Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Dheepan κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Jacques Audiard
Ηθοποιοί:  Jesuthasan Antonythasan, Kalieaswari Srinivasan, Claudine Vinasithamby


Με μια μικρή αναδρομή στο μέχρι τώρα δημιουργικό έργο του Jacques Audiard θυμόμαστε πως στο κινηματογραφικό αυτό σύμπαν, πρωταγωνιστές είναι ήρωες που καλούνται, κάτω από αντίξοες συνθήκες και μετά από ένα τραυματικό για αυτούς γεγονός, να επανενταχθούν με κάθε δυνατό τρόπο, σε όλους του τομείς της ανθρώπινης, σκληρής, κοινωνίας. Θυμηθείτε μονάχα την Marion Cotillard στο συγκλονιστικό "Rust and Bones" (2012).
Έτσι και εδώ, ο "Dheepan" , ή αλλιώς ο φετινός Χρυσός Φοίνικας, μας παρουσιάζει τη διαδρομή του από τη Σρι Λάνκα σε μια περιοχή λίγο έξω από την "Πόλη του Φωτός", από την Ανατολή στη Δύση, από την Ανατολή, στην ανάπτυξη και τον "πολιτισμό".

Για να αποδράσουν από τον εμφύλιο πόλεμο στη Σρι Λάνκα, ένας πρώην στρατιώτης των Τίγρεων του Ταμίλ, μια νεαρή γυναίκα κι ένα κορίτσι, παριστάνουν την οικογένεια. Καταλήγουν λίγο έξω από το Παρίσι. Πρέπει να χτίσουν μια νέα ζωή μαζί, παρόλο που είναι παντελώς άγνωστοι μεταξύ τους.

Μια Ευρώπη-παράδεισος, στα μάτια των "ξένων". Ώσπου να ζήσουν στο πετσί τους την πραγματικότητα και να βιώσουν την απόλυτη απομυθοποίηση. Μέσα από μια σκηνοθετική ματιά, το λιγότερο στιβαρή-έτσι ακριβώς όπως μας έχει συνηθίσει δηλαδή, τοποθετούνται οι τρεις άγνωστοι μεταξύ τους, χαρακτήρες, σε ένα παντελώς άγνωστο σύμπαν, με την ελπίδα να νιώσουν επιτέλους αυτήν την πολυαναμενόμενη "ευτυχία". Και εδώ είναι που για ακόμη μια φορά, αυτός ο σκηνοθέτης δεν μασάει τα κινηματογραφικά του λόγια και με όπλο τον απόλυτο ρεαλισμό, παρουσιάζει τα πραγματικά, κακώς κείμενα της πολιτισμένης Ευρώπης του σήμερα.
Ο σκηνοθέτης όμως έχει και ένα ακόμη όπλο. Το πρωταγωνιστικό τρίο. Τα υποκριτικά πρόσωπα που πλαισιώνουν την "οικογένεια", ο Dheepan, η Yalini  και η μικρή Illayaal, δίνουν τρεις, απόλυτα ρεαλιστικές ερμηνείες. Ερμηνείες που εξαρτώνται η μία από την άλλη και αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.

Πέρα από τα παραπάνω που σχηματίζουν τον δυναμισμό του φιλμικού κειμένου, εντοπίζεται και ένας αδύναμος κρίκος στο κομμάτι της συγγραφής του σεναρίου. Γεγονότα που πυροδοτούν την εξέλιξη της πλοκής, "φεύγουν" και δεν εμφανίζονται ξανά, ενώ η τελική σεκάνς, ειρωνική μεν αλλά μοιάζει με "σίγουρο χαρτί" και δεν καταφέρνει να δημιουργήσει τους απαιτούμενους προβληματισμούς.

