Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

Blade Runner 2049, κριτική ταινίας


Σκηνοθεσία: Denis Villeneuve
Ηθοποιοί: Ryan Gosling, Harrison Ford, Ana de Armas, Robin Wright, Sylvia Hoeks, Dave Bautista, Mackenzie Davis, Jared Leto

Πριν μιλήσουμε για το κινηματογραφικό θαύμα με τον τίτλο "Blade Runner 2049", δεν γίνεται να μην αναφερθούμε σε εκείνο το παλιό, πολυαγαπημένο και άκρως γοητευτικό φιλμ από το οποίο ξεκίνησαν όλα.
Το 1982, ο Ridley Scott, εμπνευσμένος από το βιβλίο "Ηλεκτρικό Πρόβατο" ("Do Androids Dream of Electric Sheep?") του Philip K. Dick, παρουσίασε στο κοινό μία από τις πιο εμβληματικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου: το διορατικό "Blade Runner". Ένα φιλμ που εγκαινίασε περίτρανα ένα νέο κινηματογραφικό είδος, το νέο-νουάρ επιστημονικής φαντασίας, με πρωτόγνωρες εικόνες, πανκ αναφορές και ανεξίτηλα ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση και μοίρα.

Αυτό που μπορούμε να πούμε με μια δόση σιγουριάς είναι πως ο σκηνοθέτης Denis Villeneuve (τον αγαπήσαμε από τα "Prisoners" και "Sicario", ενώ πέρυσι έπλασε την καλύτερη ταινία της χρονιάς, το"Arrival",) έδειξε απόλυτο σεβασμό προς την πρωτοτυπία και το κύρος  του πρώτου αριστουργήματος ("Blade Runner") και τώρα, μας παρουσιάζει το δικό του όραμα για τη συνέχεια του, το "Blade Runner 2049". Ένα ακόμη πράγμα που μπορούμε να πούμε με την ίδια σιγουριά είναι πως οποιαδήποτε προσπάθεια/σκέψη προς σύγκριση των δύο  φιλμικών κειμένων θα ήταν άκρως περιττή αλλά και γελοία.  
Βρισκόμαστε 30 χρόνια μετά τα γεγονότα της πρώτης ταινίας, ένας νέος blade runner, ο αστυνομικός Κ, ξεσκεπάζει ένα παλιό μυστικό που μπορεί να οδηγήσει ό,τι έχει απομείνει από την κοινωνία στο απόλυτο χάος. Η ανακάλυψη αυτή τον οδηγεί στην αναζήτηση του Rick Deckard (Harrison Ford), έναν άλλο blade runner της αστυνομίας του Λος Άντζελες, που έχει εξαφανιστεί τα τελευταία 30 χρόνια. 

Ξεκινώντας από το υποκριτικό κομμάτι, ο Ryan Gosling/ αστυνομικός Κ, δίνει την καλύτερη ερμηνεία της μέχρι τώρα καριέρας του-όχι αυτή του "La La Land" δεν ήταν η καλύτερη του. Ο Gosling περιφέρεται επιβλητικά ανάμεσα στις σκηνές, ψάχνοντας για την αλήθεια, τόσο την ατομική όσο και τη συλλογική. Η ενδυματολογία τον έχει ντύσει με ένα επιβλητικότατο μακρύ, μαύρο πανωφόρι, που τονίζει τη μυστηριώδη και μοναχική παρουσία του. Robin Wright και Harrison Ford παραμένουν πιστοί και ειλικρινείς με τους ρόλους τους. Ο Jared Leto, ο απειλητικός της ιστορίας, πείθει μεν υποκριτικά αλλά ο ρόλος του δεν του δίνει περαιτέρω περιθώρια για κάτι παραπάνω έτσι όπως χάνεται μέσα στις φλύαρες φιλοσοφίες του που τείνει να προκαλέσει το απόλυτο μηδενικό ενδιαφέρον.
H Sylvia Hoeks όμως είναι αυτή που κάνει την τεράστια διαφορά υποδυόμενη το μοχθηρό, τυφλά πιστό στον αφέντη του, ανδροειδές. Μια ηθοποιός που ενώ δεν γνωρίζαμε πολλοί-ες από πριν, μας προκαλεί να τη μάθουμε με τη συγκεκριμένη εμφάνιση. 
Συνεχίζουμε με τη σκηνοθεσία. Ο Denis Villeneuve καταφέρνει να χτίσει έναν κόσμο, το λιγότερο υποβλητικό, υπνωτιστικό και συνάμα υπνωτισμένο, ενώ δεν διστάζει να παρουσιάσει έντονα τις επιρροές του οι οποίες ποικίλουν όσον αφορά τα είδη: ανάμεσα στον υγρό και σκοτεινό κόσμο του "2049" βρίσκουμε στοιχεία από το animation "Wall-e" του Andrew Stanton μέχρι και το «Her» του Spike Jonze. Γίνονται φανερές και ομοιότητες με την "Άφιξη" του ως προς την ατμόσφαιρα μέσα στην οποία δένονται και χάνονται οι σκηνές-μια ατμόσφαιρα ηδονικά απειλητική αλλά και απείρως θελκτική. Και εδώ, στο "2049", η ματιά του Villeneuve παραμένει προσηλωμένη στην ανθρώπινη ύπαρξη που μοιάζει με μινιατούρα μπροστά στο χάος του σύμπαντος.
Σκηνοθεσία, φωτογραφία και μοντάζ παρουσιάζουν ένα εικονικό mindfuck παραλήρημα γεμάτο αντιθέσεις. Η σκηνοθεσία δένει άρτια με τη διεύθυνση φωτογραφίας του Roger Deakins, που από τις ζεστές, κίτρινες αποχρώσεις μας μεταφέρει απότομα σε απόλυτα ψυχρές διαστάσεις, όπου βασιλεύουν το μπλε και το μωβ, καταφέρνοντας έτσι να εμβαθύνει σε υπαρξιακά θέματα και να φανερώσει το φόβο της προς ένα ζοφερό μέλλον όπου η ανθρωπότητα πολτοποιείται μπροστά σε μεγάλους κινδύνους όπως το να χαθούν οι πραγματικές έννοιες της ανθρωπιάς, του έρωτα, της ψυχής. Απειλητική ομίχλη, σκοτεινές παρουσίες, ελπιδοφόρες σταγόνες βροχής και συγκίνηση (απίστευτες οι σκηνές με τις προσωπικές στιγμές του κεντρικού χαρακτήρα "Κ") σε όλο το εύρος της ταινίας.
Τέλος, δεν γίνεται να παραλειφθεί το soundtrack, το οποίο γράφτηκε από τους Hans Zimmer και Benjamin Wallfisch. Ήχοι που εισβάλουν στα αφτιά όπως ακριβώς και οι αντίστοιχες σκηνές που λειτουργούν σαν μαχαιριές στο οπτικό σου πεδίο αλλά και στην καρδιά σου. Ήχοι σκοτεινοί, ελκυστικοί, ατμοσφαιρικοί αλλά σε σημεία μονότονοι και άτολμοι. Ίσως η πρώτη επιλογή για τη δημιουργία του soundtrack, που ήταν ο Johann Johannsson, να έδινε κάτι πολύ παραπάνω, όπως ακριβώς έκανε και στην "Άφιξη".

Ταινία-εθισμός.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

«Ο Νονός»: μικρά trivia μιας μεγάλης ταινίας

Ένας ακόμη κινηματογραφικός κολοσσός, ο «Νονός» του Φράνσις Φορντ Κόπολα του 1972, μας αποκαλύπτει μερικά από τα μυστικά των γυρισμάτων του.

- Η πρώτη σκηνή με την οποία ξεκίνησαν τα γυρίσματα, ήταν αυτή που ο Μάικλ και η Κέι πηγαίνουν για Χριστουγεννιάτικα ψώνια.

