Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Cake κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Daniel Barnz
HΘοποιοί:  Jennifer Aniston, Anna Kendrick, Britt Robertson, Lucy Punch, Sam Worthington

Η Κλερ Σίμονς πονάει, όλη την ώρα. Ο χρόνιος σωματικός της πόνος είναι προφανής από τις ουλές της αλλά και τον τρόπο που κινείται - κάθε βήμα της προκαλεί μορφασμούς πόνου. Ο ψυχολογικός της πόνος, όμως, είναι ακόμη μεγαλύτερος: η οργή και η απελπισία της προκαλούν ξεσπάσματα θυμού και αφιλτράριστης ειλικρίνειας που έχουν απομακρύνει από κοντά της όλα της τα αγαπημένα πρόσωπα, τα οποία δεν αντέχουν να την βλέπουν να βυθίζεται στον εθισμό της σε διάφορες ουσίες για να αντέξει. Η αυτοκτονία μιας νεαρής γυναίκας από την ομάδα ψυχολογικής υποστήριξης στην οποία συμμετέχει, θα δώσει στην Κλερ έναν νέο στόχο ζωής: να μάθει περισσότερα για αυτήν την γυναίκα που ελάχιστα γνώριζε, εισβάλλοντας στη ζωή του χήρου της και του μικρού παιδιού της, και να εξερευνήσει τα όρια μεταξύ ζωής και θανάτου, κινδύνου και λύτρωσης.

Σημειώθηκε φέτος ένας μικρός ντόρος γύρω από το πρόσωπο της αγαπημένης μας από τη σειρά "Φιλαράκια", Jennifer Aniston. Ο λόγος? Ο ρόλος της στη συγκεκριμένη ταινία. Καθώς την έχουμε συνηθίσει σε ρομαντικούς και κυρίως κωμικούς ρόλους ("We are the Millers", "Horrible Bosses" κ.α), με ελάχιστες δραματικές εμφανίσεις («The Good Girl», «Εκτός Τροχιάς» ) μας κεντρίζει αμέσως το ενδιαφέρον το ότι πρωταγωνιστεί σε τέτοιου είδους δραματική ταινία. Έρχεται να μας αποδείξει πως μπορεί να παίξει και σε δράμα. Και το καταφέρνει είναι η αλήθεια, μέχρι ένα σημείο. Παράλληλα, είναι ευχάριστο το γεγονός να τη βλέπουμε σε κάτι τόσο διαφορετικό από το συνηθισμένο της. Για την ερμηνεία της αυτή, κατάφερε να αποσπάσει μια υποψηφιότητα Χρυσής Σφαίρας με την ερμηνεία της, φτάνοντας μιαν ανάσα από την πρωταγωνιστική οσκαρική πεντάδα.

Ο σκηνοθέτης  Daniel Barnz βασίζεται εξ ολοκλήρου πάνω της και είναι φανερό πως η Aniston κρατά στις υποκριτικές πλάτες της όλη την ταινία. Πάλι καλά που υπάρχει και αυτή βασικά, διότι από άποψη σεναρίου, η ταινία μπάζει. Εκτός από τους πλατειασμούς που αναπόφευκτα προκαλούν 
κούραση και ορισμένες χαζές ατάκες που πετάγονται, δεν εμβαθύνει σε αυτό το τόσο σοβαρό θέμα που τολμά να θίξει. Η πλοκή κυλά αργά, με χαμηλότονους ρυθμούς και με την επανάληψη του μοτίβου του ψυχολογικά πονεμένου χαρακτήρα. Το σενάριο δεν εμβαθύνει ούτε στο χαρακτήρα της Κλερ παρά επιμένει στο κομμάτι ενός σχεδόν μισάνθρωπου χαρακτήρα με συναισθηματικά τραύματα και καταπιεσμένα αισθήματα. Το πως και τι έχει συμβεί, το μαθαίνουμε εντελώς επιφανειακά. Μέσα στην τραγικότητα της Κλερ υπάρχει και η σχέση με την οικιακή βοηθό της. Η σχέση των δύο γυναικών που διαφέρουν κοινωνικά και οικονομικά, φαίνεται να τραβά περισσότερο το σεναριακό ενδιαφέρον, σε σημείο να παραγκωνίζεται ο πραγματικός καημός που βιώνει η Κλερ σαν πονεμένη γυναίκα-μάνα.

Y.Γ. Το "Cake" κάπου το χάσανε στο ψήσιμο..Αν θέλετε πάντως να δείτε την αγαπημένη σας ηθοποιό σε κάτι εντελώς διαφορετικό, αυτή είναι μια καλή ευκαιρία.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Inherent Vice κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Paul Thomas Anderson
Hθοποιοί:  Joaquin Phoenix, Katherine Waterston, Jena Malone, Reese Witherspoon, Sasha Pieterse, Josh Brolin, Owen Wilson, Eric Roberts, Benicio Del Toro, Martin Short, Maya Rudolph

Ο μοναδικός Paul Thomas Anderson, επιστρέφει με την έβδομη κατά σειρά ταινία της οποίας το σενάριο και τη σκηνοθεσία έχει αναλάβει ο ίδιος.  Ένας σκηνοθέτης που τολμά να δείξει το "απαγορευμένο". Μας έκανε να τον ξεχωρίσουμε μέσα από το "Boogie Nights" και να τον θαυμάσουμε μέσα από το αρχοντικό "The Master". Η νέα του ταινία-για την οποία και αδημονούσαμε, είναι ένας κινηματογραφικός δυναμίτης. Διεκδίκησε μόνο δύο Υποψηφιότητες για Όscar, (Διασκευασμένου Σεναρίου και Κοστουμιών) και μία υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Joaquin Phoenix.

Βασική έμπνευση για τον Anderson αποτέλεσε το ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Πίντσον, με κεντρικό ήρωα τον detective Doc Sportello. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Doc Sportello (Joaquin Phoenix) είδε για τελευταία φορά την ξελογιάστρα πρώην του (Katherine Waterston). Ξαφνικά αυτή εμφανίζεται με μια ιστορία απαγωγής ενός δισεκατομμυριούχου κτηματία, με τον οποίο τυχαίνει να είναι ερωτευμένη.  Είναι το τελευταίο μέρος των ψυχεδελικών 60's στο Los Angeles και ο Doc γνωρίζει ότι η «αγάπη» είναι άλλη μια από αυτές τις λέξεις που κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή, όπως το «ταξίδι» ή το «μοδάτο», με την διαφορά ότι η λέξη «αγάπη» είναι αυτή που συνήθως οδηγεί σε μπελάδες. Τότε η διασκέδαση ήταν συνυφασμένη με την κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών. Αμμουδιά, ήλιος παντού και πάντα, ηλιοκαμένα μαστουρωμένα κορμιά, τα παιδιά των λουλουδιών. LCD, μαριχουάνα, και άλλες "ταξιδιάρικες" τοξικές ουσίες, δίνουν και παίρνουν. Μέσα από το ξέφρενο αυτό πάρτυ, γεννιέται και μια ιστορία αστυνομικού μυστηρίου. 

Την ιστορία του Doc ακολουθούν, εκτός από την μαστουρωμένη κοινωνία του Λος Άντζελες, και πολιτισμικά, ιδεολογικά μονοπάτια, καθώς ήταν μια εποχή γεμάτη με πολιτικές και κοινωνικές τραγωδίες. Μία από αυτές για την οποία γίνεται λόγος και στο σενάριο, είναι το τραγικό γεγονός με τους οπαδούς του Τσαρλς Μάνσον που διέπραξαν τις ανατριχιαστικές δολοφονίες της ηθοποιού Σάρον Τέιτ και έξι άλλων ανθρώπων στα βόρεια του Μπέβερλι Χιλς. Τo μυστήριo που προσπαθεί να εξιχνιάσει ο Doc  τον βυθίζει  στο βαθύ χάσμα μεταξύ των ‘60s και των ‘70s, μεταξύ του Αμερικάνικου ιδεαλιστικού οράματος και του σύγχρονου καταναλωτισμού. 

Με το εναρκτήριο πλάνο, δίνεται η εντύπωση πως έχουμε να κάνουμε με "Beach movie", και η αλήθεια είναι πως είναι και αυτός  ένας από τους χαρακτηρισμούς της ταινίας. Όμως ούτε ένας ούτε δύο χαρακτηρισμοί, καταφέρνουν να προσδιορίσουν  το "Ελάττωμα". Μπορούμε να περιοριστούμε στο απλοικό "Ένα crime drama γεμάτο από ξέφρενους χαρακτήρες και παρανοϊκό χιούμορ".

Στα χέρια του έμπειρου Paul Thomas Anderson, το ενδιαφέρον υλικό που παράγεται από το βιβλίο, φαίνεται να σπαρταράει. Για δυόμιση ώρες, ταξιδεύουμε πίσω στον χρόνο, όχι όμως με μια καθιερωμένη χρονομηχανή, αλλά με την κάμερα του σκηνοθέτη. Η ανασύσταση της εποχής είναι εκπληκτική. Με αναφορές στην κινηματογράφηση των αδερφών Κοέν, μια μαστουρωμένη εποχή που σιγά σιγά οδεύει προς το τέλος της, παρουσιάζεται γλαφυρά  και με αληθοφάνεια. Ζωντανεύει και  ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας  δίχως αναστολές. 

