχέση του ποιητή με τις γυναίκες της ζωής του και όλο το πλήθος των συναισθημάτων που οι σχέσεις αυτές επέφεραν. Από τη στοργή που βίωσε από την τρυφερή μητέρα του (Jessica Chastain) , μέχρι και την αγάπη για την σύζυγο του (Mila Kunis), καθώς και την πρώτη σεξουαλική εμπειρία του ως έφηβος, τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα αλλά και την απώλεια ενός στενού φίλου. Όλα αποδίδονται με λυρισμό που τον συνοδεύουν εικόνες φθινοπωρινού τοπίου που δένουν όμορφα με την ποίηση. 

Βλέπεται με πολύ κόπο και προσδοκία ότι θα βελτιωθεί ως το τέλος… Σίγουρα θα ήταν πιο ουσιαστική η απλή ανάγνωση των ποιημάτων μιας και είναι αυτό που κυρίως αξίζει στην ταινία. Σε όλη τη διάρκεια της υπήρχε η μόνιμη αίσθηση ότι τα πάντα ήταν κλεμμένα από κάποια άλλη ταινία, ή μάλλον από πολλές διαφορετικές ταινίες. Για παράδειγμα η σχέση του πρωταγωνιστή με τους γονείς του θύμισε πολύ το «The tree of life» του Malick. Συμπέρασμα στο οποίο οδηγείται κανείς σχετικά εύκολα μιας και η μητέρα και στις δύο ταινίες ενσαρκώνεται από την Jessica Chastain . Έτοιμη συνταγή από το Hollywood. Προφανώς και δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη, αλλά όταν υπάρχουν τόσες κοινοτοπίες και μιμητισμός τέτοιου βαθμού και η ταινία χάνει το νόημα ύπαρξης της. 


Υπάρχουν παρ' όλα αυτά κάποιες ενδιαφέρουσες σκηνές αλλά κάπου αρχίζει να μειώνεται η συνοχή και καταλήγουν χαοτικές στην προσπάθεια να αποτυπωθεί η λυρικότητα. Οι ερμηνείας είναι καλούτσικες, ίσως και καλές γεγονός που δεν βοηθάει στο να ξεχαστεί η μετριότητα της ταινίας και να την ανασύρουν σε ένα άλλο επίπεδο. 

Με 12 σκηνοθέτες που έχει η ταινία κάπου το πράγμα χάθηκε. Κακή συνεννόηση ή έλλειψη σκηνοθετικής χημείας, πάντως το αποτέλεσμα ήταν από μέτριο έως κακό. Βέβαια στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι πρόκειται για ταινία νέων κινηματογραφιστών και είναι αρκετά λογικό ως ένα βαθμό να ακολουθούν την πεπατημένη, ειδικά όταν αυτό κάνουν συχνά και οι πιο έμπειροι του είδους. Από την άλλη επειδή ακριβώς είναι νέοι, θα περίμενε κανείς πιο φρέσκες ιδέες και όχι τα γνωστά κλισέ. 

Αλεξάνδρα Τσαγάνη,
Βαθμολογία 2/5

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

The Babadook (Οι Σελίδες του Τρόμου), κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Jennifer Kent
Ηθοποιοί: Essie Davis, Noah Wiseman, Daniel Henshall, Tiffany Lyndall-Knight

Πρόκειται για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Jennifer Kent που βασίζεται στη βραβευμένη μικρού μήκους της ίδιας με τίτλο Monster. Η ταινία έκανε πάταγο σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ ταινιών τρόμου και όχι μόνο, με αποκορύφωμα της συμμετοχή της στο διάσημο Sundance Film Festival. 

Έξι χρόνια μετά τον βίαιο θάνατο του συζύγου της, η Amelia παλεύει να συνετίσει τον εκτός ελέγχου εξάχρονο γιο της Samuel έναν γιο που της είναι δύσκολο να αγαπήσει. Τα όνειρα του μικρού είναι κατακτημένα από ένα τέρας, το οποίο πιστεύει ότι θα έρθει για να σκοτώσει και τους δύο. Όταν ένα βιβλίο με τίτλο "Κύριος Babadook" εμφανίζεται στο σπίτι, ο Samuel είναι πλέον πεπεισμένος ότι αυτός είναι το τέρας που θα έρθει. Αλλά τώρα και η Amelia βλέπει περίεργα πράγματα και πλέον πιστεύει ότι όσα έλεγε ο γιος της μπορεί και να είναι η τρομακτική αλήθεια.