- Ο Μάρλον Μπράντο ήθελε να υποδυθεί τον Ντον Κορλεόνε «σαν να είναι ένα μπουλντόγκ». Για αυτό το λόγο έβαλε βαμβάκι στα μάγουλα του όταν εμφανίστηκε στην οντισιόν, ενώ για τα γυρίσματα φορούσε ψεύτικο στόμα που είχε κατασκευάσει ένας οδοντίατρος το οποίο σήμερα βρίσκεται σαν έκθεμα στο Αμερικάνικο Μουσείο Κινούμενης Εικόνας στο Κουινς της Νέας Υόρκης.
- Σε όποια σκηνή εμφανίζονται πορτοκάλια, προμηνύεται ο θάνατος.

- Ο Μπράντο δεν είχε αποστηθίσει καμία ατάκα από αυτές του ρόλου του και κατά τη διάρκεια των περισσότερων γυρισμάτων τις διάβαζε από κάρτες.

- Τα γυρίσματα διήρκησαν 62 ημέρες όπως έχει αποκαλύψει ο σκηνοθέτης.

- H γάτα που κρατάει ο Μπράντο στην αρχική σκηνή ήταν μία αδέσποτη γάτα που βρήκε τυχαία στο οικόπεδο της Paramount και δεν ήταν μέρος του αρχικού σεναρίου.

- Ο Αλ Πατσίνο άσκησε βέτο για την τότε απονομή των Όσκαρ, εκνευρισμένος γιατί επιλέχθηκε σαν υποψήφιος για Β' Ανδρικό ρόλο και όχι για Α' Ανδρικό όπως ο Μπράντο. Ο Πατσίνο υποστήριζε πως ο ρόλος του είχε περισσότερη κινηματογραφική διάρκεια από του Μάρλον που τελικά κέρδισε το βραβείο.

- Μέρος της οικογένειας του Αλ Πατσίνο είχε μεταναστεύσει στην Αμερική από το Κορλεόνε της Σικελίας όπως ακριβώς συνέβη και με την οικογένεια του Βίτο Κορλεόνε.

- O Λένι Μοντάνα ήταν τόσο νευρικός που θα συνεργαζόταν με τον Μπράντο που στην πρώτη λήψη της σκηνής τους, μπέρδεψε κάποιες από τις ατάκες του. Αυτή η αμηχανία άρεσε στον σκηνοθέτη που αποφάσισε να την κρατήσει στην τελική εκδοχή του φιλμ.

- Το σίκουελ του «Νονού» είχε ήδη προγραμματιστεί πριν ακόμη ολοκληρωθούν τα γυρίσματα της πρώτης ταινίας (1972).

- Ο τρίχρονος τότε ηθοποιός, Άντονι Γούναρης, ανταποκρινόταν καλύτερα στο ρόλο του μονάχα όταν άκουγε το πραγματικό του όνομα. Για αυτόν το λόγο ο γιος του Μαικλ ονομάζεται «Άντονι» στο φιλμ.

- Υπήρχε μεγάλη ρήξη ανάμεσα σε Κόπολα και Paramount. H συγκεκριμένη εταιρία παραγωγής ήθελε να αντικαταστήσει τον σκηνοθέτη καθώς  θεωρούσε πως έκανε αρκετά περιττά έξοδα, έδωσε ρόλους του σεναρίου σε λάθος ηθοποιούς ενώ επίσης επικρατούσε η εντύπωση  πως ο Κόπολα ήταν ανίκανος να ακολουθήσει το πρόγραμμα γυρισμάτων. Τελικά ο Κόπολα ολοκλήρωσε την ταινία πριν από  την καθορισμένη ημερομηνία και με λιγότερα χρήματα από αυτά του αρχικού μπάτζετ.

- Ο Όρσον Γουέλς πίεσε αρκετά για να υποδυθεί τον Βίτο Κορλεόνε στο «Νονό», ενώ ακόμη προσφέρθηκε να κάνει μια πολύ καλή συμφωνία για να χάσει κιλά ώστε να πάρει τον ρόλο. Όντας φαν του Γουελς, ο Κόπολα έπρεπε τον απορρίψει καθώς ήδη είχε στο μυαλό του τον Μπράντο πιστεύοντας ότι ο Γουέλς δεν θα ταίριαζε για αυτόν το ρόλο.

- Θεωρείται από τον Στάνλει Κιούμπρικ ως η καλύτερη ταινία που δημιουργήθηκε ποτέ και μάλιστα με το καλύτερο καστ.


Παρασκευή Γιουβανάκη
*αναδημοσίευση από http://www.cinemagazine.gr/

Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

10+3 λόγοι για να δείτε το Ozark του Netflix.


- Laura Linney. Mία υπέροχη ηθοποιός.
Αλλά και μία ηθοποιός που την έχουν αδικήσει αρκετά όσον αφορά τους περισσότερους ρόλους της, ειδικά τα τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, μία από τις τελευταίες εμφανίσεις της ήταν για ένα μόνο μικρό χρονικό διάστημα στα "Νυκτόβια Πλάσματα" (2016).
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η
 Linney μπορεί να δώσει πολλά παραπάνω και της δίνεται επιτέλους η ευκαιρία να το αποδείξει.

- Jason Bateman. Με την υποκριτική αλλά και τη σκηνοθετική του παρουσία (έχει σκηνοθετήσει μερικά από τα επεισόδια), ξεπερνά κάθε προσδοκία.

-Για την άκρως επιβλητική μουσική του.
Θα αναφερθεί μονάχα ένα όνομα: οι σκοτεινοί και μαγευτικοί "Βlack Αngels".


-Για την άκρως επιβλητική και σκοτεινή του ατμόσφαιρα που κυριαρχεί σε κάθε επεισόδιο ξεχωριστά.

-Πικάντικα χαρακτηριστικά: περιπέτεια, θρίλερ, δολοπλοκίες, μαύρο χιούμορ, ενδιαφέρουσα πλοκή που δεν τη βαριέσαι στιγμή, ότι πρέπει δηλαδή για την καυτή καλοκαιρινή εποχή που διανύουμε.

-Θαρραλέοι γυναικείοι χαρακτήρες ανεξαρτήτου ηλικίας.

- Γιατί έχει κοινά χαρακτηριστικά με το αξεπέραστο "Breaking Bad".
- Για τα κοινωνικοπολικτικά μηνύματα που δεν διστάζει να στείλει στους θεατές.

- Για τους ενδιαφέροντες, καλογραμμένους δεύτερους χαρακτήρες που παρουσιάζονται σε κάθε επεισόδιο και πλέκουν σιγά σιγά το δικό τους στόρι.

- Για τις δύο εκπληκτικά σκηνοθετημένες εναρκτήριες σκηνές, η μία ακριβώς μετά την άλλη, του 5ου επεισοδίου!

- Γιατί στο δηλώνει ξεκάθαρα: "Είναι ok να είσαι outsider!"

- Για τον κοφτό, στακάτο ρυθμό του σεναρίου.
-Και τέλος, Julia Garner. 
Την προσέξαμε στο "Grandma" (2015).
Στο Ozark λοιπόν, μπορεί να πρωταγωνιστούν δύο μεγάλα ονόματα (
Linney+Bateman), αλλά την παράσταση κλέβει τούτη η νεαρή που με το αγγελικό της πρόσωπο έχει την ικανότητα να μεταμορφώνεται σε κάτι εντελώς διαφορετικό και απειλητικό...


Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

TΙ ΘΑ ΣΥΜΒΕΙ ΣΤΟΝ 2ο ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ STRANGER THINGS;


Σε συνέντευξη του ένας από τους δύο δημιουργούς, ο Matt Duffer, δήλωσε πως η συνέχεια του πρώτου κύκλου της σειράς που μας πήρε τα μυαλά έτσι απλά, «Πρόκειται να είναι κάπως πιο διαφορετική…και περισσότερο σκοτεινή».
Μέχρι όμως να έρθει αυτός ο κύκλος στις οθόνες μας, δηλαδή μέχρι να έρθει ο Οκτώβρης, ας απαντήσουμε σε ορισμένα φλέγοντα ερωτήματα:


-Είναι νεκρή η Eleven;

Σχεδόν όχι.  Ναι μεν την είδαμε να αντιμετωπίζει μέχρι τελικής πτώσεως και να αφανίζει τον «demongorgon», στο «Μετά από ένα μήνα» του τελευταίου (8ου) επεισοδίου ο Chief Hopper εμφανίζεται να τοποθετεί το αγαπημένο φαγητό της μικρής ηρωίδας (βάφλα) σε ένα μαρμάρινο κιβώτιο μέσα στο δάσος.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του  Matt Duffer στο περιοδικό Variety, «προφανώς και κάτι συνέβη στην Eleven μετά τη μάχη και δεν γνωρίζουμε που πήγε. Μας αρέσει όμως η ιδέα μιας ενδεχόμενης ένωσης του Hopper με την Eleven.

