Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013

THE WOLF OF WALL STREET κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Ηθοποιοί: Leonardo DiCaprio, Jonah Hill, Margot Robbie, Kyle Chandler, Rob Reiner, Jon Bernthal, Jon Favreau, Jean Dujardin, Joanna Lumley, Matthew McConaughey

  H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “Η πραγματική ιστορία του Jordan Belfort (Leonardo DiCaprio), χρηματιστή των δεκαετιών του ’80 και του ’90, ο οποίος έγινε πολυεκατομμυριούχος στα 26 του, προτού καταλήξει στη φυλακή για μια σειρά από οικονομικές απάτες.”

  Ένα τρίωρο διαρκούς ταχυπαλμίας, σεξουαλικής ακολασίας και ξέφρενης συμπεριφοράς. Το αληθινά αισχρό πρόσωπο της εξουσίας, του χρήματος και της αλόγιστης χρήσης του αποκαλύπτεται χωρίς ίχνος taboo μέσα από την κάμερα του Scorsese. Το πανδαιμόνιο που επικράτησε τη δεκαετία του ’90 στη Wall Street, παίρνει σάρκα και οστά. Η ταινία, όπως οι περισσότεροι γνωρίζετε, είναι η βιογραφία του Jordan Belfort (ο οποίος συμμετείχε και στην εγγραφή του σεναρίου της ταινίας) και βασίζεται στο βιβλίο που έγραψε ο ίδιος: “Τhe Wolf of Wall Street”. Η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, σηματοδοτεί την 5η συνεργασία του Martin Scorsese με τον Leonardo DiCaprio.

  Ένας καινούριος Scorsese. Γρήγορος, θορυβώδης, ωμός. (Κρατάει όμως  σταθερά το μοτίβο της ανδροπαρέας που δοκιμάζει και κάνει τα πάντα για το όνομα της επιτυχίας και του χρήματος και πετυχαίνει τον έλεγχο όλου του κόσμου (“Goodfellas” (1990), “Casino”, (1995)). Ορισμένοι τον δέχονται με ανοιχτές αγκάλες χαρακτηρίζοντας τον «Λύκο» μια από τις καλύτερες ταινίες της καριέρας του, ενώ κάποιοι άλλοι δεν διστάζουν να φωνάξουν δημόσια εναντίον του αλλά και εναντίον του πρωταγωνιστή του, «Ντροπή σας!» (χαρακτηριστικό παράδειγμα ένας σεναριογράφος (που το όνομα του δεν γνωρίζουμε) αμέσως μετά τη λήξη της ταινίας για λογαριασμό μελών της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, είδε τον Scorsese, τον DiCaprio και μερικούς άλλους συντελεστές της ταινίας να βγαίνουν από ασανσέρ και τους φώναξε: «Ντροπή σας, ήταν αηδιαστική [ταινία]»)

  Τους  χαρακτήρες δεν τους συμπαθείς. Αλλά μάλλον αυτό δεν φαίνεται να «καίει» τον σκηνοθέτη, ο οποίος δεν αφήνει το έργο του να πάρει ανάσα. Ασταμάτητες καταχρήσεις, ασταμάτητο σεξ, και ξανά καταχρήσεις και ξανά «ακατάλληλες για ανηλίκους» σκηνές. Ο «Λύκος» είναι ένα φιλμικό τονωτικό, ένα φιλμικό «όργιο» που η διάρκειά του αγγίζει τα 180 λεπτά, και για τους ήρωές του αλλά και για εμάς  τους θεατές. Η επιρροή που έχουν στον θεατή οι τραγελαφικές καταστάσεις που βιώνει ο Jordan Belfort, είναι ασύγκριτη.

 Με απλά λόγια, ο DiCaprio χαπακωνόταν, εσύ ένιωθες  μαστουρωμένος, ο DiCaprio ούρλιαζε, ο δικός σου ο λαιμός πονούσε! Σου προκαλείται ταυτόχρονα  ναυτία και υπερένταση από αυτό το ασταμάτητο «υπερθέαμα». 