Η μάνα, αμφισβητεί την αγάπη της προς τον μικρό γιο της. Παλεύει με τον εσωτερικό και εξωτερικό  κόσμο της, ώστε να τον αποδεχτεί τόσο η ίδια όσο και όλοι οι άλλοι. Που πήγε το κλασσικό πρότυπο της στοργικής μητέρας? Μια χήρα μητέρα δίχως την "απαραίτητη" παρουσία του συζύγου της, είναι ικανή να τα βγάλει πέρα?... Eν ολίγοις, τα κοινωνικά αγγίγματα του καλογραμμένου σεναρίου που δεν σκοπεύει μόνο να μας τρομάξει.

Στο "Babadook"  το "boo" δεν σου έρχεται αμέσως. Είναι προσεκτικά μελετημένο το πότε και που θα κάνει την εμφάνιση του το "τέρας". Σαν σενάριο που σέβεται τον εαυτό του και το θέμα που αγγίζει, την αμφιλεγόμενη αγάπη της μητέρας προς το παιδί της, δίνει χώρο στους χαρακτήρες του, σκιαγραφεί τον καθένα ξεχωριστά αλλά και μαζί, μέσω της αλληλεπίδρασής τους. Η σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται και καλά κάνει, τις φοβερές ερμηνείες των ηθοποιών, Essie Davis και του μικρού θαύματος Noah Wiseman.
Το κακό παραμονεύει σε κάθε πλάνο. Το νιώθεις. Alex Holmes, ο σκηνογράφος της ταινίας. Radek Ladczuk, ο διευθυντής φωτογραφίας. Δύο ονόματα που οφείλουμε να έχουμε κατά νου καθώς ανήκουν σε δύο κινηματογραφιστές που "έδωσαν ρέστα" για τη δημιουργία αυτού του υπερφυσικού, σουρεαλιστικού κόσμου. Η εκπληκτικά προσεγμένη σκηνογραφία δημιούργησε έναν κόσμο προκλητικό, γεμάτο μυστήριο. Παράλληλα, οι κατάλληλες συνθήκες φωτισμού, μας κάνουν να ανατριχιάζουμε και μόνο με τη σκιά του άγνωστης ταυτότητας, ανατριχιαστικού όντος. Δημιουργούν έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει γωνία χωρίς να καραδοκεί η απειλητική φιγούρα του τρόμου. Η σκηνοθεσία έχοντας δανειστεί στοιχεία από το μοναδικό στυλ του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού που βασίλευε κατά τη διάρκεια του βωβού κινηματογράφου (βλ. "Νosferatu" του F.W. Murnau) και από τα αριστουργηματικά φιλμ τρόμου "Rosemary’s Baby", "The Tenant" του Πολάνσκι, στήνει πλάνα που κόβουν την ανάσα, και κάπως έτσι ολοκληρώνει τον στοιχειωτικό κόσμο του "The Babadook"...


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

The Disappearance of Eleanor Rigby: Her κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ned Benson
Ηθοποιοί:  Jessica Chastain, James McAvoy, Nina Arianda, Viola Davis, Isabelle Huppert, Bill Hader, William Hurt, Jess Weixler

"Εκείνη". "Εκείνος". "Εμείς". Ένα φιλμικό κείμενο με τρεις διαφορετικές εκδοχές-οπτικές. Η εκδοχή "Εμείς" (η οποία δεν θα προβληθεί στη χώρα μας), παρουσιάζει και εμβαθύνει μια πολυκύμαντη σχέση ενός άνδρα και μιας γυναίκας. Η περίπτωση "Εκείνη", είναι αυτή που θα μας απασχολήσει αυτήν την κινηματογραφική εβδομάδα. 
Στις πιο όμορφες γειτονιές της Νέας Υόρκης, παρακολουθούμε τις διαδρομές της Ελινορ Ρίγκμπι και του άντρα της, Κόνορ. Οταν η Ελινορ ξαφνικά επιστρέψει στο πατρικό της και διακόψει κάθε επαφή με τον Κόνορ, θ’ αναρωτηθούμε τι διέλυσε μια σχέση που κάποτε έμοιαζε τόσο σωστή.