– Τι θα συμβεί στον Will;

Ο μικρός Will τελικά επέζησε, όμως έχει ακόμη παραισθήσεις από τον εγκλεισμό του στο «Upside Down» και όχι μόνο. Έχοντας λοιπόν εγκλωβιστεί σε αυτό το απόκοσμο μέρος για μια ολόκληρη εβδομάδα είναι φυσιολογικό αυτό να επηρεάσει τη ψυχολογία του του αλλά και την υγεία του. Ο Ross Duffer δήλωσε «Θέλουμε στη δεύτερη σεζόν να εξερευνήσουμε τι επίδραση μπορεί να έχει κάτι τέτοιο (ο εγκλωβισμός σε εκείνο το μέρος) στο ψυχισμό του Will.»

– Eπιστρέφει ο «Papa»;

 To κακό της υπόθεσης, Dr. Martin Brenner, τον είδαμε τελευταία φορά να δέχεται κατά μέτωπο επίθεση από το τέρας. Το πλάνο έκλεισε δίχως να ξέρουμε τι ακριβώς συνέβη. Ο ηθοποιός που τον υποδύεται ανέφερε μονάχα
«Ω ναι θα υπάρξει δεύτερη σεζόν».
Τον περιμένουμε…

-Θα συναντηθεί η Eleven με τη μητέρα της τελικά;

Είναι πολύ πιθανόν να συμβεί κάτι τέτοιο στον 2ο κύκλο.
Είδαμε για πολύ λίγο τη μητέρα της (καταλάβαμε από τα συμφραζόμενα πως είναι αυτή η μητέρα της  Eleven), μια γυναίκα βυθισμένη στην κατάθλιψη της περιμένοντας να δει το κοριτσάκι της μετά από 12 ολόκληρα χρόνια.
-Τι συμβαίνει με τον Hopper;
Ο μόνος λόγος που οι κουστουμάτοι κακοί (επιστήμονες) επέτρεψαν τελικά τον Hopper και τη μητέρα του Will, Joyce, να μπουν στον «Κάτω Κόσμο», ήταν η συμφωνία μεταξύ των να μην ξεστομίσουν τίποτα απολύτως για το τι είδαν αφού καταφέρουν και επιστρέψουν.
Στον «Ένα μήνα μετά» όμως, βλέπουμε τον Hopper να μπαίνει δίχως αντίρρηση στο αμάξι μαζί με δύο μπράβους της εταιρείας Hawkins.
Κάπως έτσι γεννιέται το ερώτημα και η ανησυχία, αν έχει κάνει κάποιου άλλου είδους συμφωνία μαζί τους.

– Σε ποια χρονική περίοδο θα βασίζεται η 2η σεζόν;


«Θα μεταφερθούμε ένα χρόνο αργότερα», δήλωσε ο Matt Duffer, κάτι που θεωρεί αναγκαίο καθώς ο μικρός που υποδύεται τον Dustin, Gaten Matarazzo, έχει μεγαλώσει στην πραγματικότητα τόσο όσο να αλλάξει η φωνή του.

-Πως δημιουργήθηκε το τέρας;

Ο Ross Duffer πρόσφατα ανέφερε σε συνέντευξη του πως στον δεύτερο κύκλο θα παραλείψουν την ιστορία προέλευσης του τέρατος επειδή φαίνεται να είναι αρκετά πολύπλοκη (σύμφωνα με ένα έγγραφο 30 σελίδων που έχουν στα χέρια τους) ώστε να τη διηγηθούν και να την εξηγήσουν!

...Και το μόνο σίγουρο; Αναμένουμε με κομμένη την ανάσα!.


Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Orange Is The New Black: 5η σεζόν


*Το κείμενο περιέχει (λίγα) σποιλερ.
Ή αλλιώς, η καλύτερη, η πιο δυνατή, η πιο ευαίσθητη (ναι γίνεται να είσαι ευαίσθητος αλλά και δυνατός παράλληλα) σεζόν της μέχρι τώρα πορείας της επιτυχημένης σειράς του Νetflix.

Αρχικά να πούμε πως σε αυτόν τον κύκλο δεν έχουμε νέους  χαρακτήρες όσον αφορά τις κρατούμενες της φυλακής (όπως συνέβη σε προηγούμενους κύκλους), σεναριακή επιλογή που λειτουργεί θετικά καθώς μαθαίνουμε, ερχόμαστε πιο κοντά, σχεδόν νιώθουμε, τις σταθερές γυναικείες παρουσίες που πρωταγωνιστούν τα πέντε τελευταία χρόνια, καθ' όλη τη διάρκεια της σειράς δηλαδή.

Βρίσκουμε τους χαρακτήρες εκεί ακριβώς που μας άφησαν την προηγούμενη σεζον: η Daya (Dascha Polanco) να κρατά το όπλο με στόχο τον φύλακα Humphrey (ναι νιώθουμε το μίσος σας). Η εξέγερση των κρατούμενων δεν αργεί να έρθει, με πρωτομάστορα την Τaystee να ζητά δικαιοσύνη για την αδικοχαμένη φίλη της αλλά και για όλες τις συγκρατούμενες της ώστε να καταφέρει την όσο το δυνατό ανθρώπινη παραμονή τους στη φυλακή αλλά και την διεκδίκηση των δικαιωμάτων τους. Ο χαρακτήρας της Τaystee είναι ο μοναδικός που τολμά να κάνει την αλλαγή για το κοινό καλό. Εδώ, πρέπει οπωσδήποτε να αναφερθεί το πόσο εκπληκτικά ερμηνεύτηκε αυτός ο χαρακτήρας από την ηθοποιό Danielle Brooks. Ένα ρεσιτάλ ερμηνείας που η αλήθεια είναι δεν αποτελεί έκπληξη καθώς η συγκεκριμένη ηθοποιός από την 3η σεζόν έδειξε πως έχει την ικανότητα να εξελίξει κατά πολύ τον χαρακτήρα που καλείται να υποδυθεί.
Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της πλοκής, δεν θα ειπωθούν παραπάνω λεπτομέρειες, εκτός από το ότι υπάρχουν θετικές αλλά και αρνητικές εξελίξεις για κάποιους ήρωες, με κίνητρο να παρακολουθήσετε τη σειρά όσοι-ες δεν το έχετε κάνει ήδη. 
Αποκορύφωμα της τελευταίας σεζόν, είναι το τελευταίο επεισόδιο, η τελευταία σκηνή, όπου υπό τους ήχους του υπέροχου κομματιού "To built a Home" από τους The Cinematic Orchestra, ενημερωνόμαστε έμμεσα πως οι χαρακτήρες δύσκολα θα βρουν ξανά το 'σπίτι ' τους και ειδικά σε μια κοινωνία τόσο μα τόσο άδικη.
Τέλος, μπορεί οι κρατούμενες να μην νίκησαν ολοκληρωτικά, νίκησε όμως, με διαφορά, η διαφορετικότητα.