Οι ξέφρενοι χαρακτήρες με τη μορφή καρικατούρας,  του σεναρίου-βιβλίου, παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από μια καταπληκτική ομάδα ηθοποιών. Ο Joaquin Phoenix είναι ξεκάθαρο πως βρίσκεται σε μια περίοδο αναγέννησης. Εδώ, ανέμελος και διαρκώς φτιαγμένος, είναι απολαυστικότατος ως κακόμοιρος  Doc. Απολαυστικός και ο Josh Brolin στο ρόλο του "Bigfoot" ενός μπάτσου που έχει μια σχέση αγάπης-μίσους με τον Doc και του αρέσει να αυτοαποκαλείται «αναγεννησιακός μπάτσος». Παράλληλα  είναι μερικής απασχόλησης ηθοποιός, και προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αναδειχθεί επιτέλους σαν «κανονικός» ηθοποιός. Reese Witherspoon και Benicio Del Toro  έχοντας μεταμορφωθεί, τα δίνουν όλα.

Το σενάριο αποστομωτικό στο ύφος του, μοιάζει χαοτικό αλλά θέλει και αξίζει το χρόνο του. Σίγουρα δεν είναι από τα σενάρια που βγαίνουν «με το τσουβάλι». Μην βιαστείτε  να την αποβάλετε από τη μνήμη σας.

Υ.Γ. Ναι, αυτή είναι η κινηματογραφική μαστούρα της χρονιάς. Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Gett: The Trial of Viviane Amsalem, κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Ronit Elkabetz,  Shlomi Elkabetz
HΘοποιοί:  Ronit Elkabetz, Simon Abkarian, Gabi Amrani, Eli Gornstein

Αυτή είναι η ιστορία της Βίβιαν Αμσαλέμ, που ζει στο Ισραήλ, όπου απαγορεύεται να πάρεις διαζύγιο. Μόνο οι ραβίνοι μπορούν νόμιμα να τελέσουν ένα γάμο ή να ορίσουν τη διάλυσή του. Αλλά αυτή η διάλυση είναι δυνατή μόνο με πλήρη συγκατάθεση του συζύγου. Η Βιβιάν έχει κάνει αίτηση διαζυγίου εδώ και τρία χρόνια. Αλλά ο σύζυγός της δεν συμφωνεί. Η ψυχρή του αδιαλλαξία ενισχύει την αποφασιστικότητα της Βιβιάν να αγωνιστεί για την ελευθερία της. Πρόκειται για το τρίτο μέρος μιας τριλογίας που σκηνοθετούν και γράφουν τα αδέλφια Ronit and Shlomi Elkabetz, με βασικό πυρήνα τη σχέση δύο συζύγων μέσα από το πρίσμα της αντρικής κυριαρχίας που χαρακτηρίζει την Ισραηλινή οικογένεια. Η δραματική αυτή ταινία ήταν Υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Μέχρι πότε η κοινωνική θέση του γυναικείου φύλου θα βρίσκεται σε τόσο εξευτελιστικά χαμηλό επίπεδο και ειδικά στην Ανατολή; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο ανόητος εγωισμός κάποιου; Mια γυναίκα προσπαθεί και παλεύει για αρκετά χρόνια να αποκτήσει κάτι που κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να ζητήσει, ένα διαζύγιο.

Στην εναρκτήρια σκηνή, αργούμε μερικά λεπτά να αντικρίσουμε τον χαρακτήρα της υποδειγματικής για τον αγώνα της, Βίβιαν, παρά μόνο ακούμε δυο άντρες να μιλούν γι' αυτήν. Μία έμμεση κοινωνική κριτική για μια αυστηρά, στα όρια ανοησίας, ανδροκρατούμενη κοινωνία.
Κοντινά πλάνα από την αρχή της ταινίας, αγκαλιάζουν το μεγαλύτερο κομμάτι της. Κινηματογραφημένα δεξιοτεχνικά, τοποθετούνται πολλάκις πίσω από κάποιον χαρακτήρα ή προδίδουν το προφίλ τους και δεν αφήνουν στιγμή τους χαρακτήρες από τα μάτια τους. 



Η ταινία είναι μεν χαμηλών τόνων ως προς τον χαρακτήρα, όμως δεν διστάζει να  κριτικάρει τα πάντα με όπλο την κωμωδία του παραλόγου, κάτι που ταιριάζει απόλυτα με την παραδοξότητα που σημειώνει η κοινωνία του Ισραήλ (και όχι μόνο!). Οι χαρακτήρες-καρικατούρες προσπαθούν να βρουν μια λύση για αυτό το τόσο "περίεργο" θέμα. Το κωμικό στοιχείο απογειώνεται, με τους χαρακτήρες να βρίσκονται στα όρια της βλακείας, να σκέφτονται και να εκφράζονται σύμφωνα με- κατά πολύ- ξεπερασμένους κανόνες, άγραφους και μη, αγνοώντας επιδεικτικά τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Δεν σε κουράζει στιγμή η πλοκή του, η οποία περιορίζεται σε ολιγάριθμα πρόσωπα και μακροσκελείς διαλόγους, ή το γεγονός ότι είναι γυρισμένη εξ'ολοκλήρου σε κλειστούς χώρους (θρησκευτικό δικαστήριο). Σε κουράζει όμως η βλακεία που πνίγει τον ανθρώπινου νου, που πηγάζει από έναν εγωισμό που δεν αφήνει το μυαλό να αναπνεύσει.
Η συν-σκηνοθέτρια Ronit Elkabetz υποδύεται την πρωταγωνίστρια Βίβιαν Αμσαλέμ, δίνοντας μια σπαρακτική ερμηνεία, έχοντας πλήρη έλεγχο των κινήσεων του εκφραστικού προσώπου της και του υπό κατάρρευση σώματος της. Τα δίνει όλα μέσα από τον συγκλονιστικό της μονόλογο για τα δικαιώματα της, την τιμή και κυρίως την υποβαθμισμένη θέση της ως γυναίκα. Ένας μονόλογος που σηματοδοτεί το επιτέλους ξέσπασμά της , μετά από μια υπεράνθρωπου χαρακτήρα, υπομονή. 

Κοφτερό, με καθηλωτικές ατάκες σενάριο. Γεμάτο σασπένς το οποίο σημειώνει εύστοχα την κλιμάκωση της συναισθηματικής φόρτισης των χαρακτήρων. Ας σταθούμε λιγάκι σε αυτήν την πρόταση και ας αναλογιστούμε το βαθύ νόημα της: "Eύκολα κατηγορούμε αυτόν που φωνάζει". 

Συγκλονιστικό φιλμ από κάθε άποψη. Ουμανιστικό, αληθινό. Μπουνιά στο απάνθρωπο σύστημα συμπεριφοράς εναντίον των γυναικείων δικαιωμάτων που κυριαρχεί ακόμη και σήμερα. 


Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

American Sniper κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Clint Eastwood
Hθοποιοί:  Bradley Cooper, Luke Grimes, Sienna Miller, Kyle Gallner, Sam Jaeger
Η νέα ταινία του βραβευμένου με Όσκαρ Clint Eastwood («Million Dollar Baby», «Gran Torino», «J Edgar») είναι βασισμένη στην αυτοβιογραφία  του δοξασμένου ελεύθερου σκοπευτή Chris Kyle,  του σκοπευτή που επισήμως σκότωσε 150 ανθρώπους και κατατάχθηκε στην πρώτη θέση των ελεύθερων σκοπευτών στην ιστορία των ΗΠΑ. Η στρατιωτική του καριέρα, κυρίως στο Ιράκ, τον μετέτρεψε στον πιο θανάσιμο ελεύθερο σκοπευτή στην ιστορία των Η.Π.Α. Το αυτοβιογραφικό βιβλίο αποτέλεσε μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ, μένοντας για 18 εβδομάδες στην λίστα των bestseller των New York Times, 13 από αυτές στην κορυφή.
Το "Sniper" έχει 6 υποψηφιότητες στα φετινά Όσκαρ, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας και α' ανδρικού ρόλου για τον Bradley Cooper, ο οποίος με την ερμηνεία που δίνει αξίζει μεν την υποψηφιότητα αλλά όχι και το βραβείο.