Το "The Disappearance of Eleanor Rigby" είναι η πρώτη ταινία του Ned Benson, που εκτός από τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει και τη γραφή του σεναρίου. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί ως κεντρικούς άξονες στην ιστορία του, την Ελινορ και τον Κόνορ. Οι δυο τους ήταν κάποτε ένα ευτυχισμένο ζευγάρι που ολοκλήρωσε τον έρωτα του με τα δεσμά του γάμου. Τώρα είναι χωρισμένοι δίχως όμως να έχουν χάσει τα συναισθήματα που τους ένωσαν. Αυτό λοιπόν που ο κινηματογραφιστής ενδιαφέρεται να αποτυπώσει, είναι η διαφορετική αντιμετώπιση του χωρισμού και της αιτίας που τους έφτασε σε αυτό το σημείο, για καθένα από τα πρόσωπα του ζευγαριού. 

Tην "εξαφανισμένη" Ελινορ Ρίγκμπι  ενσαρκώνει η Jessica Chastain  η οποία έχει καταφέρει πλέον να αποτελεί τον μοναδικό λόγο ώστε να παρακολουθήσουμε μια ταινία. Εδώ, η παρουσία της είναι απλώς ενδιαφέρουσα. Η Έλινορ είναι μια γυναικά που βρίσκεται στη φάση "μαζεύω τα κομμάτια μου" και αποζητά τον χαμένο της εαυτό. Η Chastain αποτυπώνει στο βλέμμα της τον χαοτικό ψυχισμό της πρωταγωνίστριας της αλλά δεν φαίνεται να είναι διατεθειμένη να φτάσει μέχρι και την κορυφή του υποκριτικού της ταλέντου οπότε και να σώσει την ταινία. Μάλλον νιώθει και η ίδια πως δεν της δίνονται πολλά περιθώρια καθώς το σενάριο είναι λιγάκι "άνοστο". Ο James McAvoy ως Κόνορ αποτελεί δυστυχώς, μια ερμηνευτική παρουσία-ξεπέτα.

Η σκηνοθεσία προσπαθεί πάρα πολύ να δείξει κάτι διαφορετικό που θα μας κεντρίσει το ενδιαφέρον. Τόσο πολύ, που φαίνεται να ξεχνά το σοβαρό και ευαίσθητο αντικείμενο του θέματος και το παρουσιάζει"φθηνά".  Παράλληλα δεν φαίνεται ικανή ώστε να εκμεταλλευτεί  δυνατά ονόματα του cast όπως η Viola Davis ή και η Isabelle Huppert  που ενσαρκώνει τη μητέρα από τη Γαλλία, που κυκλοφορεί μονίμως με ένα ποτήρι κρασί, λες και όλες οι Γαλλίδες έτσι συμπεριφέρονται..

Επιφανειακή προσέγγιση και προβλέψιμα στιγμιότυπα, περικυκλώνουν το σενάριο. Το αποτέλεσμα δεν είναι και τόσο ενθαρρυντικό.
Ας δούμε τι έχει να μας πει και το  "The Disappearance of Eleanor Rigby: His" που θα βγει σύντομα στις αίθουσες.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Phoenix (To Τραγούδι του Φοίνικα) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Christian Petzold
Hθοποιοί: Nina Hoss, Ronald Zehrfeld, Nina Kunzendorf


Ταινία εποχής βασισμένη στο μυθιστόρημα μυστηρίου του Γάλλου Ιμπέρ Μοντελέ που γράφτηκε το 1961. Μια ιστορία που κοιτά κατάματα το παραμορφωμένο πρόσωπο της μεταπολεμικής Γερμανίας και την σκληρή πραγματικότητα της χαμένης αθωότητας. Το "Τραγούδι του Φοίνικα" που θα μπορούσε κάλλιστα να λέγεται και "Η ειρωνεία της ανθρώπινης ζωής" είχε επίσημη συμμετοχή στο φεστιβάλ του Τορόντο και κάμποσες ακόμη διακρίσεις.