Αναμένουμε τον επόμενο, 6ο κατά σειρά κύκλο, με τρομερή ανυπομονησία!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

“Angst Essen Seele Auf"/ «O Φόβος τρώει τα σωθικά»

   Mε αφορμή την παγκόσμια ημέρα προσφύγων


Σκηνοθεσία/Σενάριο: Rainer Werner Fassbinder
Φωτογραφία: Jurgen Jurges
Μουσική: Rainer Werner Fassbinder
Μοντάζ: Thea Eymesz
Ηθοποιοί: Brigitte Mira, El Hedi ben Salem, Barbara Valentin, Irm Hermann

O Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ αποτίει με το «Ο Φόβος Τρώει τα Σωθικά» φόρο τιμής στον Ντάγκλας Σερκ και το ρομαντικό μεγαλείο του «All That Heaven Allows», με μια ταινία που μιλά για την «αγάπη που ουσιαστικά είναι κάτι το απίθανο, παρ’ όλα αυτά, όμως, και μια κάποια πιθανότητα».
Η ταινία έχει τιμηθεί με το Βραβείο Οικουμενικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ Καννών.


YΠΟΘΕΣΗ
Μία μοναχική χήρα γερμανικής καταγωγής και ένας πολύ μικρότερος σε ηλικία εργάτης από το Μαρόκο γνωρίζονται σε ένα μπαρ, ερωτεύονται παράφορα και παντρεύονται. Θα χρειαστεί να παλέψουν, ωστόσο, με τις ρατσιστικές προκαταλήψεις του περίγυρού τους και τη δυσκολία τους να ενταχθούν σε μια κοινωνία που τους εχθρεύεται. 


Έχουμε δύο χαρακτήρες που χωρίζονται λόγω ηλικίας αλλά και φυλής, όμως 
ένα πολύ σημαντικό πράγμα τους ενώνει: αρέσουν πολύ ο ένας τον άλλον, σε έναν κόσμο «κρύο» που αρνείται να δεχτεί το διαφορετικό.
Η σχέση τους όμως δυσλειτούργησε λόγω της απίστευτης κοινωνικής κριτικής που δέχτηκαν σαν ύπαρξη ζευγαριού οπότε και αυτό τους οδήγησε, κυρίως την Emmi την οποία αγνοούσαν επιδεικτικά οι γύρω της μετά την ανακοίνωση του γάμου της με τον Μαροκινό Ali, σε στιγμές αδυναμίας και ανικανότητας να ανταπεξέλθουν σε αυτό. Χαρακτηριστική σκηνή είναι η σκηνή όπου ξεσπά η Emmi σε λυγμούς, με  την ερμηνεία της Brigitte Mira να είναι το λιγότερο εκπληκτική-από το σημείο αυτό και έπειτα, η σχέση τους αλλάζει προς το χειρότερο.
Υπάρχει μια διαρκή ακινησία στην τόσο προσεκτική πλανοθεσία του σκηνοθέτη, στο πως έχουν στηθεί τα οπτικά μέσα/σκηνικά. Ο Fassbinder (έχοντας δηλώσει στο παρελθόν πόσο μεγάλος θαυμαστής του σκηνοθέτη Douglas Sirk είναι) ακολουθεί τον τρόπο κινηματογράφησης του, δεν τον αντιγράφει όμως, ως προς το σχηματισμό και τα όρια του κάδρου στα πλάνα. Τα πλάνα σε 'πνίγουν' καθώς έχουν ασφυκτικά όρια και αυτό συμβαίνει για να νιώσουμε/καταλάβουμε, τους (κοινωνικούς) περιορισμούς στους οποίους ζουν καθημερινά οι δύο αυτοί χαρακτήρες. Τους περιορισμούς που δεν τους αφήνουν καμία απολύτως ελευθερία έκφρασης και επιλογής. Πιο συγκεκριμένα, οι χαρακτήρες φαίνονται να κινούνται με δυσκολία, με περιορισμό κινήσεων, μέσα στους χώρους του σπιτιού (και όχι μόνο) που τοποθετούνται- ειδικά ο χαρακτήρας του Ali που φαίνεται συνέχεια  "μαγκωμένος".

Είναι σημαντικό να αναφερθεί πως όταν παρουσιάζεται το ζευγάρι, πάντα σε πρώτο πλάνο εμφανίζεται η Emmi, σαν όμηρος του κάδρου, και σε αμέσως επόμενο πλάνο ο Ali, εξίσου μαγκωμένος. Δεν έχουν το περιθώριο να μετακινηθούν έστω κάποια εκατοστά, μονάχα αν βγουν από τα όρια του κάδρο. Δεν έχουν επιλογές. Επίσης, η «διάθεση» και τα χρώματα της φωτογραφίας στο σύνολο της ταινίας, παραμένουν μουντά.
Ο Fassbinder καταφέρνει να συμπτύξει δύο είδη ρατσισμού στην ταινία. Τη ρατσιστική συμπεριφορά απέναντι σε ένα «αταίριαστο» ζευγάρι και τη ρατσιστική αντιμετώπιση ενός αλλοδαπού μετανάστη. Τοποθετώντας ένα «προβληματικό» ζευγάρι σε μία κοινωνία που δεν είναι έτοιμη να δεχτεί τέτοιου είδους αλλαγές, ενεργοποιεί ξενοφοβικές αντιδράσεις και τάσεις κοινωνικού αποκλεισμού.
Θέλει από τους θεατές να δουν πέρα από την ταινία, να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε πόσο παράλογο είναι αυτό-οι χαρακτήρες να μην έχουν άλλες (θετικές) επιλογές, να μην έχουν το δικαίωμα να ζήσουν το αυτονόητο, την αγάπη που τους ενώνει.
Μας προτρέπει/προκαλεί να κοιτάξουμε εκεί ακριβώς στη οθόνη, στο κάδρο, αυτά τα δύο πλάσματα που έχουν εγκλωβιστεί μέσα σε ένα απειλητικό και αφιλόξενο περιβάλλον, χωρίς καμία ελπίδα ή παρηγοριά για κάτι το θετικό, για μια οποιαδήποτε αλλαγή προς το καλύτερο.


Παρασκευή Γιουβανάκη


Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

THE DRIFTLESS AREA/Aδιέξοδοι δρόμοι (2015)

Σκηνοθεσία: Zachary Sluser
Hθοποιοί: Anton Yelchin, Zooey Deschanel, Frank Langella, John Hawkes


Ένα περίεργο, ιδιόρρυθμο δημιούργημα φαντασίας σε σκηνοθεσία Zachary Sluser, κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να μας τραβήξει την προσοχή αλλά και να μας κρατήσει το κρατήσει το ενδιαφέρον ζωντανό.

Ο Pierre (Anton Yelchin) αφού επέστρεψε στον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε μετά το θάνατο των γονιών του, ερωτεύεται παράφορα αλλά και επικίνδυνα ένα μυστηριώδες κορίτσι, τη Stella (Zooey Deschanel). Καθώς η σχέση τους ολοένα και γίνεται πιο βαθιά και ουσιαστική, ο Pierre εμπλέκεται σε μια επικίνδυνη διαμάχη με έναν εγκληματία που βίαια άλλαξε την πορεία της ζωής της Stella. 

Συνήθως οι αλλόκοτες, ανεξάρτητες ταινίες, που τα τελευταία χρόνια έχουν πληθύνει ενώ θα λέγαμε πως έχουν γίνει και τις μόδας, έχουν κάτι να δώσουν στους θεατές εν τέλει. Μια δόση γέλιου (όπως το πολύ πρόσφατο "Swiss Army Man"), έναν προβληματισμό, μια σπίθα ελπίδας, μιαμιση ώρα ψυχαγωγίας, έστω κάτι. Το συγκεκριμένο όμως κινηματογραφικό πείραμα σε αφήνει με την απορία 'τι περιμένω/τι θα πάρω' μέχρι και το τελευταίο του πλάνο.
Παρά το ενδιαφέρον καστ ηθοποιών-ο πρόσφατα αδικοχαμένος Anton Yelchin, η ηθοποιός που πάντα σε μαγνητίζει με το βλέμμα της, Zooey Deschanel και ο αξιόλογος ηθοποιός Frank Langella (η επιλογή του θα σχολιαστεί στη συνέχεια), η υπόθεση της ταινίας δεν εκτυλίσσεται με κανένα απολύτως κινηματογραφικό ενδιαφέρον. 