Μπορεί λοιπόν να αποτελεί ένα δείγμα άρτιας τεχνικά δουλειάς, αλλά δυστυχώς δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακόμη ταινία, με το θεματικό μοτίβο «πατρίς - θρησκεία – οικογένεια», που τόσο λατρεύουν οι Αμερικανοί. Κάλλιστα μπορεί να θεωρηθεί μια ακόμη προπαγάνδα του υποδειγματικού Αμερικανού πατριώτη ήρωα που έχουμε δει δεκάδες φορές.
Απογοητευτικά ο Eastwood δεν καταφέρνει να μας προκαλέσει εκείνο το χτυποκάρδι που νιώσαμε κατά τη διάρκεια του "Gran Torino" ή του "Million Dollar Baby". Ξετυλίγει την ιστορία του με ανυπόφορα κλισέ προκαλώντας γελάκια και πλήξη στους θεατές. Ο ήρωας επιστρέφει στην πατρίδα  μετά την πρώτη θητεία του στον πόλεμο την ώρα που ξεκινά να πέφτει ο ήλιος (τυχαίο?). Από τη στιγμή που πατάει το πόδι του στα πάτρια εδάφη μέχρι να πέσει στην αγκαλιά του η έγκυος γυναίκα του, η σκηνή είναι γεμάτη με τις γοητευτικές και ρομαντικές αποχρώσεις του ηλιοβασιλέματος (θυμηθείτε τη γνωστή σκηνή στον "Τιτανικό"). Το πλάνο με το οποίο μας συστήνεται ο ενήλικος πλέον ήρωας (αμέσως μετά το ενδιαφέρον flashback για τα παιδικά χρόνια του Chris), είναι σκηνοθετημένο με τρόπο λες και παρουσιάζεται ένας super hero -στην καλύτερη περίπτωση. Ο ήρωας σηκώνει σιγά σιγά το κεφάλι και κάτω από ένα τεράστιο καουμπόικο καπέλο, ξετρυπώνει το γοητευτικό πρόσωπο ενός  φουσκωτού Bradley Cooper. "Κλαίω" ακούγεται εύστοχα από την διπλανή μου...

Εκτός από την πρωτοτυπία, απουσιάζει και η αντικειμενικότητα. Κατά τη διάρκεια των μαχητικών σκηνών, τα πλάνα που μαρτυρούν τον αγώνα του Αμερικάνικου στρατού, είναι πλήρως φωτεινά, φανερώνοντας έτσι την ηρωική αλλά και "ειρηνική" τους πρόθεση. Ενώ όταν η κάμερα δείχνει τον αντίπαλο στρατό, ο φωτισμός χαμηλώνει και τα πλάνα στήνονται με τρόπο που προδίδει αλλά και προκαλεί απέχθεια για τους Ιρακινούς. Η απεικόνιση της νοοτροπίας και των δύο πλευρών όπως συνέβαινε στις «Σημαίες των προγόνων μας» και στα «Γράμματα από το Ίβο Τζίμα», εδώ, δεν υπάρχει πουθενά.

Και το κερασάκι στην τούρτα έρχεται με την τελευταία σκηνή. Ακόμη και να μην γνωρίζαμε εκ των προτέρων την τραγική κατάληξη του ήρωα, οι κινήσεις που επιλέγει η σκηνοθεσία απλόχερα την προδίδουν. Μέχρι και ο φωτισμός της σκηνής είναι πένθιμος.

Υ.Γ. Ναι μεν εντυπωσιακή αλλά διόλου πρωτότυπη. Δυστυχώς.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Horrible Bosses 2 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Sean Anders
Ηθοποιοί:  Jason Bateman, Charlie Day, Jason Sudeikis, Jennifer Aniston, Chris Pine, Christoph Waltz, Kevin Spacey, Jamie Foxx
Έχοντας βαρεθεί να δίνουν λογαριασμό σε προϊστάμενους, ο Νικ, ο Ντέιλ και ο Κούρτ αποφασίζουν να γίνουν αφεντικά των εαυτών τους, ανοίγοντας τη δική τους επιχείρηση. Ένας επιτήδειος επενδυτής αποσύρει όμως ξαφνικά την οικονομική του υποστήριξη, αφήνοντας τους στα κρύα του λουτρού. Εξαπατημένοι, απογοητευμένοι και χωρίς νομική βοήθεια, οι τρεις επίδοξοι επιχειρηματίες σχεδιάζουν να απαγάγουν τον ενήλικο γιο του επενδυτή για να τον εκβιάσουν ώστε να ανακτήσουν τον έλεγχο της εταιρείας τους. 

Η ταινία αποτελεί τη συνέχεια της ιδιαίτερα επιτυχημένης κωμωδίας του 2011 "Αφεντικά για Σκότωμα", και επανενώνει τους σταρ Jason Bateman, Charlie Day και Jason Sudeikis στους δημοφιλείς ρόλους των υπαλλήλων που ζητούν εκδίκηση. 

To πρώτο "Horrible Bosses", το είδαμε, γελάσαμε πολύ και το ξεχωρίσαμε. Έρχεται το δεύτερο μέρος τώρα, διότι ως γνωστό, στην χώρα της Αμερικής ότι σημειώνει επιτυχία θα έχει οπωσδήποτε μια συνέχεια, και ας είναι και χάλια! Το δεύτερο λοιπόν μέρος των "Αφεντικών", δεν είναι καθαρό χάλι αλλά δεν φτάνει σε τίποτα τον πρόγονό του. Γιατι? Επειδή είναι πολύ πιο φλύαρο και αχρείαστα μεγάλο -η διάρκεια του είναι θα ήταν καλύτερο να σταματούσε στα είκοσι λεπτά λιγότερο (άκου σχεδόν δύωρο μια κωμωδία!) Επίσης είναι υπερβολικό όσον αφορά κάποιες καταστάσεις που παρουσιάζονται στο σενάριο. Kαι το κυριότερο? Πολύ λιγότερο κάφρικο από το πρώτο! Ναι, είναι το χειρότερο αυτό, γιατί ας μην ξεχνάμε πως αρχικά το αγαπήσαμε για το απολαυστικότατο κάφρικο χιούμορ του! 

Όσον αφορά το cast, ένας σμήνος από αστέρες! Από τους "παλιούς" η Jennifer Aniston παραμένει τρομερά σέξυ ως η σεξομανής οδοντίατρος. Οι Kevin Spacey και  Jamie Foxx  αν και εμφανίζονται πολύ λίγο, παραμένουν απολαυστικοί κάφροι. Από τα νέα μεγάλα ονόματα που μπήκαν στην παρέα των "Bosses", τον Christoph Waltz εκεί που περιμένουμε να τον απολαύσουμε, διότι αυτός ο άνθρωπος είναι φοβερός όταν κάνει τον κακό, τρώμε μια κανονικότατη γείωση! Ο ρόλος του, ανύπαρκτος σχεδόν! Ο "γιος" του Chris Pine, που εμφανίζεται πολύ περισσότερο, φαίνεται να το διασκεδάζει και ομολογούμε πως του πάει πολύ περισσότερο ο κωμικός ρόλος του τρελού παρά εκείνος του γόη-"λιώνουν κορίτσια" πρίγκιπα.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

Σινέ -Προτάσεις, Φεβρουάριος 2015

OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:
It's a Wonderful Life (1946)

Ο Τζορτζ Μπέιλι ( James Stewart) πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του βοηθώντας τους κατοίκους του Μπέντφορντ Φολς. Ήθελε να ταξιδέψει και να σπουδάσει αλλά δεν τα κατάφερε ποτέ, καθώς έπρεπε να βοηθήσει τους γονείς του στη μικρή τους επιχείρηση που βρισκόταν πάντα σε κίνδυνο αγοράς από τον άπληστο επιχειρηματία της περιοχής Χένρι Πόττερ. 
Ένα εξαιρετικό μάθημα ζωής επί της οθόνης σε σκηνοθεσία Frank Capra. Γεμάτη αισιοδοξία, έχει μείνει έως και σήμερα μια από τις καλύτερες ταινίες που άφησε η κλασική εποχή του Hollywood.


 CINEFIL: 
Wild Duck (2013)
Συναντάμε για 1η φορά τον σκηνοθέτη Γ. Σακαρίδη με τη μεγάλου μήκους ταινία,“Wild Duck”.
Η ταινία αφηγείται μια τρυφερή διαπροσωπική σχέση, στην Ελλάδα του σήμερα, στην Ελλάδα της κρίσης, και καθρεφτίζει τη διαμάχη μεταξύ της ηθικής και του προσωπικού συμφέροντος. 
Ένας χρεοκοπημένος μηχανικός τηλεπικοινωνιών (Αλέξανδρος Λογοθέτης) αναλαμβάνει να τσεκάρει μια υπόθεση τηλεφωνικών υποκλοπών και η έρευνά του τον οδηγεί σε μια παράνομα τοποθετημένη μέσα σε πολυκατοικία κεραία.


 Σινέ-διασκέδαση για όλους: 

Tangled (2010)
Η μακρομαλλούσσα Ραπουνζέλ, έχει περάσει όλη τη ζωή της έγκλειστη σε κάστρο. Η γνωριμία της με έναν περαστικό απατεώνα, θα είναι η αρχή μιας θεαματικής περιπέτειας. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ, διασκευάζεται από τους δημιουργούς του "Bolt".  
Είναι σίγουρα ένα από τα καλύτερα animation των στούντιο της Disney, απολαυστικότατο με έξυπνο και πετυχημένο χιούμορ.