Ιούνιος, 1945. Βαριά τραυματισμένη και με παραμορφωμένο πρόσωπο, η επιζήσασα του Άουσβιτς, Νέλι επιστρέφει στη γενέτειρά της, το Βερολίνο. Παρά τις προειδοποιήσεις που έχει λάβει να μην αναζητήσει τον σύζυγό της, εκείνη τον εντοπίζει. Ο Τζόνι, ωστόσο, είναι πεπεισμένος πως και η γυναίκα του είναι νεκρή και δεν πιστεύει πως είναι στ’ αλήθεια αυτή. Μετά από μία σειρά καταστάσεων, η Νέλι καταλήγει να γίνεται σωσίας του ίδιου της του εαυτού. 

Πόνος, αμφιβολία, δισταγμός, επιμονή, πίστη στη βαθιά και αληθινή αγάπη. Ένας σεισμός συναισθημάτων στο εσωτερικό της πρωταγωνίστριας που επιβιώνει σε μια εποχή ντροπής και ενοχής. Η πρωταγωνίστρια παλεύει να αναγεννηθεί από τις στάχτες της, κάτι που σύμφωνα με τη μυθολογία, το καταφέρνει το μυθικό πουλί, Φοίνικας. Και εδώ συναντάμε τον αλληγορικό ρόλο του τίτλου, ο οποίος απεικονίζεται ανατριχιαστικά στην τελευταία σκηνή του φιλμ. "Phοenix" όμως είναι και το όνομα του αμερικάνικου μπαρ όπου η Νέλι, χωρίς να έχει πάψει στιγμή να αναζητά τον άντρα της, επιτέλους τον συναντά. Άλλο ένα ειρωνικό χτύπημα της μοίρας για την καταρρακωμένη πρωταγωνίστρια.

Η Nina Hoss, που την γνωρίσαμε μέσα από το "Barbara", είναι απλά εξαιρετική. Εκπληκτικά συγκρατημένη αφήνει το βλέμμα της μόνο, να προδώσει την τεράστια συναισθηματική σύγχυση μιας πονεμένης και τόσο ερωτευμένης γυναίκας που έχει στείλει στον άλλο κόσμο την αξιοπρέπεια της. Τη σύγχυση που ενδέχεται να νιώσει κάποιος αν αποκτήσει ξαφνικά ένα διαφορετικό από αυτό που έχει συνηθίσει για τον εαυτό του, πρόσωπο. Τη σύγχυση ενός ατόμου που δεν έχει πάψει να αγαπά κάποιον για τον οποίο είναι γεμάτος αμφιβολίες. Πως θα καταφέρει και αν το καταφέρει, να αντιμετωπίσει την αλήθεια? Εξαιρετικός στέκει δίπλα της και ο Ronald Zehrfeld ως ο αντιήρωας-κάθαρμα Τζόνι που δεν νιώθει να αναγνωρίσει τη γυναικά που κάποτε παντρεύτηκε.

Ο αλληγορικός τίτλος δεν αναφέρεται μονάχα στην αναγέννηση της επίμονης Νέλι, αλλά και στην αναγέννηση μιας ολόκληρης χώρας, την οδυνηρά ηττημένη Γερμανία που έχασε και αυτή την αξιοπρέπεια της όπως η επιζήσασα του Άουσβιτς πρωταγωνίστρια, και να που τώρα, προσπαθεί να ξεφύγει από το ντροπιαστικό παρελθόν της. Η απεικόνιση της μεταπολεμικής και βαριά τραυματισμένης Γερμανίας, είναι εκπληκτική. Η σκηνοθεσία με τη βοήθεια της εξαιρετικής φωτογραφίας, δίνουν στην ταινία το κατάμαυρο επιβλητικό στυλ ενός φιλμ νουάρ και χτίζουν σταδιακά μια αισθητική γεμάτη αγωνία και προβληματισμούς, στα επίπεδου του αξέχαστου "Δεσμώτη του Ιλλίγκου" του Alfred Hitchcock.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 3 Απριλίου 2015