Παράλληλα, η επιλογή των ηθοποιών δεν φαίνεται να έχει γίνει με ιδιαίτερη φροντίδα και ειδικά η περίπτωση του Frank Langella, που είναι ένας ηθοποιός μιας κινηματογραφικής εμβέλειας και κινηματογραφικού κύρους, εντελώς διαφορετικών από αυτά των "Aδιέξοδων δρόμων". Η εξωτερική εμφάνιση του Langella βγάζει ένα κύρος, κάτι το ιπποτικό, κάτι το σοβαρό, δεν κολλάει να τον βλέπεις να παίζει τον περίεργο ηλικιωμένο που ανάβει φωτιές καθισμένος σε μια πέτρα φορώντας παλιόρουχα. Μονάχα η επιλογή των δύο νεαρών ηθοποιών είναι εύστοχη-ο Anton Yelchin ταίριαζε πάντα σε τέτοιους χαμηλών τόνων, ρόλους, αλλά και θα ταιριάζει για πάντα στο μυαλό μας...

Το "The driftless area" θα παραμείνει ένα κινηματογραφικό πείραμα που κάπου στην ανάμειξη μπερδεύτηκαν οι ουσίες του.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 1.5/5

Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

10+3 λόγοι για να παρακολουθήσετε τη σειρά "Big Little Lies" της ΗΒΟ.



1. Ολοκληρώνεται στο κατάλληλο σημείο, δίχως σεναριακές κοιλιές και σάλτσες.

2. Είναι άκρως εθιστική.

3. Για τις υπέροχες ερμηνείες των πρωταγωνιστών Reese Witherspoon, Nicole Kidman, Shailene Woodley (που' ναι μόλις 26 χρονών και παίζει εκπληκτικά μία μητέρα που μεγαλώνει μόνη της τον 5χρονο γιο της και έχοντας ένα αρκετά σκοτεινό παρελθόν), Alexander Skarsgard (η μεγάλη έκπληξη!), Laura Dern, αλλά και ολόκληρου του καστ.

4. Γιατί σου δίνει τροφή για σκέψη μέσα από την πετυχημένη κοινωνική σάτιρα του σεναρίου, και όχι μόνο αχρείαστη, ωμή βία όπως άλλες επιτυχημένες σειρές της HBO.
5. Γιατί η ιστορία της έχει θάρρος και βλέπει κατάματα τις αντιξοότητες και τις ανωμαλίες που υπάρχουν και παραμένουν καλά κρυμμένες πίσω από τις κοινωνικές βιτρίνες. 

6. Γιατί το να προκαλέσει τους θεατές επίτηδες και δίχως ουσιαστικό λόγο, την αφήνει παγερά αδιάφορη.
7. Eπιτέλους μια σειρά που αποδεικνύει πως είναι δυνατόν να υπάρξουν πραγματική φιλία και υποστήριξη ανάμεσα στις γυναίκες και όχι μόνο ζήλιες ή ίντριγκες.

8. Δεν σε αφήνει στιγμή να αδιαφορήσεις ή έστω να χαλαρώσεις, με τα τρελά παιχνίδια που κάνει το μοντάζ. Ειδικά στο τελευταίο επεισόδιο δεν μπορείς να πάρεις ανάσα από την  αγωνία που' χει χτυπήσει κόκκινο!

9. Γιατί ασχολείται με τόλμη και σοβαρότητα με τα πραγματικά προβλήματα και τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μια γυναίκα (επαγγελματίας, μητέρα).
Τα αναγνωρίζει αγνοώντας επιδεικτικά οποιοδήποτε είδος ταμπού και τους δίνει λύσεις.


10. Έχει υπέροχο soundtrack με κομμάτια που έχουν επιλεχτεί πανέξυπνα για την κάθε σκηνή.

11. Γιατί μπορεί να φαίνεται μια καθαρά γυναικεία σειρά αλλά απευθύνεται σε όλους και όλες μέσα από τον ανθρωπισμό που τη χαρακτηρίζει.

12. Γιατί ο μυθοπλαστικός ανθρωπισμός της σε κάνει να ελπίζεις πως υπάρχει ακόμη ανθρωπιά και στον έξω κόσμο, στη σύγχρονη κοινωνία.

13. Γιατί κάποια στιγμή θα αναδειχθεί η καλύτερη σειρά του 2017. Θυμηθείτε με. 


Παρασκευή Γιουβανάκη

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

Experimenter κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Michael Almereyda
Ηθοποιοί: Peter Sarsgaard, Winona Ryder

Βρισκόμαστε στο 1961. Ο Στάνλεϊ Μίλγκραμ σχεδιάζει ένα ψυχολογικό πείραμα, κατά το οποίο άνθρωποι νομίζουν ότι προκαλούν ηλεκτροπληξία σε άλλους, σε κάποιο άλλο δωμάτιο, προσπαθώντας να αντιληφθεί την έννοια του Ολοκαυτώματος. Τα αποτελέσματα είναι θεαματικά: το 65 τοις εκατό υπάκουσε στις θανατηφόρες διαταγές. Το πείραμα γίνεται ανάμεσα στο "Δάσκαλο" και τον "Μαθητευόμενο". Στη συνέχεια, πολλοί θα είναι αυτοί που θα τον βαρύνουν με την κατηγορία πως εκμεταλλεύτηκε και πίεσε ψυχολογικά τα άτομα που συμμετείχαν στο πείραμα αυτό αλλά και που θα τον χαρακτηρίσουν ως τέρας. Αυτό όμως δεν τον σταμάτησε, ούτε μείωσε τον αριθμό των πρωτοποριακών του πειραμάτων. 

Το σενάριο και τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Michael Almereyda, όπως και την παραγωγή. Η ταινία στο σύνολο της, θα λέγαμε πως αποτελεί μια προσπάθεια αποκατάστασης του ονόματός του Στάνλεϊ Μίλγκραμ, αφού με το πέρασμα των χρόνων οι κατηγορίες προς το (ευφυέστατο) πρόσωπο του, δεν έχουν πάψει. Πρόσφατα μάλιστα και συγκεκριμένα το 2013, κυκλοφόρησε το βιβλίο "Behind the Shock Machine: The Untold Story of the Notorious Milgram Psychology Experiments", διόλου κολακευτικό για τον ίδιο, υπογεγραμμένο από την Gina Perry.
Σε άλλα λόγια, η περίπτωση Milgram αποτελεί ξεκάθαρο παράδειγμα πως η κοινωνία ήταν, και παραμένει, απροετοίμαστη, η μάλλον καλύτερα, αρνείται, να δεχτεί και να αντιμετωπίσει ορισμένες πικρές κυρίως, αλήθειες.
Ο Peter Sarsgaard που υποδύεται τον αμφιλεγόμενο επιστήμονα είναι απλά εξαιρετικός. Η ερμηνεία του μεστή και έξυπνη, ενώ ο ίδιος κινείται διακριτικά αλλά όχι απαρατήρητα στο χώρο. Κοιτάζει κατάματα τους θεατές με θάρρος καθώς μας αναλύει το σκεπτικό "του". Δίπλα του, εξίσου διακριτική αλλά όχι απαρατήρητη, στέκεται η Winona Ryder ως η σεναριακή του γυναίκα. Χαιρόμαστε ιδιαίτερα που τη ξαναβλέπουμε σε κινηματογραφική ταινία σε σημαντικό ρόλο (έχοντας μεσολαβήσει εν τω μεταξύ και το τηλεοπτικό Stranger Things) και όχι σε συμπληρωματικές εμφανίσεις, όπως π.χ. στα "Black Swan" & "The iceman". 

Το "Experimenter"  είναι ένα άκρως αξιόλογο και ενδιαφέρον φιλμ που δυστυχώς δεν βρήκε το δρόμο για τις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες. Aξίζει όμως πραγματικά την προσοχή και τον προβληματισμό μας.

Υ.Γ. "Life can only be understood backwards, but it must be read forwards."