  Στο ρόλο του ακόρεστου κερδοσκόπου ο DiCaprio, που έχει πάρει επισήμως τη θέση ενός νεότερου Robert DeNiro στα χέρια του σκηνοθέτη του, δίνει αναμφισβήτητα την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του (και που δικαιολογημένα θα του χαρίσει την 4η υποψηφιότητα για Oscar ερμηνείας – και ας το κερδίσει επιτέλους!). Κατορθώνει ανατριχιαστικά να ανταποκριθεί σωματικά σε μια σκηνή όπου είναι κόκκαλο από τα ναρκωτικά και μπουσουλώντας προσπαθεί να φτάσει στο αμάξι του. Η σκηνή αυτή έχει ήδη χαρακτηριστεί «κλασική».  Υπερβαίνει ξανά τον εαυτό του με μια συγκλονιστική ερμηνεία. Δίπλα του, σε δεύτερο ρόλο, ο Jonah Hill, (που τα τελευταία χρόνια ξεκίνησε να ωριμάζει σαν ηθοποιός) δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία για έναν ήρωα ακραίου χαρακτήρα. Παράλληλα δεν ξεχνάμε ούτε τον Matthew McConaughey, που πραγματικά κλέβει την παράσταση στη μία και μοναδική του σκηνή της ταινίας.


  Παρά λοιπόν τις ακραίες και «ανήθικες» για κάποιους σκηνές, και όπως  σωστά έθεσε ο σκηνοθέτης: «Δεν ξέρω αν θα θεωρήσουν όλοι ότι είναι του γούστου τους – δεν νομίζω ότι θα είναι. Δεν είναι φτιαγμένη για 14χρονα», επιβάλλεται το «αντικειμενικό μάτι» κατά τη διάρκεια της προβολής.


Υ.Γ:  Τip για απολαυστικότερη προβολή: depon



Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4/5

The great beauty (La Grande Bellezza) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Paolo Sorrentino
Ηθοποιοί: Toni Servillo, Carlo Verdone, Sabrina Ferilli, Carlo Buccirosso, Iaia Forte, Pamela Villoresi, Galatea Ranzi

H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “Ένας κυνικός συγγραφέας (Toni Servillo) που μόλις έχει κλείσει τα 65 του χρόνια, σύμβολο της ρωμαϊκής κοσμικής ζωής, περιπλανιέται στην αγαπημένη του ιταλική πρωτεύουσα αντιμέτωπος με το δικό του αλλά και το δικό της παρελθόν.”

Ο σκηνοθέτης του “Il Divo” επιστρέφει στη Ρώμη μετά το “This Must Be the Place” κάνοντας μια απόπειρα να φτιάξει τη δική του “Dolce Vita”. Αναζητά την κρυμμένη γοητεία της Αιώνιας Πόλης πίσω από την καρτποσταλική βιτρίνα της και μέσα από φελινικές εικόνες.

Η ταινία ξεκινά με ένα φαντασγαγορικό πάρτυ γενεθλίων προς τιμήν του πρωταγωνιστή που ήρθε η στιγμή του να φτάσει τα 65, στο οποίο προσκεκλημένη είναι η κάθε λογής προσωπικότητα. Δεν χρειάζονται ομιλίες για να γνωρίσουμε στοιχεία του χαρακτήρα. Οι εικόνες μιλάνε από μόνες τους, και σε αυτή τη σκηνή αλλά και στο μεγαλύτερο κομμάτι της «Υπέροχης Ομορφιάς».

Ο Τζεπ, είναι συμπαθέστατος. Ένας καλοδιατηρημένος 65χρονος, επιτυχημένος συγγραφέας, διάσημος στον κόσμο των κοσμικών (δεν είναι «απλά ένας κοσμικός» όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του) και στον κόσμο της δημοσιογραφίας. Ζει στο έπακρον την καθημερινότητά του, μαζί με την υπόλοιπη «αφρόκρεμα» (που μόνο για να τους ζηλέψεις δεν είναι) της Ρώμης, ξεφαντώνοντας στα πιο μεγάλα πάρτυ που διαρκούν μέχρι  νωρίς το πρωί, και ακολουθούνται από «άδειες» βόλτες του στα έρημα δρομάκια της πόλης. Έρχεται όμως η στιγμή που νιώθει ότι δεν έχει άλλο χρόνο για χάσιμο.