In Order of Disappearance/Kraftidioten κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Hans Petter Moland
Ηθοποιοί:  Stellan Skarsgard, Bruno Ganz, Kristofer Hivju, Birgitte Hjort Sorensen, Pål Sverre Hagen, Jakob Oftebro

Οι περιπέτειες στα απέραντα χιονισμένα τοπία με χαρακτηριστικό το καυστικό και το μαύρο χιούμορ, καλά κρατούν στη φετινή κινηματογραφική χρονιά από την πλευράς της Σκανδιναβίας. Θυμηθείτε το πολύ καλό "Ανωτέρα βία" ("Τurist") που παίχτηκε πριν λίγους μήνες.
Αυτή τη φορά έχουμε μία ιστορία εκδίκησης, που διαδραματίζεται στο παγωμένο τοπίο της Νορβηγίας σε σκηνοθεσία του επιτυχημένου Hans Petter Moland o οποίος επιστρέφει τέσσερα χρόνια μετά το «A Somewhat Gentle Man», και πάλι με πρωταγωνιστή τον Stellan Skarsgard αλλά αυτή τη φορά με το επώνυμο Dickman (ναι ισχύει αυτό που σας πέρασε από το μυαλό...).

Ο Nils Dickman ζει στο Μπεϊτονστόλεν, είναι παντρεμένος με την Γκοντρούν κι έχει έναν γιο, τον Ίνγκβαρ, που λείπει για σπουδές στο Όσλο. 45 ετών και δηλώνει ευτυχισμένος, εργάζεται ως οδηγός εκχιονιστήρα, υπεύθυνος να διατηρεί καθαρό τον δρόμο της περιοχής του. Πρόσφατα ανακηρύχτηκε πολίτης της χρονιάς στο Μπεϊτονστόλεν και περιμένει τη σύνταξη του και μερικά εγγόνια, πάντα κοιτώντας με ασφαλή τρόπο τη ζωή. Τότε, όμως, λαμβάνει ένα τηλεφώνημα που του γνωστοποιεί ότι ο γιος του πέθανε από υπερβολική δόση ηρωίνης. Η θλίψη του μετατρέπεται σε οργή για εκδίκηση και ο Νιλς βρίσκεται ξάφνου στο μέσο ενός πολέμου εμπόρων ναρκωτικών, στον οποίο ο «κόμης» μάχεται την αντίπαλη σερβική μαφία. 

Μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα όλη η ταινία. Ο Dickman αποφασίζει να πάρει τη δικαιοσύνη στα χέρια του στα να τιμωρήσει τους ανθρώπους που ευθύνονται για τον θάνατο του γιού του. Μέσα σε ένα έξοχα φωτογραφημένο χιονισμένο τοπίο που συμβάλλει στο κλειστοφοβικό κλίμα της ταινίας, και με επιβλητικότατα γενικά πλάνα όπου ο τεράστιος εκχιονιστήρας του Dickman διασχίζει τα χιονισμένα μονοπάτια, ξεκινά το ανθρωποκυνηγητό.

O πραγματικός χαρακτήρας της ταινίας δεν κάνει την εμφάνισή του αμέσως, καθώς στην αρχή νομίζουμε πως παρακολουθούμε ένα κλασικό κοινωνικό δράμα. Καθώς η ώρα περνά όμως, το κατάμαυρο χιούμορ και η παρωδία, χαιρετούν τη θέση του πρωταγωνιστή. Το πανέξυπνο σενάριο που αναμετριέται συνεχώς με τον εαυτό του, αποφεύγει όλα τα κλισέ του είδους λες και είναι μικρόβια! Αυτά τα δύο στοιχεία μαζί κάνουν το φιλμ αρκετά διασκεδαστικό. Παράλληλα, αναμειγνύεται διακριτικά και πετάγεται από το πουθενά το αιματοβαμμένο ύφος του σπλάτερ καθώς ο σκηνοθέτης έχει δανειστεί στοιχεία και από τον αγαπημένο για πολλούς Tarantino με αποκορύφωμα μια από τις τελευταίες σκηνές όπου επικρατεί το μοτίβο "τίποτα δεν μένει όρθιο". 

Δυναμίτης της ταινίας είναι και οι πρωταγωνιστές της. Εκτός από τον απολαυστικό Stellan Skarsgard, οι Pål Sverre Hagen και Bruno Ganz στο ρόλο των "Νονών" του δίνουν και καταλαβαίνει. 


Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια μακάβρια (κάτι που το καταλαβαίνουμε και από τον τίτλο) ιστορία που χάρης τον σκηνοθέτη της γίνεται μια απολαυστική κοινωνική κριτική.


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5 

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2015

Annie κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Will Gluck
HΘοποιοί: Quvenzhane Wallis, Cameron Diaz, Jamie Foxx, Bobby Cannavale, Adewale Akinnuoye-Agbaje
"Αφού λοιπόν  δεν βαριέστε τις ξαναειπωμένες ιστορίες,
 πάρτε ακόμη μία!" σκέφτηκαν τα studios στην Αμερική και αποφάσισαν να μεταφέρουν και πάλιτην ιστορία του διάσημου ορφανού κοριτσιού με το όνομα Annie, στο πανί.

Το διαχρονικό musical του Broadway, που έχει μαγέψει το κοινό εδώ και δεκαετίες, μεταφέρεται για δεύτερη φορά στη μεγάλη οθόνη, η πρώτη ήταν αυτή  του John Huston το 1982, σε μια πιο σύγχρονη εκδοχή. Η σκηνοθεσία περνά στα χέρια του Will Gluck που πριν μερικά χρόνια μας παρουσίασε το χιουμοριστικό και έξυπνο  «Easy A» με την σχετικά άγνωστη ακόμη Emma Stone. Την μικρή Annie υποδύεται η γλυκύτατη  Quvenzhane Wallis του «Beasts of the Southern Wild», ή αλλιώς η νεότερη υποψήφια για Όσκαρ στην ιστορία των Ακαδημαικών βραβείων. 

Νέα Υόρκη, 2014. Η Annie είναι ένα θαρραλέο κορίτσι που ζει παρέα με άλλα κοριτσάκια μαζί με την αυταρχική ανάδοχη μητέρα Miss Hannigan, στην οποία την άφησαν οι γονείς της με την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουν κάποια στιγμή. Όλα θα αλλάξουν όταν η Annie συναντήσει τον ψυχρό δισεκατομμυριούχο Will Stacks, ο οποίος σύντομα υποκύπτει στη γοητεία της και της προτείνει έναν ρόλο στην προεκλογική του καμπάνια. Σταδιακά, ο Stacks νιώθει ότι είναι ο φύλακας άγγελος της, όμως η αισιόδοξη και γεμάτη αυτοπεποίθηση φύση της Annie θα του αποδείξει το αντίθετο. 

Το "Annie" εν έτει 2014, δυστυχώς δεν φαίνεται να δείχνει το σεβασμό που αρμόζει στο πρωτότυπο κλασικό έργο. Το σενάριο προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αποδώσει κάτι το κωμικό και πόσο μάλλον κάτι το ζωντανό διότι η ταινία ανήκει στο είδος του musical οπότε και ένα musical χωρίς ζωντάνια...δεν είναι musical! Είναι κάτι το ξενέρωτο, είναι κάτι άλλο τελοσπάντων!  Έτσι ακριβώς και το Annie. Δεν είναι καθαρόαιμο musical...είναι κάτι ξενέρωτο! Οι χορογραφίες των μουσικών κομματιών είναι το λιγότερο ανέμπνευστες (στο "So you think you can dance" βλέπαμε πολύ καλύτερες!)

Όσον αφορά το ερμηνευτικό κομμάτι δεν μπορούμε να πούμε πως οι ηθοποιοί που πλαισιώνουν το cast, ταιριάζουν πολύ μεταξύ τους. Μονάχα η μικρή πρωταγωνίστρια που  είναι και τέρμα χαριτωμένη δένει απόλυτα με τον συμπρωταγωνιστή της Jamie Foxx, ο οποίος φαίνεται ότι κάνει φιλότιμες προσπάθειες να σώσει την ταινία. Η δε Cameron Diaz που έχει τον διασκεδαστικό ρόλο της ανάδοχης μητέρας των ορφανών που ακούει στο όνομα Miss Hannigan, φαίνεται να προσπαθεί σε υπερβολικό βαθμό να γίνει αρεστή...τσιρίζοντας, που καταντά κουραστική αλλά και γελοία.