SMALL DIAMONDS, αληθινά διαμάντια του παγκόσμιου κινηματογράφου:
The Boy in the Striped Pyjamas (2008)

Mια ιστορία διαδραματιζόμενη κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδωμένη μέσα από τα αθώα μάτια του Μπρούνο, τον 8χρονο γιο του διοικητή σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, του οποίου η απαγορευμένη φιλία με ένα εβραιόπουλο από την άλλη πλευρά του φράχτη έχει εντυπωσιακές και απρόσμενες συνέπειες.
Μια ακόμη ταινία αναφερόμενη στα τραγικά χρόνια του φασισμού, τόσο διαφορετική όμως από τις άλλες. Ο Mark Herman παρουσιάζει ένα αληθινό διαμάντι του Ευρωπαϊκού αλλά και του παγκόσμιου Κινηματογράφου. Βαθιά συγκινητική και ανθρώπινη ταινία.


Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:
This Boy's Life (1993)
Δραματική ταινία που πραγματεύεται τη ζωή ενός αντιδραστικού έφηβου και την καθημερινή κακοποίηση που δέχεται από τον αυταρχικό πατέρα του στην Αμερική των '50s. Οι Robert Deniro και Leonardo Di Carprio στους ηλεκτρισμένους ρόλους πατέρα και γιου, σε μια σχετικά άγνωστη ταινία της καριέρας τους και στην πρώτη συνεργασία τους. Ο Deniro δήλωσε θαυμασμένος από την υποκριτική παρουσία του μικρού DiCaprio.


Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Fifty Shades of Grey κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Sam Taylor-Johnson
Hθοποιοί: Dakota Johnson, Jamie Dornan, Aaron Taylor-Johnson, Victor Rasuk, Max Martini
Φοιτήτρια λογοτεχνίας ερωτεύεται ζάμπλουτο επιχειρηματία, ο οποίος δεν θα αντισταθεί, ούτε όμως θα κρύψει τις τολμηρές σεξουαλικές του συνήθειες. Η σκηνοθέτις Sam Taylor-Johnson μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το πασίγνωστο, νοοτροπίας άρλεκιν, αισθησιακό μυθιστόρημα της E.L. James, το οποίο η διάσημη πλέον συγγραφέας ξεκίνησε σε φόρουμ του Twillight, με τα αρχικά ονόματα των ηρώων να είναι τα Μπέλα και Έντουαρντ.

Το πρόβλημα με αυτήν την ταινία ξεκινά από το "made in USA". Γνωρίζουμε πως η Αμερική, ακόμη και σήμερα, παραμένει σεμνότυφη και ξενέρωτη, δεν τολμά και δεν τόλμησε να μπει για τα καλά στο κλίμα του αισθησιακού βιβλίου "50 αποχρώσεις του Γκρι", και να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Αν τυχόν η παραγωγή ερχόταν από την Ευρώπη, τέτοιο πρόβλημα πολύ πιθανόν να μην το αντιμετωπίζαμε (βλ. για παράδειγμα τις γεμάτες πάθος σκηνές στη "Ζωή της Αντέλ") 

Λίγο πολύ λοιπόν, το περιμέναμε πως οι πολυθρύλητες ερωτικές σκηνές δεν θα ήταν παρά ένα κακοφτιαγμένο σοφτ-πορνό, με λίγο πισινό και πλάτες, εν ολίγοις γεμάτο κοινοτυπίες. Πόσο απογοητευτικό αυτό, τη στιγμή που δεν χαρακτηρίζει ούτε καν το 1/10  του παράτολμου χαρακτήρα του βιβλίου. 
Η πρώτη ερωτική σκηνή έρχεται στο 40ό λεπτό και διαρκεί μόνο 11 λεπτά, τη στιγμή που το σύνολο της ταινίας αγγίζει τις δύο ώρες. Οι πρωταγωνιστές της μας χαρίζουν απλόχερα...ψεύτικους αναστεναγμούς. 
Ένας πιο αρρενωπός ηθοποιός είναι σίγουρα αυτό που χρειάζονται τα πλάνα και όχι μια "βουτυρόφατσα". Ο Jamie Dornan είναι αυτό που λέμε "από φωνή, κορμάρα". Του λείπει σίγουρα μια περισσότερο παθιασμένη ερμηνεία ή τουλάχιστον μια ερμηνεία σκέτο. Ίσως το να παραμείνει στο χώρο του μόντελινγκ, να μην είναι και τόσο άσχημη ιδέα.
Αντίθετα, η Dakota Johnson υποστηρίζει το ρόλο που της έχει δοθεί και ταιριάζει απόλυτα με αυτόν καθώς διαθέτει ένα χαριτωμένο και αγγελικό πρόσωπο. 

Όσοι δεν την έχετε δει στον κινηματογράφο ακόμη, καθίστε μπροστά από στην οθόνη του υπολογιστή σας, πατήστε το play στο βίντεο με το treiler της ταινίας και παρακολουθήστε το. Με αυτή την απλή κίνηση, θα τα έχετε δει απλά όλα.

Παρασκευή Γιουβανάκη 
Βαθμολογία 1.5/5

Leviathan κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Andrey Zvyagintsev
Ηθοποιοί: Vladimir Vdovichenkov, Aleksey Serebryakov, Elena Lyadova, Roman Madyanov, Anna Ukolova, Sergey Pokhodaev, Aleksey Rozin

Πολιτική παραβολή και σκληρό δράμα, με κέντρο τη σύγχρονη Ρωσία, βασισμένο στη βιβλική ιστορία του Ιώβ. Ο Θεός τον είχε προκαλέσει ρωτώντας τον αν μπορεί να σύρει με αγκίστρι τον Λεβιάθαν, ένα θαλάσσιο γιγάντιο τέρας, εννοώντας έτσι πως κάποιες δυνάμεις είναι αδύνατον να τις νικήσουμε, όπως εξίσου και να κατανοήσουμε ορισμένα πράγματα στην ανθρώπινη ζωή.  Το θρησκευτικό κομμάτι αποτελούσε ανέκαθεν ένα από τα "αγαπημένα" θέματα του Andrey Zvyagintsev, ενός από τους σημαντικότερους Ρώσους σκηνοθέτες. Με το "Leviathan" να είναι εξ' ολοκλήρου μια αυστηρή κριτική για την κάθε μορφή εξουσίας, κερδίζει τον θαυμασμό και τον προβληματισμό (μακάρι) των θεατών. Βραβεύτηκε με το βραβείο σεναρίου στις Κάννες, με Χρυσή Σφαίρα και διεκδίκησε υποψηφιότητα για Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας στην απονομή που αναμένουμε.



Οι νόμοι φυσικά και δεν ισχύουν για όλους. Όλοι λίγο πολύ το έχουμε εμπεδώσει. Ο απλός πολίτης και μεροκαματιάρης Κόλια, τολμά να τα βάλει με την εξουσία, η οποία με τη μορφή του χοντράνθρωπου-κυρίως όσον αφορά τους τρόπους του, δημάρχου, το μόνο που θέλει είναι να του πάρει με κάθε τρόπο το σπίτι, ώστε να χτίσει ότι θέλει αυτή πάνω στο ίδιο πανέμορφο σημείο... Εντάξει, σιγά το πράγμα! Ποιος δεν έχει πρόβλημα να ξεσπιτωθεί στα καλά καθούμενα? Ο Κόλια λοιπόν, έχει τέτοιο θράσος και τρέλα που είναι αποφασισμένος να κάνει τα πάντα, ώστε να μην περάσει η κατοικία που για ολόκληρα χρόνια ζούσε η οικογένειά του, στον φιλεύσπλαχνο δήμαρχο. Έτσι ξεκινάει ένας ακήρυχτος πόλεμος, με δικούς του κανόνες, και μια σειρά από γεγονότα που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια τον ένα από τους δυο αντιπάλους σε συντριβή- δίχως πολύ σκέψη, ξέρουμε ποιος είναι αυτός. Ο ηθοποιός Roman Madyanov που υποδύεται έναν δήμαρχο που δεν διαφέρει σε τίποτα από έναν γκάνγκστερ, καταφέρνει με την ερμηνεία του, να τον κάνει ακόμη πιο μισητό και εμετικό.

Το σενάριο διαθέτει ευφυΐα και καλογραμμένους διαλόγους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο κοφτός διάλογος μεταξύ δημάρχου και Κόλια όπου φαίνονται ξεκάθαρα ποιοι είναι οι ρόλοι στην κοινωνία: 
-"Δεν αναγνωρίζεις την εξουσία?" 
-"Και τι θέλεις εξουσία?"

Eπιβλητική, εκτός από το σενάριο, είναι και η τοποθεσία όπου διαδραματίζεται η ιστορία και που ζουν οι άποροι ήρωες. Ένα φυσικό τοπίο (η χερσόνησος Κόλα της βορειοδυτικής Ρωσίας) που καθηλώνει με την ομορφιά και την απομόνωσή που το χαρακτηρίζει. Και ένα άσπρο απομεινάρι φάλαινας που ανατριχιάζει. Με το μεγαλείο της φύσης και την σκληρή πραγματικότητα που βιώνουν οι σεναριακοί χαρακτήρες, δένει αποκλειστικά το αγωνιώδες soudtrack, γραμμένο από τα χέρια του Phillip Glass (βλ. "The Hours", 2002).