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5
*αναδημοσίευση από http://www.moveitmag.gr/


Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Η πόλη της σιωπής (Interlude City of a Dead Woman), κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Αντζελα Ισμάηλος
Ηθοποιοί: Άντζελα Ισμαήλος, Σον Μπένσον, Σάρα Μάιλς, Έριχ Γουάιλντπρετ, Μπέρναρντ Χιλ, Ρούλα Πατεράκη, Δημήτρης Λιγνάδης, Γιάννης Βόγλης



Στο νησί της Πάτμου ένα χειμώνα διασταυρώνονται οι δρόμοι των τριών πρωταγωνιστών, μιας λυρικής τραγουδίστριας της όπερας, ενός καθολικού ιερέα κι ενός Ισπανού ταυρομάχου. Η Δάφνη, μια μυστηριώδης γυναίκα, έχει επιλέξει να ζει απομονωμένη, ως προσωπική κάθαρση και αυτοτιμωρία.

Δύο εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους άντρες, ο Θεόντορικ και ο Εστέμπαν, θα βρεθούν στο νησί αναζητώντας τις δικές τους απαντήσεις στα θέματα που τους απασχολούν. Όταν τα μονοπάτια των δύο αντρών διασταυρώνονται τυχαία με της Δάφνης, ξυπνούν πρωτόγνωρα και ανεξέλεγκτα συναισθήματα, οδηγώντας σε ακόμα μεγαλύτερες αλήθειες από εκείνες που προσδοκούσαν να βρουν.

Μια απόλυτη σιγή περικυκλώνει την “Πόλη της Σιωπής” που πηγάζει από τον εσωτερικό κόσμο της Δάφνης μετά την απόφαση της να απομονωθεί. 
Τίποτα μέσα στο φιλμ δεν πρόκειται να διαταράξει αυτήν την υπόκωφη σιωπή γεμάτη ένταση, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές-σεναριακές επιλογές της Ισμαήλος, που τοποθετεί την ηρωίδα της στο επίκεντρο όλων και μας αφηγείται την ιστορία της δίχως να βιάζεται ιδιαίτερα. Η κινηματογραφίστρια τοποθετεί τους ήρωες της πολύ κοντά στη κάμερα της άρα πολύ κοντά και σε εμάς τους θεατές. Τους συμπεριφέρεται με συμπάθεια και τους αντιμετωπίζει με συμπόνια-τη δε εύθραυστη μα συνάμα δυναμική ηρωίδα της (την υποδύεται η ίδια η Ισμαήλος), φαίνεται να την προσέχει ιδιαίτερα δίνοντας της τον κατάλληλο χωροχρόνο για να εκφραστεί αλλά και να μας βοηθήσει να την καταλάβουμε (όχι όμως να τη λυπηθούμε) όσο το δυνατό καλύτερα. Ακολουθώντας πιστά τον τίτλο που δίνει στο δημιούργημά  της («Η πόλη της σιωπής») η κάμερα της παραμένει σιωπηλή και αφήνει τους χαρακτήρες της να ανακαλύψουν και να ανακαλυφθούν.

Αξίζει να αναφερθεί πως αυτό δεν είναι το πρώτο έργο της Άντζελα Ισμαήλος αλλά έχει σκηνοθετήσει επίσης το ντοκιμαντέρ «Μεγάλοι Σκηνοθέτες» (στα αγγλικά "Great Directors") που προβλήθηκε μεταξύ άλλων και στο φεστιβάλ Καννών και Βενετίας. Στο φιλμ συμμετείχαν πρωτοπόροι του παγκόσμιου κινηματογράφου όπως οι David Lynch, Bernardo Bertolucci, Todd Haynes, Richard Linklater, Ken Loach, Agnes Varda,  Stephen Frears.

Η "Πόλη της Σιωπής" σας προσκαλεί να χαθείτε στη σιωπή της. 
Επιτρέψτε της να το κάνει.

Βαθμολογία 2.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Πέμπτη, 30 Μαρτίου 2017

Trespass Against Us κριτική ταινίας


Σκηνοθεσία: Adam Smith
Ηθοποιοί: Michael Fassbender, Brendan Gleeson, Lyndsey Marshal, Georgie Smith, Rory Kinnear


Δύο μεγάλα και σημαντικά ονόματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Το ένα μάλιστα ανήκει και σε (πλέον) ηθοποιό-σουπερ σταρ. 
Ο λόγος γίνεται για τον Michael Fassbender και τον -δεν μας αφήνει δυσαρεστημένους ποτέ, Brendan Gleeson, σε ρόλους γιου και πατέρα αντίστοιχα, τοποθετημένοι σε μια ανθρωποκεντρική ιστορία που επικεντρώνεται στον αιώνιο ανταγωνισμό μεταξύ πατέρα και γιου, στο διαχρονικό θέμα της ελεύθερης βούλησης αλλά και των προκαταλήψεων.
Oι δυο τους, αποτελούν σοβαρό (και ίσως το μοναδικό) λόγο για να παρακολουθήσεις την ταινία.

Τοποθετημένο στην ειδυλλιακή εξοχή της Αγγλίας, το "Trespass Against Us"  λειτουργεί σε πλήρη αντίθεση καθώς διαδραματίζεται στα πλαίσια μιας περιπλανώμενης κοινότητας εγκληματιών που έχουν τους δικούς τους κανόνες, ακόμα και τη δική τους διάλεκτο. 
Τρεις γενιές της διαβόητης οικογένειας Cutler ζουν παράνομα στην καταπράσινη και ειδυλλιακή εξοχή του Gloucestershire της Αγγλίας. Ο καιρός περνάει κυνηγώντας, κλέβοντας και βασανίζοντας την αστυνομία στην καρδιά της πιο ακριβής περιοχής της Μεγάλης Βρετανίας. Ο Chad (Michael Fassbender) βρίσκεται διχασμένος ανάμεσα στον σεβασμό για τον πατέρα του, τον Coldy (Brendan Gleeson) και την επιθυμία να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τη γυναίκα του, την Kelly (Lyndsey Marshal) και τα παιδιά τους.  Όταν ο Coldy καταστρώνει σχέδιο να ληστέψει ένα αρχοντικό που βρίθει από θησαυρούς, ο Chad βρίσκεται αντιμέτωπος με μια επιλογή που μπορεί να αλλάξει τη ζωή του για πάντα. Μπορεί να ακολουθήσει την πεπατημένη και να ανταποκριθεί στο κάλεσμα του πατέρα του ως άξιος γιος και διάδοχος, ή πρέπει να σπάσει τα δεσμά και να χαράξει το δικό του μονοπάτι; 

Δύο καλοδουλεμένες και στιβαρές ερμηνείες, μαζί με αυτή της Lyndsey Marshal (η μοναδική γυναικεία ερμηνεία στο φιλμ) συγκρούονται κινηματογραφικά και σώζουν τα εμφανέστατα σεναριακά κενά. Το αρκετά ενδιαφέρον θέμα και η πολλά υποσχόμενη σκηνοθετική ιδέα δεν καταφέρνουν να φτάσουν μέχρι και τη μεγάλη οθόνη σε άρτια μορφή. Τουλάχιστον υπάρχουν οι καλογυρισμένες σκηνές καταδίωξης και για ακόμη μια φορά, οι πολύ καλές ερμηνείες.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Juste la fin du monde κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Xavier Dolan
Hθοποιοί: 
Gaspard Ulliel, Marion Cotillard, Vincent Cassel, Nathalie Baye, 