Υ.Γ. Κουραστικό όμως έχει καταντήσει και το Hollywood με τις αμέτρητες, αχρείαστες αλλά κυρίως άψυχες μεταφορές  επαναληπτικές και μη, θεατρικών έργων, βιβλίων κτλ. στη μεγάλη οθόνη.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1.5/5

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

Hermosa juventud /Beautiful Youth κριτική ταινίας

Σκηνοθέσία: Jaime Rosales
Ηθοποιοί: Ingrid Garcia Jonsson, Carlos Rodriguez, Inma Nieto

Η Natalia και ο Carlos είναι 20 μόλις χρονών και προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στην Ισπανία του σήμερα. Έχουν να αντιμετωπίσουν την ανεργία, μένουν με τους γονείς τους, έχουν όμως μία πολύ όμορφη και στοργική σχέση. Οι δύο νέοι έχουν ανάγκη από χρήματα και ελλείψει δουλειάς θα στραφούν ακόμη και στο γύρισμα ταινίας πορνό. Τα προβλήματα όμως θα μεγαλώσουν δραματικά όταν η Natalia θα μείνει έγκυος και αν και σκέφτεται την έκτρωση τελικά θα κρατήσει το παιδί, για να βρεθεί στην συνέχεια στην δραματική κατάσταση της έλλειψης χρημάτων και στην ανάγκη να συνεχίσει να μένει με την μητέρα της. Η οικονομική ανέχεια θα συνεχίσει με αποτέλεσμα η ηρωίδα να σκέφτεται την μετανάστευση στην Γερμανία.

Η Ισπανική "Όμορφη Νιότη" που απέσπασε Ειδική Μνεία Οικουμενικής Επιτροπής στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών, αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ρεαλιστικής απεικόνισης της σύγχρονης κοινωνίας. Η κοινωνική κατάσταση που επικρατεί στην Ισπανία δεν είναι καθόλου μακριά από τη δική μας καθημερινότητα.
Ο σκηνοθέτης με αμέτρητα κοντινά πλάνα, αντιμετωπίζει με ρεαλισμό την κατάσταση των νεαρών πρωταγωνιστών και των γύρω προσώπων τους και δεν μασάει τα λόγια του για ότι έχει να κάνει με τη σκληρή πραγματικότητα. Είναι φανερό ότι στοχεύει στην αποτύπωση της σύγχρονης πραγματικότητας με κάθε δυνατό μέσο. Συνδυάζει υλικό με εικόνες που τράβηξαν οι ηθοποιοί τους εαυτούς τους με τις δικές τους ερασιτεχνικές συσκευές (smartphone/web-cam). Ενδιαφέρουσα και αρκετά έξυπνη η επιλογή του να δείχνει υλικό από αμέτρητες φωτογραφίες μέσω των κινητών τηλεφώνων. Με αυτήν την επιλογή μάλλον θέλει να στηλιτεύσει το γεγονός ότι σήμερα η πλειοψηφία της νεολαίας, ζει και απαθανατίζει κάθε λεπτό σχεδόν της καθημερινότητας της μέσα από τα smartphones και όλα τα συναφή. Και φυσικά βασίζεται αρκετά στις ζωντανές ερμηνείες των νεαρών και στους αυθόρμητους διαλόγους τους. Η πρωτοεμφανιζόμενη Ingrid Garcia Jonsson, είναι καταπληκτική και για αυτό υπήρξε δύο φορές υποψήφια για βραβείο ερμηνείας.

Ο τίτλος "Όμορφη νιότη" είναι ειρωνικός και έχει μια δόση πίκρας αν σκεφτούμε το περιεχόμενο της ταινίας. Με την  ολοκλήρωση της ιστορίας στέλνει ένα ηχηρό μήνυμα. Όντως η νιότη είναι όμορφη, είναι από τις ομορφότερες περιόδους της ανθρώπινης ύπαρξης, αλλά οι απάνθρωπες κοινωνικές συνθήκες απαγορεύουν αυτήν την ομορφιά να ανθίσει όπως της αρμόζει. Τα χαμένα όνειρα ολοένα και πληθαίνουν..

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5