Η σκηνοθετική ειρωνεία σημειώνεται στα καταλληλότερα σημεία της ταινίας: Μια εισαγγελέας βιάζεται ή μάλλον τρέχει, να ολοκληρώσει την ανάγνωση  δικαστικής απόφασης, όποια και αν είναι αυτή. Η απόφαση μιας κατηγορίας που δεν φάνηκε να προσέγγισε τη σημασία που της αξίζει από τους αρμόδιους του δικαστηρίου λόγω του ότι αναμειγνύονται "μεγάλα κεφάλια". Και το κερασάκι στην τούρτα έρχεται με την τελευταία σκηνής της θείας λειτουργίας...

Υ.Γ Είναι αναμφισβήτητα ένα κινηματογραφικό διαμάντι και ένα από τα πιο επίκαιρα έργα της χρονιάς. Η κοινωνία της Ρωσίας, δεν είναι δυστυχώς η μοναδική που βασανίζεται από μια εξουσία της διαφθοράς.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4.5/5

Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Camille Claudel 1915 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Bruno Dumont
Hθοποιοί: Juliette Binoche, Robert Leroy, Jean-Luc Vincent

        
1915, χειμώνας στο άσυλο ανιάτων στο Μοντεβέργκ, στη Νότια Γαλλία. Η Καμίλ Κλοντέλ, γλύπτρια, μούσα και σύντροφος του Ροντέν, βρίσκεται έγκλειστη κατά παραγγελία των γονιών της, με μοναδικό φωτεινό σημάδι τις αραιές αλλά τακτικές επισκέψεις του αδελφού της, Πολ. Η Κλοντέλ θα ζήσει στο άσυλο τα τελευταία 29 χρόνια της ζωής της…

 Juliette Binoche… Πόσο απολαμβάνω να την παρακολουθώ αυτήν τη γυναίκα! Τι ηθοποιός! Τι ερμηνεία! Ό,τι καλό και να γράψω φαντάζει πραγματικά λίγο. Απλά κάθεσαι και την παρακολουθείς! Η γεμάτη εκφραστικότητα και αληθοφάνεια ερμηνεία της, μαγνητίζει το μάτι του θεατή  και ταυτόχρονα μας γεμίζει ενδιαφέρον για τη συνέχεια, παρά το γεγονός ότι από την συγκεκριμένη ταινία λείπει εξ ολοκλήρου η δράση. Η κάμερα την τοποθετεί στο κέντρο των πλάνων και με μια πληθώρα από κοντινά, χανόμαστε στη γοητεία της παρουσίας και της ερμηνείας της.

 Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα για τη «Ανθρωπότητα» του, γαλλικής καταγωγής σκηνοθέτης Bruno Dumont, επιστρέφει με ένα όχι και τόσο τυπικό βιογραφικό δράμα, αναφερόμενο σε ένα κομμάτι της ζωής – ή μάλλον σε λίγες μόνο ημέρες της ζωής, της διάσημης γλύπτριας, όταν η ίδια νοσηλευόταν σε άσυλο φρενοβλαβών, όπου και θα παραμείνει για 29 χρόνια κατόπιν πρωτοβουλίας της οικογένειάς της. Με κοντινά κυρίως και μεγάλης διάρκειας πλάνα, συνοδευόμενα από τα χρώματα μπλε και γκρι, μας τοποθετεί σε αυτόν τον άβολο χώρο, προκαλώντας μας να αισθανθούμε έστω και στο ελάχιστο ένα κομμάτι της παράνοιας του χώρου, και μας αφήνει να παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις, τους φόβους και τις εμμονές που βασανίζουν την καλλιτέχνιδα, μέσα από τη συγκλονιστική ερμηνεία της Binoche.

 Κάθε σκηνή έχει και το νόημά της. Μερικές ίσως δώσουν την εντύπωση του περιττού όσον αφορά την εξέλιξη την εξέλιξη της πλοκής, όμως χάρη στη μαεστρία του σκηνοθέτη, δένουν απόλυτα με τις υπόλοιπες σκηνές  και την ψυχοσύνθεση των ηρώων.

Υ.Γ  Μια ταινία όχι τόσο ευχάριστη, όμως αν είσαι λάτρης της υποκριτικής γοητείας της Βinoche, θα ευχαριστηθείς για ακόμη μία φορά την ξεχωριστή παρουσία της.

Παρασκευή  Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3.5/5

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Big Hero 6 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Chris Williams, Don Hall
Hθοποιοί: T.J. Miller, Jamie Chung, Maya Rudolph, James Cromwell, Alan Tudyk, Stan Lee



Είναι δεδομένο πλέον ότι "οι super heroes καλά κρατούν", πουλάνε και (δυστυχώς) κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στις μεγάλες οθόνες. Από την ιστορία ενός super ήρωα, βγαίνουν άλλα δέκα sequels και prequels, για το πως ξεκίνησε, τι γάλα έπινε μικρός, που και πως τον βρίσκουμε "τώρα", άλλαξε τη στολή του ή όχι? και άλλα πολλά. Έτσι λοιπόν, το νέο αυτό animation ή μάλλον η Disney, ακολουθεί πιστά και τυφλά αυτή τη μόδα...

Τα Walt Disney Animation Studios, επιστρέφουν με τους δημιουργούς των ταινιών “Ραλφ, η Επόμενη Πίστα” και "Frozen", με μια ακόμη φαντασμαγορική αλλά "κενή", animation ταινία. Βασισμένη σε μια όχι και τόσο γνωστή σειρά από κόμικς που έκδωσε η Marvel την δεκαετία του ’90, το «Big Hero 6» που αφορά μια ιδιόμορφη ομάδα υπερηρώων από παιδιά, έρχεται να αφήσει τη δική του πρωτοτυπία στα μάτια μικρών και μεγάλων θεατών. Ή τουλάχιστον αυτό προσπάθησε...

Ήρωας εδώ, είναι ο νεαρός Χίρο Χαμάντα, ένα παιδί-θαύμα που από τα 14 του έχει τελειώσει το σχολείο. Η μοίρα όμως τον φέρνει αντιμέτωπο με μια επικίνδυνη και μυστηριώδη απειλή. Ο Χίρο δεν έχει άλλη επιλογή από το να επιστρατεύσει τις δεξιότητες του και να μετατρέψει μια αλλόκοτη παρέα από συντρόφους σε ατρόμητη ομάδα hi-tech σούπερ ηρώων. 


Το "Big Hero 6" δεν είναι ένα τυπικό animation που θα το δεις και θα το ξεχάσεις μετά από λίγο...Ή τουλάχιστον αυτό ελπίζουν και προσεύχονται οι συντελεστές. Πίσω από το υπερηρωικό περιτύλιγμά της κρύβεται μια ιστορία για την κατάθλιψη και την αντιμετώπιση του χαμού ενός αγαπημένου προσώπου. Το αρνητικό θέμα όμως είναι πως το σενάριο, δεν ξεφεύγει από την κατάχρηση των εύκολων συγκινήσεων και των κλισέ.

Κεντρικός πυρήνας της ιστορίας, είναι η τρυφερή σχέση που δημιουργείται μεταξύ του μικρού Χίρο και του ρομπότ Μπέιμαξ. Ο φουσκωτός που θυμίζει χιονάνθρωπο, και γλυκούλης ρομποτάκος, παίρνει τη μορφή του μεγάλου αδερφού για τον ορφανό Χίρο. Το σενάριο όμως δίνοντας μεγάλη βάση στη συγκεκριμένη θεματική, ξεχνά τους δευτερεύοντες χαρακτήρες, τους υπόλοιπους τέσσερις super heroes δηλαδή, με αποτέλεσμα να περνάνε αδιάφοροι και να χάνονται στο προσκήνιο της σχέσης  Χίρο και του γλυκύτατου ρομπότ.  

Φυσικά δεν λείπουν οι φαντασμαγορικές σκηνές δράσης με κυνηγητά και αμάξια να πετάνε, που περιλαμβάνουν εκτός από γοητευτικά ειδικά εφέ, και έξυπνο χιούμορ. Η κοιλιά όμως που προκαλείται (εκτός από τη ζαλάδα) δεν σε κρατάνε και πολύ σε χιουμοριστική διάθεση.

Τελικά είναι ένα τυπικό animation που θα το δεις και θα το ξεχάσεις μετά από λίγο.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Hector and the Search for Happiness κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Peter Chelsom
Ηθοποιοί:  Rosamund Pike, Simon Pegg, Toni Collette, Christopher Plummer, Jean Reno

Το bestseller που έγινε ταινία. O Hector, ένας πλούσιος ψυχολόγος, νιώθει όλο και πιο δυσαρεστημένος από τη ζωή του. Έτσι, αποφασίζει να γυρίσει τον κόσμο προς αναζήτηση της ευτυχίας... 
Όλα ξεκίνησαν όταν η παραγωγός διάβασε το μυθιστόρημα του Francois Lelord, "Hector and the Search for Happiness" και έμεινε πραγματικά έκπληκτη. Αποφάσισε λοιπόν να το μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη ώστε να μας εκπλήσσει και εμάς...