Παραμένει όμως μια ταινία επίκαιρη όσο ποτέ, με βαθιά επίγνωση του θέματος που αγγίζει και με σοβαρό πολιτικό σκεπτικό.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2015

Chevalier κριτική ταινίας

Από τις πιο αναμενόμενες ταινίες της χρονιάς, βραβεύτηκε ως καλύτερη ταινία στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Λονδίνου, πραγματοποίησε την πανελλήνια πρεμιέρα της την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στα πλαίσια του 56ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την παρουσία των συντελεστών. Ο λόγος γίνεται για το "Chevalier" σε σκηνοθεσία Αθηνάς Ραχήλ Τσαγκάρη.

Έξι άντρες. Ένα σκάφος. Μία απόστολή. Ποιος θα είναι ο καλύτερος στα πάντα?
Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγκάρη στήνει ένα παιχνίδι που συμβαδίζει με την ανοησία, πράγμα αναμενόμενο όταν η εξουσία ξεπερνά κατά πολύ την οριοθετημένη περιοχή. Μέσα από τις σκηνοθετικές της ικανότητες γεμάτες στοργή για τους χαρακτήρες του σεναρίου, καταφέρνει να δέσει μια ομάδα ηθοποιών και έναν αγαπημένο σε πάρα πολύ κόσμο, σούπερ σταρ, και να τους κάνει μια ομάδα, μια γροθιά. Η ομάδα αυτή αποτελείται από τους Γιώργο Κέντρο, Γιώργο Πυρπασόπουλο, Βαγγέλη Μουρίκη, Πάνο Κορώνη, Μάκη Παπαδημητρίου και Σάκη Ρουβά. Έξι διαφορετικές παρουσίες τόσο στην μυθοπλασία όσο και στην πραγματικότητα (πόσο οξύμωρο φαίνεται να βλέπεις τον γνωστό pop τραγουδιστή μαζί με τον κινηματογραφικό ηθοποιό Μουρίκη?)
Και όμως, δεν ξενίζει διόλου αυτό το σχήμα καθώς παρακολουθείς τις σκηνές και καθώς έχει καταφέρει η σκηνοθέτιδα να τους κάνει ένα. Οι έξι άντρες, αφήνονται στα χέρια της, χάνουν τον έλεγχο για τις απαιτήσεις του πολυπόθητου "δαχτυλιδιού", δίχως κανέναν δισταγμό φτάνουν και ξεπερνούν τα όρια τους.

Η σκηνοθέτιδα μαζί με το κοφτερό γραφικό χαρακτήρα του σεναριογράφο Ευθύμη Φιλίππου ("Κυνόδοντας", "Αστακός") πανέξυπνα και χωρίς να προσβάλουν, θίγουν την κατάντια της ανδρικής ανασφάλειας αλλά και της ανόητης επιθυμίας του να είσαι "ο καλύτερος γενικότερα". Ξεμπροστιάζουν έναν έναν τους έξι κεντρικούς ήρωες της ιστορίας μέσα από τις ανθρώπινες αδυναμίες τους και τις διαδικασίες που καλούνται να ξεπεράσουν.

Το χιούμορ είναι το όπλο  τους, ο βασικός πυρήνας των δύο κινηματογραφιστών που ένωσαν τις δυνάμεις τους για να στήσουν ένα ιδιαίτερο και συνάμα απειλητικό παιχνίδι με έπαθλο ένα δαχτυλίδι, το "Chevalier". H σκηνοθέτιδα πρόσφατα δήλωσε πως το χιούμορ είναι βασικό κομμάτι της ζωής της (όπως και πολλών από εμάς), κάτι που περνάει αβίαστα στα πλάνα της. Το χιούμορ του "Chevalier" είναι αυτό που κάνει τον θεατή να το ερωτευτεί. Άλλοτε προκλητικό και άλλοτε αθώο, όμως πάντα επιτυχημένο και γοητευτικό.

Αναμφισβήτητα μια από τις ευφυέστερες και απολαυστικότερες ταινίες των τελευταίων χρόνων.