  Η «Υπέροχη Ομορφιά», είναι ίσως μια βόλτα (λέω βόλτα, επειδή ο χαρακτήρας δεν φεύγει πότε από την πόλη του, τη Ρώμη, είναι και αυτό μια ιδιαιτερότητά του) ώστε να συνεχίσει ο Τζεπ να ζει τη δική του «τέλεια ομορφιά» της ζωής. Ένας κομψός Τζεπ, ενσαρκωμένος από τον «με άνετη και ακριβή διάθεση», Τόνι Σερβίλο, περιπλανιέται καθημερινά στις ομορφιές της Ρώμης. Αν ένας από τους σκοπούς του σκηνοθέτη ήταν να μας κάνει να ερωτευτούμε την πόλη αυτή, το καταφέρνει χαρίζοντάς μας γοητευτικά πλάνα σαν πίνακες ζωγραφικής, σαν έργα τέχνης. Μέσα από την κάμερά του, ο θεατής βρίσκεται σε μια ηδονοβλεπτική θέση και παρακολουθεί  ό,τι του προσφέρουν απλόχερα τα χέρια του Σορεντίνο. Μέσα από τον κεντρικό  χαρακτήρα, εκφράζονται καυστικά σχόλια για τα κοινωνικά δρώμενα .

Είναι εμφανές ότι έχει επιρροές από το “8 ½”του Φελίνι. Θα’ λεγε κανείς ότι προσπαθεί να κάνει μια ταινία ισάξια αυτής. Η ταινία είναι ένα «ταξίδι» εαυτού, μεγάλο όμως σε διάρκεια ώστε να κουράζει σε ορισμένα σημεία καθώς φαίνεται να χάνεται το μέτρο και καταντάει λιγάκι φλύαρο. Η μουσική επιλογή, άρτια δεμένη με το ύφος της ταινίας. Μια γοητευτική και αισθησιακή οπερετική πνοή.

Υ.Γ.  Για όποιον αγαπά και νοσταλγεί τον κινηματογράφο του Φελίνι αλλά και τον ιταλικό κιν/φο, το “La Grande Bellezza” μπορεί  να τον αφήσει αρκετά ευχαριστημένο.

Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3.5/5

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

WILD DUCK κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:   Γιάννης Σακαρίδης
Ηθοποιοί: Αλέξανδρος Λογοθέτης, Θέμιδα Μπαζάκα, Γιώργο Πυρπασόπουλος


 Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “ Ένας χρεοκοπημένος μηχανικός τηλεπικοινωνιών (Αλέξανδρος Λογοθέτης) αναλαμβάνει να τσεκάρει μια υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών και η έρευνά του τον οδηγεί σε μια παράνομα τοποθετημένη μέσα σε πολυκατοικία κεραία.”

 Συναντάμε για 1η φορά το σκηνοθέτη Γ. Σακαρίδη, μέσα από το σκηνοθετικό του ντεπούτο, τη μεγάλου μήκους ταινία,“Wild Duck” (που έκανε την πρεμιέρα της στο 54ο Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσσαλονίκης), και μένουμε καταευχαριστημένοι.

Η ταινία αφηγείται μια τρυφερή διαπροσωπική σχέση, στην Ελλάδα του σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, και καθρεφτίζει τη διαμάχη μεταξύ της ηθικής και του προσωπικού συμφέροντος. Όπως δήλωσε σε συνέντευξή του ο Γ.Σακαρίδης: «Στο “Wild Duck” η οικονομική κρίση είναι η αφετηρία για να επανεξετάσει ο ήρωάς μας τις ηθικές αξίες του».

Έχοντας στο πλευρό του δύο ιδιαιτέρως ευαίσθητες ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, αυτή του Αλέξανδρου Λογοθέτη, που υποδύεται τον ήσυχο και σοβαροφανή Δημήτρη, που βρίσκεται στη δίνη ενός ηθικού διλλήματος, και αυτή της Θέμιδας Μπαζάκα, στο ρόλο της Παναγιώτας, η ταινία φαντάζει ιδανικά ολοκληρωμένη.