Λένε πως "Τα λεφτά, δεν φέρνουν την ευτυχία"..Ένας το λιγότερο ευκατάστατος ψυχολόγος, αποφάσισε να ταξιδέψει όλο τον κόσμο για να βρει..την ευτυχία.  Nαι  εντάξει, καθώς όλοι έχουμε την οικονομική δυνατότητα να κάνουμε τρία υπερατλαντικά ταξίδια μέσα σε λίγες μέρες για να βρούμε την "ευτυχία"! Ας είμαστε ρεαλιστές. Τα λεφτά ναι μεν δεν φέρνουν την ευτυχία αλλά μια χαρά σου δίνουν τη δυνατότητα να μπορείς γυρίζεις τον κόσμο από Σαγκάη, σε Αφρική και μετά στο Λος Άντζελες.Αν ο κύριος Hector δεν είχε τόσο χρήμα, σιγά που θα το έκανε!


Ο Hector, αν και  συμπαθητικός, είναι συναισθηματικά ανώριμος από ότι φαίνεται μέσα από τις σχέσεις που έχει δημιουργήσει στο παρελθόν και στο παρόν του. Μέσα από το μεγάλο αυτό ταξίδι θα συνειδητοποιήσει πως το να ζεις έχει περισσότερο νόημα από το απλά να υπάρχεις. Ως εδώ καλά. Στη συνέχεια της αναζήτησης του όμως δεν καταφέρνει τίποτα άλλο παρά να επιβεβαιώνει πως η ευτυχία στο μυαλό μερικών ανθρώπων, ταυτίζεται με το έχεις πολύ χρήμα να ξοδεύεις και να καλοπερνάς. Αλλά και να κατευθυνθείς προς το εξωτικό, το άγνωστο.

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ένας βαρετός και καθόλου αστείος Simon Pegg. Βαρετός και αμήχανος είναι και στις δραματικές σκηνές, με αποκορύφωση μια από τις τελευταίες που κλαίει-κράζει, όπου είναι τόσο υπερβολικός που πραγματικά θέλεις να τον βάλεις στο mute. Αδιάφορος  παντελώς αλλά και άκυρος είναι και ο Christopher Plummer. Απορείς γιατί ένας τόσο σημαντικός ηθοποιός δέχτηκε να γελοιοποιηθεί με αυτήν την ταινία.

H κινηματογράφηση του, με αυτό το εφετσίδικο μοντάζ θυμίζει στην καλύτερη, διαφήμιση ταξιδιωτικού πρακτορείου. Τα απανωτά εφέ (fast forward και λοιπά) είναι εντελώς αχρείαστα κι άσχετα με το είδος στο οποίο ανήκει σαν ταινία.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1/5

Σάββατο, 7 Φεβρουαρίου 2015

Selma κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:  Ava DuVernay
Hθοποιοί:  David Oyelowo, Carmen Ejogo, Tim Roth, Oprah Winfrey, Tom Wilkinson, Giovanni Ribisi, Andre Holland



Το πρόσωπο μιας από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες, στην ιστορία της ανθρωπότητας, που είχε παραμεληθεί τόσο καιρό από την 7η Τέχνη, έρχεται επιτέλους στις μεγάλες οθόνες, από την σκηνοθέτη Ava DuVernay στην πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία.

Το "Selma" μας μεταφέρει σε μια ταραγμένη περίοδο της δεκαετίας του '60, και συγκεκριμένα την άνοιξη του 1965, όταν  25.000 διαδηλωτές, με μπροστάρη τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, κατάφεραν να διανύσουν μια απόσταση 60 μιλίων από την πόλη Σέλμα μέχρι το Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα διεκδικώντας το ανύπαρκτο έως τότε δικαίωμα ψήφου για τους Αφροαμερικανούς. Πρόκειται για ένα βιογραφικό χρονικό, που εστιάζει στην κορύφωση των διεκδικήσεων της αμερικανικής μαύρης κοινότητας στη δεκαετία του ’60, προσπαθώντας παράλληλα να σκιαγραφήσει το πορτρέτο του διασημότερου ηγέτη της. 

Τον παθιασμένο και αποφασισμένο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, υποδύεται εξαιρετικά χωρίς μούτες και υπερβολές, ο David Oyelowo (που απουσιάζει από τη φετινή κατηγορία Α' ανδρικού, κάτι που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όντως η Ακαδημία στέκει με τα καλά της...). Στις σκηνές όπου καλείται σαν Κινγκ να δώσει λόγο μπροστά στο πλήθος των συμπατριωτών του, που στην κυριολεξία κρέμονται από τα χείλη του, είναι καθηλωτικός. Έχοντας εις γνώσιν του πως υποδύεται μια στιβαρή ιστορική προσωπικότητα, δίνει πάθος και ευκρίνεια στην ομιλία του, κερδίζοντας έτσι σε πειστικότητα και θάρρος-στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον Κινγκ.
Ο ακαδημαïκός χαρακτήρας του "Selma" είναι εμφανής από τα πρώτα ακόμη πλάνα. Η Ava DuVernay παρουσιάζει τα γεγονότα διαδοχικά, και κυρίως μέσω δύο συγκεκριμένων ειδών πλάνων: τα μεσαία και τα κοντινά πλάνα, που πλησιάζουν τους χαρακτήρες με συμπόνια για την τόλμη και τον αγώνα τους. Με ζεστά χρώματα στη φωτογραφία, οι κεντρικοί χαρακτήρες και αγωνιστές, φαίνονται ακόμη πιο συμπαθητικοί.  Παράλληλα η σκηνοθέτης δίνει εύλογα εκτός από τον επαναστατικό και έναν μελαγχολικό χαρακτήρα στο φιλμ. Ανάμεσα στις σκηνές με τις πορείες και τις συγκεντρώσεις στην εκκλησία, παρουσιάζονται μικρές σκηνές όπου σημειώνονται διαφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ των αγωνιστών αλλά και του Κινγκ με τη σύζυγο του -μια ήρεμη δύναμη που απεικονίζεται εξαιρετικά από την Carmen Ejogo. Οι σκηνές αυτές είναι εξίσου δυνατές όσο και  αυτές των συγκρούσεων στους δρόμους. 

Θέλοντας να συγκινήσει ακόμη περισσότερο, η DuVernay παρουσιάζει προς το τέλος της ταινίας, ιστορικά ντοκουμέντα. Σε ορισμένα σημεία δυστυχώς, το φιλμικό κείμενο κυριαρχείται από μια μονοτονία που θυμίζει τηλεταινία.
Οφείλουμε να αναγνωρίσουμε όμως πως αξίζει το χρόνο μας, καθώς παρουσιάζεται ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός και μια από τις καλύτερες ανδρικές ερμηνείες της χρονιάς.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Winter Sleep (Kis Uykusu) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Nuri Bilge Ceylan
Hθοποιοί: Haluk Bilginer, Melisa Sozen, Demet Akbag


Ο τούρκικης καταγωγής σκηνοθέτης Nuri Bilge Ceylan έχει αφήσει το δικό του στίγμα στην 7η Τέχνη γενικότερα, αλλά και στο Φεστιβάλ Καννών ειδικότερα. Όσες φορές έχει συμμετάσχει, πάντα αποχωρεί με κάποιο σημαντικό βραβείο. Στο φετινό Φεστιβάλ Καννών, έφυγε με τον Χρυσό Φοίνικα για το έργο του "Winter Sleep"-κάτι που πολλοί το είχαν ήδη προβλέψει. 



Μέσα σε 196 λεπτά, στήνει ένα λυρικό δράμα δωματίου πάνω στην σταδιακή υπαρξιακή κρίση που έρχεται να πλήξει τους τρεις εύπορους πρωταγωνιστές. Ο Αϊντίν, ένας δημοφιλής άνθρωπος της περιοχής της Καπαδοκίας, και πρώην ηθοποιός , διευθύνει ένα μικρό ξενοδοχείο μαζί με τη νεαρή του σύζυγο Νιχάλ, με την οποία είναι συναισθηματικά απόμακρος, και την αδελφή του, Νεκλά, η οποία υποφέρει λόγω πρόσφατου διαζυγίου. Ο Χειμώνας μπαίνει και το χιόνι σκεπάζει το τοπίο, με την ψυχολογία του Αϊντίν να πέφτει τόσο χαμηλά, που αισθάνεται ότι είναι καιρός να φύγει μακριά, ενώ έρχεται σταδιακά αντιμέτωπος, πρόσωπο με πρόσωπο, με αυτό που πραγματικά είναι.

Το τιτάνιο σενάριο περιλαμβάνει τρεις ιστορίες. Η πρώτη αφορά στο σπάσιμο του τζαμιού του αυτοκινήτου του Αϊντίν από το μικρό γιο του νοικάρη του Αιντίν, έτσι εμβαθύνει στις συμπεριφορές των ανθρώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κοινωνικές τάξεις. Η δεύτερη αφορά τη σχέση συγγραφέα και αναγνώστη, όπως προκύπτει από μια συζήτηση μεταξύ του Αϊντίν και της αυστηρής αναγνώστριας και αδερφής του Νετζλά. Η τρίτη ιστορία αφορά στη σχέση του Αϊντίν με την, κατά πολλά χρόνια μικρότερη γυναίκα του, Νιχάλ, η οποία τον είχε παντρευτεί  ενώ είχε παρασυρθεί από τη γοητεία του ως ηθοποιό, και τώρα είναι αναγκασμένη να ζει μαζί του στην ερημιά που περιβάλλει το ξενοδοχείο τους.