Ένα φιλμ που αν δεν είχε τα δυνατά ονόματα των Marion Cotillard, Vincent Cassel και Nathalie Baye δεν θα βλεπόταν με τίποτα και πουθενά ενώ οι ηθοποιοί του θα έπρεπε να πρωταγωνιστούν άλλου όπως και τους αξίζει.
Βασισμένο σε θεατρικό του Ζαν-Λικ Λαγκάρς, βραβεύτηκε με τρία Σεζάρ (σκηνοθεσίας, Α' αντρικού ρόλου και μοντάζ) και με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής στις Κάννες...Ε μετά πως να μην ψωνίζεται ο μόλις 28χρονος Dolan όταν αβέρτα του δίνονται τα βραβεία.
Μετά από 12 χρόνια απουσίας, ένας συγγραφέας, o Louis, γυρίζει στο πατρικό του με σκοπό να κάνει μια πολύ σημαντική ανακοίνωση στην οικογένεια του. Το ήσυχο απόγευμα όμως, δίνει τη θέση του σε αντιπαραθέσεις, βεντέτες, συναισθήματα υποκινούμενα από μοναξιά κι αμφιβολία, κι όλες οι απόπειρες αποτυγχάνουν από την ανικανότητα των ανθρώπων να ακούσουν και ν’ αγαπήσουν.
Η προσωρινή επιστροφή  στο πατρικό σπίτι, απεικονίζονται με σκηνές γεμάτες τσιρίδες, γκρίνιες, βρισιές, εν ολίγοις ένα ασταμάτητο βουητό και χάος.
O Xavier Dolan στήνει ένα πανδαιμόνιο μέσα σε τέσσερις τοίχους από το οποίο μπορείς να ξεφύγεις μονάχα με τη μουσική που συχνά πυκνά προσθέτει-όπως άλλωστε συνηθίζει να κάνει στις ταινίες του. Με τα αμέτρητα κοντινά στο όμορφο πρόσωπο του πρωταγωνιστή που γεμίζουν τις σκηνές προσπαθεί να προσθέσει μια ονειρική διάθεση και να μας φέρει πιο κοντά στον εσωτερικό κόσμο του Louis αλλά αυτό που εν τέλει καταφέρνει είναι απλά να φιγουράρει τον όμορφο ηθοποιό του και την επιδεξιότητα του στο να κάνει παιχνίδια με την κάμερα του.
Αθεράπευτα βαρετή, φλύαρη και αδιάφορη ταινία.
Νιώθεις ένα βάρος καθώς την παρακολουθείς.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία 1.5/5

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

LA FILLE INCONNUE/ The Unknown Girl κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Dardenne, Luc Dardenne
Hθοποιοί: Adele Haenel, Olivier Bonnaud, Jeremie Renier


Όπως ακριβώς και στην τελευταία ταινία των αδερφών Dardenne, "Δύο Μέρες μια Νύχτα" (με την υπέροχη Marion Cotillard), που ακολουθεί πιστά το βασικότερο σεναριακό χαρακτηριστικό τους: ένας στον αριθμό οι κεντρικοί χαρακτήρες, έτσι και εδώ έχουμε τη νεαρή Jenny Davin που είναι γιατρός στο επάγγελμα και που δεν διστάζει να τα βάλει με όλους και με όλα για το κοινό καλό (;).

Η νεαρή ειδικευόμενη λοιπόν, ακούει ένα βράδυ το κουδούνι στο ιατρείο της μετά από μια μεγάλη και κουραστική ημέρα, αλλά δεν απαντά. Το επόμενο πρωί, η αστυνομία την ενημερώνει ότι μια άγνωστη γυναίκα βρέθηκε νεκρή κοντά στο σπίτι της. Γεμάτη ενοχές, θέτει σκοπό της ζωής της να ανακαλύψει την ταυτότητα της. Δε θέλει να χαθεί ανώνυμα, να εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. 

Μέσα σε αυτή την υπόθεση  απαντάται το κοινωνικοπολιτικό ενδιαφέρον που εκφράζει το σινεμά των αγαπημένων αδερφών Dardenne που έχουν κερδίσει δύο φορές το Χρυσό Φοίνικα ("Ροζέτα" και "Παιδί").
Το ενδιαφέρον για ένα άγνωστο, (στην περίπτωση μας "κορίτσι"), που πρέπει να σωθεί με τον οποιοδήποτε δυνατό τρόπο, ή αλλιώς, η οπτικοακουστική συμφωνία που προσπαθεί να σώσει μια χαρακωμένη κοινωνία, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια για ένα κοινό καλό.
Πόσο όμως αληθοφανές αποδίδεται αυτό στα πλάνα και στις σκηνές; Κατά πόσο το σενάριο καταφέρνει να ανταποκριθεί στη δυναμική του θέματος;


Στον πρωταγωνιστικό ρόλο τοποθετείται η Adele Haenel, ένα αρκετά δυνατό υποκριτικό χαρτί, μία από τις καλύτερες ηθοποιούς της Γαλλίας αλλά και της γενιάς της. Ο αντιφατικός χαρακτήρας της Jenny Davin συνοδεύεται από τις μη ποικιλόμορφες εκφράσεις προσώπου και σώματος της Haenel. Η 28χρονη ηθοποιός ανταποκρίνεται με ευκολία στο ρόλο της γιατρού που της δόθηκε, ισορροπώντας επικίνδυνα με την ερμηνεία της πάνω στη λεπτή γραμμή που ενώνει την απαιτούμενη αποστασιοποίηση της ειδικότητας της με τα αναπόφευκτα ανθρώπινα συναισθήματα. 
Όσον αφορά την πλοκή, τα σκηνοθετικά αλλά και σεναριακά μέσα που χρησιμοποιούνται δεν διαχειρίζονται σωστά τον κινηματογραφικό χρόνο. Η αναζήτηση για το "άγνωστο κορίτσι' που καταλήγει να γίνει αυτοσκοπός της πρωταγωνίστριας, καταλήγει να μετατραπεί σε ένα άνευρο κυνήγι του "κακού". Χαρακτήρες εμφανίζονται και εξαφανίζονται σε μηδενικό χρόνο ενώ η κοπέλα συνεχίζει να ψάχνει μέσα σε μια υποβαθμισμένη περιοχή της Λιέγης (η πάντα πρωταγωνίστρια επαρχία στη φιλμογραφία των Dardenne) με την προσωπική της ζωή, τη ζωή εκτός ιατρείου (γιατί υπάρχει και αυτή) να είναι και να παραμένει εντελώς απούσα. Το κυριότερο είναι πως μέσα σε από αυτό το ανθρωποκεντρικό κυνήγι απουσιάζει η ενέργεια, το νεύρο και κυρίως η αληθοφάνεια των γεγονότων που χαρακτηρίζει το έργο των δύο Βέλγων κινηματογραφιστών.

Όμως, λίγα δευτερόλεπτα πριν την εμφάνιση των τίτλων τέλους και μέσα σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα έχουμε ένα μόλις πλάνο που ναι, κερδίζει σε δύναμη, ένταση και ανθρωπιά, όλες τις σκηνές που προηγήθηκαν μέσα σε ένα (σχεδόν) δίωρο. Και εδώ αναγνωρίζουμε επιτέλους το γνώριμο κινηματογραφικό ύφος των αδερφών Jean-Pierre και Luc Dardenne που αγαπάμε, αυτό το ύφος που σφύζει από ανθρωπιά.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία 2.5/5

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

À bout de souffle/ Breathless (1960)- Τα μυστικά μιας από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών

Η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του πρωτοπόρου Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, μια ταινία που έχει πλέον τη δική της σελίδα στον τόμο την Ιστορίας του Παγκόσμιου Κινηματογράφου καθώς μας σύστησε μαζί με τα «400 χτυπήματα» και το «Χιροσίμα, αγάπη μου», το γαλλικό Νέο Κύμα.

-Για να δώσει μια περισσότερο αυθόρμητη και ανεξάρτητη χροιά στο φιλμ, ο κινηματογραφιστής γνωστοποιούσε τις ατάκες του σεναρίου στους ηθοποιούς του, μόλις την ημέρα του γυρίσματος!

-Αδυνατώντας να αγοράσει μια ντόλι (το στήριγμα της κάμερας με ρόδες, για το γύρισμα των τράβελινγκ), ο Γκοντάρ πηγαινοέφερνε...τον διευθυντή φωτογραφίας γύρω γύρω καθισμένο σε αναπηρικό καροτσάκι  για την ολοκλήρωση πολλών σκηνών. Δανείστηκε την ιδέα αυτή από τον Jean-Pierre Melville, ο οποίος είχε χρησιμοποιήσει την ίδια χαμηλού κόστους τεχνική σε δύο ταινίες του, "Bob le flambeur" (1956) και «Οι Λιωμένοι» (1949).
-Σύμφωνα με δηλώσεις του βοηθού σκηνοθέτη, Pierre Rissient, όλες οι τοποθεσίες και οι ώρες γυρισμάτων, είχαν ήδη αποφασιστεί παρά την απουσία του σεναρίου.