Καθώς κυλά η ιστορία της «Αγριόπαπιας», μοιάζει να μελαγχολεί με κάθε νέο λεπτό που περνάει, με τη βοήθεια της υπέροχης φωτογραφίας (από τα χέρια του Jan Vogel, συν-σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας του “Wasted Youth”). Η σκηνοθεσία ταξιδεύει σε πανέμορφα κομμάτια του ελληνικού εδάφους και μας δίνει την ευκαιρία να συμμετέχουμε σε αυτό το ταξίδι. Παρά την αργή της πορεία αξίζει τον κόπο, καθώς είναι  ένα ακόμη υπέροχο δείγμα του ελληνικού κιν/φου, που σίγουρα κάνει περήφανους τους Έλληνες θεατές.

Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3.5/5

Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

Oh BOY κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Jan Ole Gerster
Ηθοποιοί: Tom Schilling, Katharina Schüttler, Justus von Dohnányi, Marc Hosemann, Friederike Kempter, Andreas Schröder



H υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: "Ένα 24ωρο από τη ζωή
 του νεαρού Niko (Tom Schilling), ο οποίος έχει εγκαταλείψει τις σπουδές του και περιπλανιέται στο Βερολίνο προσπαθώντας να βάλει σε τάξη τη ζωή και τις σκέψεις του."


«3,40 για έναν καφέ?!» O νεαρός Νίκο αναρωτιέται φωναχτά για την εξωφρενική τιμή του καφέ έχoντας την έκφραση του «βλέπω κάτι εξωγήινο». Με παρόμοιο μαύρο χιούμορ και καυστικό σαρκασμό (το τελευταίο αποτελεί δανεικό χαρακτηριστικό του Alexander Payne), ο σκηνοθέτης περνά έμμεσα αλλά και άμεσα μηνύματα σχολιάζοντας το σημερινά κοινωνικα δρώμενα.

Ο πλέον πολλά υποσχόμενος και κάποτε βοηθός παραγωγής στο "Goodbye Lenin!", Jan Ole Gerster (ο οποίος τιμήθηκε με το βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη από την Ευρωπαική Ακαδημία Κιν/φου), κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο γυρίζοντας μια ταινία που ασχολείται κυρίως με το θέμα της αναζήτησης του «εγώ». Δανείζεται τον τζαζ ρομαντισμό του soundtrack του Woody Allen, και μας προσφέρει απλόχερα μια γλυκόπικρη ιστορία που διαδραματίζεται σε ένα ασπρόμαυρο και καλλιτεχνικό Βερολίνο.

Ο Ole Gerster επιλέγει τον «αμήχανο» Tom Schilling, ο οποίος φαντάζει ιδανική επιλογή για αυτόν το ρόλο. Ο Νίκο κοντεύει τα 30, και ακόμη «ψάχνεται». Προσπαθεί όλη μέρα να πιει επιτέλους τον καθημερινό καφέ του και να σκεφτεί με την ησυχία του τα «υπαρξιακά» του. Σπουδές και επαγγελματική αποκατάσταση. Οικογένεια. Ερωτικές και φιλικές σχέσεις. Κοινωνικοί προβληματισμοί. Στο μυαλό του αντικειμενικά συμπαθητικού νεαρού, όλα αυτά γίνονται ένα κουβάρι και προσπαθεί να το ξεμπλέξει. Το καταφέρνει όμως?

Mε ένα σενάριο δια χειρός του σκηνοθέτη, οπλισμένο με την απλότητα των ηρώων του Jim Jarmusch, και με την ατμοσφαιρικού τόνου ειρωνεία του Woody Allen, το «Oh Boy» έχει χαρακτηριστεί η ευρωπαϊκή απάντηση στο «Frances Ha» του Νoah Baumbach, αυτή τη φορά ιδωμένη από την σκοπιά ενός αγοριού. Συνοψίζοντας, έχουμε μια αναμφισβήτητα απολαυστική ταινία, που σε βάζει παράλληλα στη διαδικασία να σκεφτείς και να προβληματιστείς όχι μόνο για την παροντική κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι, αλλά και για το μέλλον, το δικό σου και των γύρω σου.

Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία: 3/5