Την ταινία περικυκλώνουν ασφυκτικά σχεδόν, βαθυστόχαστες και μεγάλης διάρκειας, συζητήσεις. Όλοι οι χαρακτήρες, τοποθετημένοι σε κλειστούς χώρους, οι οποίοι δίνουν την εντύπωση καταφύγιων για την κακοκαιρία και το κρύο, "ξεγυμνώνονται"  μπροστά στην κάμερα. Οι συζητήσεις τους επικεντρώνονται σε θέματα πολιτικών και ταξικών αντιθέσεων, θέματα ψυχολογίας και φιλοσοφίας. Ο κεντρικός χαρακτήρας Αϊντίν, επιλέγει να εκφράζεται με λόγια που μοιάζουν με χωρία από λογοτεχνικά βιβλία αλλά και αποφθέγματα συγγραφέων της κλασσικής λογοτεχνίας και ποίησης. Με αυτό τον τρόπο τονίζεται η κοινωνική θέση στην οποία ανήκει και η οικονομική άνεσή του, κάτι που εύλογα ακολουθεί την αποστομωτική πολλές φορές, συμπεριφορά του. Με την ομιλία του να προκαλεί θαυμασμό, αφήνει το θεατή να αφεθεί σε αυτήν. Κρίνοντας άμεσα και έμμεσα τα κοινωνικά δρώμενα, δεν ξεφεύγει ούτε ο ίδιος από την έντονη κριτική, που έρχεται από την πλευρά της αδεφής του αλλά και της γυναίκας του. Οι έντονες και πικρόχολες συζητήσεις με την αδερφή του, φέρνει στην επιφάνεια τους αληθινούς τους χαρακτήρες, και στη μεταξύ τους σχέση σαν αδέρφια και σε αυτήν με τους γύρω τους. 

Ο λόγος του Αιντίν, δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που μαγεύει το θεατή. Η σκηνοθεσία των πλάνων, η οριακή επιλογή του κάδρου σε συνεργασία με τη φωτογραφία που προσφέρει συνθετική δύναμη, και αυτές οι λίγες φορές που τα πλάνα αποτυπώνουν εξωτερικούς χώρους με background το χιονισμένο άπειρο, προκαλούν ηδονοβλεπτικά βλέμματα.

Μέσα από το σκηνοθετικό επίτευγμα του ο  Nuri Bilge Ceylan, νιώθουμε πως προσπαθεί να μας αφυπνίσει για  σοβαρά θέματα που αφορούν τον κόσμο μας. Το κατά πόσο το καταφέρνει και αυτό ή όχι, είναι κάτι που διχάζει, λόγω των μακροπερίοδων και συχνά περιττών, διαλόγων. Αξίζει όμως την προσοχή μας για εκείνο το όμορφο συναίσθημα με το οποίο μας αφήνει...

Καλή προβολή!

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Whiplash κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Damien Chazelle
Ηθοποιοί: Miles Teller, J.K. Simmons, Melissa Benoist

J.K. Simmons και Miles Teller πρωταγωνιστούν στην κινηματογραφική αδρεναλίνη της χρονιάς. Η ταινία του Damien Chazelle έκανε το φεστιβάλ του Sundance να παραμιλά και βάζει πλώρη για τα Όσκαρ.

Τι σημαίνει απόλυτη επιτυχία? Mέχρι που μπορείς να το τραβήξεις ώστε να αγγίξεις την απόλυτη επιτυχία? Τι ρόλο παίζουν ο αυτοσεβασμός και η αυτοεκτίμηση στην προκειμένη περίπτωση? Ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος ενός παιδαγωγού? Ποια είναι τα όρια της πειθαρχίας? Μέσα από ένα εκρηκτικό θρίλερ χαρακτήρων και συνάμα δραματικό success story, τα παραπάνω ερωτήματα παίρνουν σάρκα και οστά, γεμίζουν δάκρυα και αίμα και μας προβληματίζουν.

Ο Άντριου Νέιμαν (Miles Teller) είναι ένας φιλόδοξος ντράμερ της τζαζ, με μόνο πράγμα κατά νου να ξεχωρίσει στην ελίτ της ανατολικής ακτής. Ο Τέρενς Φλέτσερ (J.K. Simmons), εξίσου γνωστός για το ταλέντο του στη μουσική εκπαίδευση με τις τρομακτικές του μεθόδους, είναι επικεφαλής ενός τζαζ γκρουπ στο σχολείο. Θα ανακαλύψει τον Άντριου και θα τον πάρει στην μπάντα. Από αυτό το σημείο, το πάθος του νεαρού για την τελειότητα θα του γίνει εμμονή, ενώ ο αδίστακτος δάσκαλος θα τραβήξει τα όρια τόσο των ικανοτήτων του, όσο και της ψυχής του. Ο νεαρός Άντριου φαίνεται να βρίσκει στο πρόσωπο του αυστηρού Τέρενς  το πατρικό πρότυπο.

Δύο άψογες ερμηνευτικές αποδόσεις. J.K. Simmons και Miles Teller  φτύνουν αίμα για να αποδώσουν άριστα τους απαιτητικούς ρόλους. Και το καταφέρνουν. O J.K. Simmons δίνοντας την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του, μεταμορφώνεται σε έναν αλαζονικό και απάνθρωπο καθηγητή και βροντοφωνάζει  "Νοt quite my tempo!" O Miles Teller, παίζει με σώμα και ψυχή. Προσφέρει μια ισορροπία  στον χαρακτήρα του, και τον προσγειώνει κάπου ανάμεσα σε φιλόδοξο και τελειομανή ντράμερ, που ενώ γνωρίζει πως έχει μεγάλο ταλέντο, δεν είναι ψώνιο. 
Και οι δύο πρωταγωνιστές, εμπνέονται από την άρτια σκηνοθεσία και αυτή από εκείνους.

Ο 29χρονος μόλις Damien Chazelle, έχει κάνει το λιγότερο τρομερή δουλειά. Σκηνοθεσία και σενάριο πέρασαν από τα χέρια του. Ένα σενάριο, εξαιρετικό, με έντονο ρυθμό όπως η τζαζ μουσική που περικυκλώνει τις σκηνές και γεμάτο συνεχείς ανατροπές που δεν σε αφήνουν να πάρεις ανάσα. Με αριστοτεχνικά κοντινά πλάνα, παρακολουθούμε την τελειωτική μάχη μεταξύ των δύο εγωκεντρικών και ψυχωτικών χαρακτήρων. Ερχόμαστε σε απόσταση αναπνοής από  τους χαρακτήρες, να αντικρίζουμε κάθε κηλίδα αίματος και ιδρώτα από την υπεράνθρωπη προσπάθεια του γεμάτου με πείσμα, Άντριου. Η ένταση χτυπάει κόκκινο με τη βιρτουόζικη σκηνοθεσία να συνοδεύεται από ένα εξίσου δεξιοτεχνικό μοντάζ, που κόβει το κάθε πλάνο την πιο κατάλληλη στιγμή ώστε να προκαλείται ολοένα και περισσότερη αγωνία και ένταση.

Σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, ερμηνείες, δεν είναι τα "μοναδικά" ατού της ταινίας. Και το κομμάτι της φωτογραφίας με τη σειρά του, είναι άψογο και δένει αρμονικά με τον τζαζ ήχο και το προκλητικό μοντάζ. Η διευθύντρια φωτογραφίας Σάρον Μίερ δίνει πολύ καλούς φωτισμούς στα εκρηκτικά πλάνα απογειώνοντας την τζαζ ατμόσφαιρα της ταινίας.

 Το "Whiplash" σε πωρώνει, σε ανατριχιάζει...Γιατί ο ανεξάρτητος κινηματογράφος, μπορεί και βγάζει διαμάντια.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Τετάρτη, 4 Φεβρουαρίου 2015

Ξέφρενες Νύχτες/ Boogie Nights (1997), αφιέρωμα

Eίναι η ταινία που ανέδειξε τον 27χρονο τότε ανερχόμενo σκηνοθέτη  Paul Thomas Anderson-αυτός που στη συνέχεια μας χάρισε διαμάντια όπως τα οσκαρικά "They will be blood" και "The Master". Τώρα αναμένουμε την νέα του ταινία "Inherent Vice"  με πρωταγωνιστή τον αναγεννημένο από τις στάχτες, Joaquin Phoenix. 

Το "Boogie Nights" είχε την ατυχία να βγει στις αίθουσες την ίδια χρονιά με αυτήν του ογκώδους "Τιτανικού". Παρ'όλα αυτά, αμέσως μετά την πρεμιέρα του, άφησε εκστασιασμένους κριτικούς και θεατές να τον αποκαλούν "νέο Μartin Scorcese". Ο χαρακτηρισμός αυτός οφείλεται στο γεγονός ότι στο έργο του σημειώνονται "σκορτσεζικά" σκηνοθετικά στοιχεία όπως η σκιαγράφηση "χαμένων" προσωπικοτήτων, η χρήση του soundtrack ανά σεκάνς, το κοφτό μοντάζ. ΄Ηταν αναμφισβήτητα η κινηματογραφική έκπληξη της χρονιάς και κατάφερε να κερδίσει σημαντικές υποψηφιότητες για Όσκαρ. 