-Αντί για τον Jean-Pierre Melville, αρχικά ήθελαν τον Ρομπέρτο Ροσελίνι να κάνει το κάμεο του στην ταινία.

- Το τραγούδι που ακούγεται όταν ο Μισέλ επισκέπτεται το πρώτο κορίτσι του στο Παρίσι, είναι το «Pity Pity» από Πωλ Άνκα (κυκλοφόρησε το 1959).
-Αν και στους τίτλους τέλους βλέπουμε το όνομα του Κλοντ Σαμπρόλ στο κομμάτι των τεχνικών, ο ίδιος υποστηρίζει πως δεν βρέθηκε ποτέ στο γύρισμα. Ούτε ο Φρανσουά Τρυφώ, συμμετείχε στην παραγωγή του φιλμ, παρά τα λεγόμενα του παραγωγού Georges de Beauregard.
-Για να διατηρήσει την παραγωγή φωτεινή και σβέλτη, ο Γκοντάρ επέμενε στο να χρησιμοποιούν φυσικό φωτισμό και να μην είναι βαμμένοι με μεικ απ οι πρωταγωνιστές.

-Τόσο η Τζιν Σίμπεργκ όσο και ο συμπρωταγωνιστής της Ζαν Πολ Μπελμοντό ένιωθαν καθ’ όλη τη διάρκεια των γυρισμάτων, πως  το φιλμ ήταν τρομερά αποδιοργανωμένο και είχαν αμφιβολίες για το αν θα καταφέρει να «επιβιώσει» διαφημιστικά και κινηματογραφικά.

-Παρά τις φήμες, ο Γκονταρ είχε ένα σενάριο στα χέρια του κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων εκτός από τις πρώτες μέρες των. Για εκείνες τις μέρες, έγραφε τις σκηνές το πρωί και τις γυρνούσε την ίδια μέρα. Το ίδιο έκανε και για το «Ο δαίμων της 11ης ώρας» (1965)-γνωστό και ως « Ο τρελός Πιερό».

-Ο Γκοντάρ είχε ζητήσει από τον Jean-Pierre Melville να τον συμβουλέψει για το πρώτο μοντάζ βγήκε πολύ μεγάλο για να καταφέρει να πάρει διανομή. Ο δεύτερος με τη σειρά του, πρότεινε στον Γκοντάρ να αφαιρέσει όλες τις σκηνές όπου η δράση ήταν αργή έως και ανύπαρκτη. Όμως ο σκηνοθέτης, αντί να κόψει και αφαιρέσει ολόκληρες αυτές τις σκηνές, έκοψε μικρά κομμάτια από δω και κει. Και κάπως έτσι, ας σύστησε την περίφημη τεχνική του "jump cut" .Ο Melville δήλωσε στη συνέχεια πως το αποτέλεσμα ήταν τέλειο.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

All about Eve (1950)- Τα μυστικά μιας από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών

Τρεις γυναίκες και τρεις άντρες.
Ο χώρος του θεάματος.
Μια ιστορία γεμάτη ίντριγκα.

Η ιστορία αφορά την Μάργκο Τσάνινγκ, μία ώριμη ηθοποιό της θεατρικής σκηνής που έχει αρχίσει να δείχνει την ηλικία της. Η ζωή της αλλάζει δραματικά καθώς εισβάλλει σ’ αυτήν μία θαυμάστρια η Ιβ (Εύα) Χάρρινγτον την οποία της συστήνει η αγαπημένη φίλη της…
Μία ταινία που έμεινε και θα παραμείνει αξέχαστη και αξεπέραστη.

-Η Μπέτι Ντέιβις ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του ρόλου της μέσα σε 16 μέρες.

- H ατάκα «Fasten your seatbelts. It's going to be a bumpy night», ψηφίστηκε στη θέση εννέα(9) από το Αμερικάνικο Ινστιτούτο Κινηματογράφου.
Είχε ακουστεί μάλιστα και στο τρίτο μέρος της σειράς «Ηarry Potter» από το Συρρικνωμένο Κεφάλι (με έναν επιπρόσθετο αυτοσχεδιασμό).

-Τριαντα τρία χρόνια μετά, η ζωή μιμήθηκε την τέχνη όταν η Αν Μπάξτερ αντικατέστησε την Ντέιβις στην τηλεοπτική σειρά «Ηοtel» (1983), καθώς η δεύτερη αρρώστησε και δεν μπόρεσε να ξανά επιστρέψει στη σειρά.
-Η ερμηνεία της Μπέτι Ντέιβις ψηφίστηκε ως η 5η καλύτερη όλων των εποχών στο περιοδικό «Premiere».

- Η πρώτη ταινία από τις τρεις που συνολικά έλαβαν 14 υποψηφιότητες για το βραβείο της Ακαδημίας, συμπεριλαμβανομένου και αυτού της Καλύτερης Ταινίας. Πρόσφατα στην ομάδα αυτή, μπήκε και το «La la Land.»

-Χρόνια μετά, η Ντέιβις αποκάλυψε σε συνέντευξή της πως «Γυρίζοντας το «Όλα σχετικά με την Εύα» ήταν μια ευχάριστη εμπειρία...η μόνη «σκύλα» του καστ ήταν η Σελέστ Χολμ.

- Έχει την πρωτιά ως η ταινία που κατάφερε να συγκεντρώσει τις περισσότερες υποψηφιότητες γυναικείων ερμηνειών.

-Πρώτη φορά που δύο γυναίκες ηθοποιοί από το ίδιο φιλμ βρέθηκαν να αναμετριούνται για το Όσκαρ Α' Γυναικείου: Μπέτι Ντέιβις και Αν Μπάξτερ.
Τελικά δεν κέρδισε καμιά από τις δύο.
-Κάποια χρόνια αργότερα, η Ντέιβις παραδέχτηκε πως η επιλογή της για τον πρωταγωνιστικό ρόλο από τον Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς, την έσωσε από την καταστροφή της καριέρας καθώς είχε προηγηθεί μια σειρά από ανεπιτυχείς ταινίες και ρόλους. Σε συνέντευξή της το 1993. δήλωσε συγκεκριμένα «Με έσωσε (ο σκηνοθέτης) από τους νεκρούς.»

-Η συμπρωταγωνίστρια της Ντέιβις, Σελέστ Χολμ, μίλησε για την εμπειρία από αυτή τη συνεργασία: «Την πρώτη μέρα των γυρισμάτων, όταν την συνάντησα και την καλημέρισα, ξέρετε τι μου απάντησε;
Είπε «Ω Γαμώτο με τους καλούς τρόπους!». Δεν της ξαναμίλησα από τότε. Ποτέ ξανά».  

-Ένα λοβ στόρι είχε δημιουργηθεί και πίσω από τις κάμερες αυτό της Ντέιβις με τον συμπρωταγωνιστή της Γκάρι Μέριλ με κατάληξη να παντρευτούν τον Ιούλιο του 1950, μόλις μερικές εβδομάδες μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων. Το ζευγάρι υιοθέτησε ένα κοριτσάκι που το ονόμασαν...Μάργκο.

-Η Ντέιβις έγραψε στην αυτοβιογραφία της: «Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο πρότζεκτ το οποίο από την αρχή ήταν μια επιβράβευση, κάτι το απίστευτα θετικό για όλους. Και είναι εύκολο να καταλάβουμε το λόγο. Το σενάριο ήταν υπέροχο, ο σκηνοθέτης το ίδιο, και ένα καστ πλαισιωμένο από επαγγελματίες με ρόλους που απόλαυσαν όλοι-ες. Ήταν μια γοητευτική παραγωγή από το καλημέρα σας.»

Παρασκευή Γιουβανάκη