Aς τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά. Κάπου στα τέλη των '70s, ένας φοιτητής, ο Έντι, που κάνει χαμαλοδουλειές για να βγάλει τα προς το ζην, γνωρίζει τον μεγαλύτερο πορνογράφο της εποχής και δέχεται να γίνει ηθοποιός ακατάλληλων ταινιών. Το σενάριο που είναι γραμμένο από τον σκηνοθέτη είναι εν μέρει βασισμένο στη ζωή του πορνοστάρ John Holmes. 

Ο σκηνοθέτης δίνοντας μια εξαιρετική ανασύσταση της εποχής, δεν καθυστερεί να μας τοποθετήσει στο "τότε" αφού η εναρκτήρια σκηνή περιλαμβάνει μια ξέφρενη νύχτα μέσα σε disco, όπου και μας συστήνονται ένας ένας οι χαρακτήρες που λιώνουν στη διασκέδαση και στο χορό.
Η επιλογή της πολύχρωμης εποχής των '70s δεν είναι διόλου τυχαία καθώς τότε σημειώθηκε η ακμή της βιομηχανίας του πορνό. Μια εποχή ξέφρενη, "ελεύθερη", όπου τα ναρκωτικά έρεαν με αφθονία όπως οι disco ήχοι.


Πρωταγωνιστές είναι 
οι συντελεστές μιας ομάδας παραγωγής ταινιών πορνό. Μιας ομάδας που έχει τα χαρακτηριστικά οικογένειας. Πατέρας μπορεί να θεωρηθεί ο σκηνοθέτης των ταινιων, Τζακ Χόρνερ (Burt Reynolds) που φροντίζει όλα τα υπόλοιπα μέλη καθώς ζουν στην κατοικία του. Αυτός είναι που παίρνει υπό την προστασία του τον "προικισμένο" νεαρό Έντι (Mark Wahlberg), ο οποίος έχοντας φύγει από το σπίτι του, αναζητά την οικογενειακή θαλπωρή και ευαισθησία. Το τελευταίο του το προσφέρει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, η "μητέρα" της ιδιόρρυθμης οικογένειας, η γοητευτική μούσα του σκηνοθέτη, Άμπερ Γουειβς(Julianne Moore), που βρίσκει στο πρόσωπο του νεαρού τον χαμένο της γιο για τον οποίο παλεύει να κερδίσει την κηδεμονία. Την οικογένεια συμπληρώνουν, μια νεαρή γλυκιά κοπέλα, που φοράει διαρκώς πατίνια, ένας ακόμη νεαρός (Philip Seymour Hoffman) , ντροπαλός στο χαρακτήρα, που ερωτεύεται στην πορεία τον Έντι, ένας ηθοποιός (Don Cheadle) που υποστηρίζει με πάθος "I'm an actor!", και όχι απλά ένα κομμάτι μιας πορνοταινίας, ενώ αδημονεί να ξεφύγει από αυτό και να ανοίξει το δικό του κατάστημα με ηλεκτρικά είδη. Ακόμη ένα σημαντικό μέλος είναι και ο Ριντ (John C. Reilly), ένας καλοκάγαθος τύπος που γίνεται αμέσως κολλητός του Έντι. 

Mε αυτές τις προσωπικότητες, ο Anderson χτίζει μια

τολμηρή και σκληρή αλλά συνάμα ευαίσθητη ταινία, και μέσα από τον κόσμο του πορνό, τονίζει αλληγορικά τη σημασία της οικογενειακής θαλπωρής αλλά και την προβληματική της αυτάρεσκης και εγωιστικής συμπεριφοράς. Οι χαρακτήρες δένονται με οικογενειακούς δεσμούς. Όλοι τους άτομα περιθωριοποιημένα που αδυνατούν να ενταχθούν στον "έξω" κόσμο. Είναι συγκινητικός ο τρόπος με τον οποίο μας δείχνει πως ο Έντι αποφασίζει να περάσει το κατώφλι της "οικογενειακής" κατοικίας.
 Το εντυπωσιακό είναι πως δεν αφήνει στιγμή να μας ξενίσει ο τρόπος ζωής και εργασίας που έχουν επιλέξει οι χαρακτήρες. 

Την εποχή των '70s ακολουθεί και επίσημα αυτή των '80s, όπου τα πράγματα αλλάζουν ριζικά και οι χαρακτήρες έρχονται αντιμέτωποι με τους εαυτούς τους. Η οικογένεια μοιάζει να αποσυντίθεται, ενώ τιμωρούνται η αλαζονεία και ο εγωκεντρισμός. Η απότομη αυτή αλλαγή σηματοδοτεί το 2ο και τελευταίο μέρος της ταινίας το οποίο είναι μια δυνατή μπουνιά στο αμερικάνικο όνειρο...
Ταινία βαθιά διδακτική και αναπάντεχα ανθρώπινη, αφήνει τη δική της σημαδούρα μέσα στο ατελείωτο ωκεανό του κινηματογράφου. 

Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Mortdecai κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: David Koepp
Ηθοποιοί: Johnny Depp, Gwyneth Paltrow, Paul Bettany, Olivia Munn, Ewan McGregor, Aubrey Plaza

Ο David Koepp, ένας από τους σύγχρονους χολιγουντια­νούς σεναριογράφους, (βλ. "Jurassic Park", "Spider-man", "Επικίνδυνη Αποστολή"), σκηνοθετεί εδώ τον Johnny Depp  (δεύτερη συνεργασία μετά το "Μυστικό Παράθυρο"), στη σεναριακή διασκευή του κωμικού μυθιστορήματος μυστηρίου «Don’t point that thing at me». Κεντρικός του χαρακτήρας είναι ο Charles Mortdecai, ένας απλός έμπορος τέχνης. Ο "απλός" έμπορος, θα χρειαστεί να διασχίσει όλη την υδρόγειο, οπλισμένος μόνο με την καλή του εμφάνιση και την ιδιαίτερη γοητεία του, ενώ καταδιώκεται από Ρώσους, Βρετανούς κατάσκοπους, έναν διεθνή τρομοκράτη αλλά και την γυναίκα του.  Και όλο αυτό επειδή αναζητά  έναν κλεμμένο πίνακα ο οποίος κρύβει στοιχεία για μία τραπεζική θυρίδα γεμάτη χρυσό των Ναζί.

Ήταν να μην γίνει η αρχή με τον ρόλο του Τζακ Σπάροου. Τόσο πολύ φαίνεται γοήτευσε τον κύριο Depp που από κει και έπειτα έχει υιοθετήσει σχεδόν σε κάθε υποκριτική του εμφάνισή, τη συγκεκριμένη "χαριτωμένη" μανιέρα. Θα λέγαμε πως έχει επαναπαυτεί σε αυτό το κωμικό, γεμάτο γκριμάτσες, στυλ. Σαν Mortdecai εδώ, επιστρέφει με τα ίδια καραγκιοζιλίκια, με την ίδια καρικατούρα, δίχως κανένα ίχνος ερμηνευτικής πρωτοτυπίας, προκαλώντας αν μη τι άλλο, εκνευρισμό! Το δυστυχές είναι πως φαίνεται να το απολαμβάνει. Το ίδιο και οι συμπρωταγωνιστές του (Gwyneth Paltrow και Ewan McGregor), οι οποίοι παρά το γεγονός ότι δεν μοιάζει να ξέρουν το λόγο που συμμετέχουν στην κωμωδία αυτή, το διασκεδάζουν να βλέπουν τον Depp-κλόουν. Από τούτη τη μάζωξη καταξιωμένων ηθοποιών, ξεχωρίζει μόνο το δίδυμο Depp-Bettany που τους ενώνει η σχέση αφεντικό και τσιράκι, έχοντας πολύ καλή χημεία, ειδικά ο δεύτερος φαίνεται να το γουστάρει πολύ που παίζει σε κωμωδία.

Η σκηνοθεσία από την πλευρά της προσπαθεί με νύχια και με δόντια να δημιουργήσει  μια ανάλαφρη, στιλάτη κωμωδία παλαιού τύπου παράλληλα με ένα κυνήγι θησαυρού, όπως ο "Ροζ πάνθηρας". Χαρακτηριστικό του κυνηγιού είναι το εντυπωσιακό, ταξιδιάρικο μοντάζ, που μας μεταφέρει μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, από τη μία άκρη του πλανήτη, στην άλλη. Το στοιχείο της κωμωδίας, υποστηρίζουν ανόητοι διάλογοι με 2-3 καλές ατάκες και φυσικά οι γκριμάτσες του πρωταγωνιστή. Η προσπάθεια αυτή, καταλήγει με ένα άχαρο κυνήγι θησαυρού, και το χιουμοριστικό κομμάτι του, μόνο χιουμοριστικό να μην είναι.
   

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1/5