Bαθμολογία: 4/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015

Son of Saul / Saul fia κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Laszlo Nemes
Ηθοποιοί: Geza Rohrig, Levente Molnar, Urs Rechn, Jerzy Walczak, Sandor Zsoter, Marcin Czarnik

Βροντερό παράδειγμα πως μια ταινία, γυρισμένη λιτά και με απλότητα, μπορεί να καταφέρει να μεταδώσει πολλά στο θεατή, από ότι οι ωραιοποιήσεις των διάφορων ειδικών εφέ αλλά και πως μια ταινία μπορεί να σε βάλει για τα καλά στον κόσμο της και να ζήσεις στο πετσί σου αυτό που ζει ο ήρωας της. Αυτά τα στοιχεία βαστούν γερά τα θεμέλια του επιβλητικού δημιουργήματος του πρωτοεμφανιζόμενου (!) Laszlo Nemes, που κέρδισε, εκτός από τις καρδιές μας, το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών (ενώ πολλοί τον ήθελαν και για Χρυσό Φοίνικα) και την υποψηφιότητα για Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας.
Οκτώβριος 1944, Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Ο Saul Auslonder είναι Ούγγρος, μέλος της Sonderkommando, της ομάδας των Εβραίων κρατουμένων η οποία έχει απομονωθεί από το στρατόπεδο και είναι αναγκασμένη να βοηθά τους Ναζί στον μηχανισμό των μεγάλης κλίμακας εκτελέσεων. Ενώ δουλεύει σε ένα από τα κρεματόρια ο Σαούλ ανακαλύπτει το πτώμα ενός αγοριού το οποίο θεωρεί ότι είναι παιδί του. Ενώ η Sonderkommando σχεδιάζει εξέγερση, ο Σαούλ αποφασίζει να φέρει εις πέρας μια αδύνατη αποστολή: να σώσει το σώμα του παιδιού από τις φλόγες, να βρει ένα Ραββίνο να απαγγείλει την νεκρώσιμη ακολουθία (Kaddish) και να θάψει το αγόρι όπως πρέπει.

Oι προθέσεις της σκηνοθεσίας φανερώνονται από το πρώτο κιόλας πλάνο. Τετράγωνο κάδρο, κοντινό πλάνο στον κεντρικό ήρωα που έχει στη πλάτη του ένα κόκκινο Χ. Έτσι συνεχίζει η πορεία της εικονοθεσίας. Η κάμερα βαστιέται γερά στο χέρι ενώ ακολουθεί πιστά το κάθε βήμα της προσπάθειας του ήρωα και ως επί το πλείστον βρίσκεται πίσω από τους ώμους του.
Η αρμονία της σκηνοθετικής ματιάς δεν αφήνει περιθώρια ενόχλησης στα μάτια του θεατή για τη συνεχόμενη αλλά και νευρική όπως ακριβώς και ο εσωτερικός κόσμος του χαρακτήρα, κίνηση της κάμερας. 

Τα κλειστοφοβικά πλάνα με τα οποία επιλέγει να πορευτεί η σκηνοθεσία είναι ένα μονοπάτι διόλου τυχαίο. Μονάχα με αυτόν τον τρόπο γίνεσαι ένα με τον σεναριακό χαρακτήρα και τον κόσμο του. Ο Σαούλ, βρίσκεται παγιδευμένος μέσα σε έναν απερίγραπτα φρικαλέο κόσμο που αποδεικνύει πως η κόλαση έχει πρόσωπα. Πολλά πρόσωπα.
Όπου στην κυριολεξία πατάς επί πτωμάτων, όπου το ανθρώπινο σώμα καμία σημασία δεν έχει-είναι ένα περιττό, απωθητικό αντικείμενο που το στοιβάζεις σε γωνίες και το ρίχνεις σε χαντάκια. Αυτή τη "δουλεία" καλείται να κάνει και ο Σαούλ. Να μαζεύει τα πτώματα, "κομμάτια" όπως τα αποκαλούν μεταξύ τους, από τη μέση ώστε να μην ενοχλούν. Και ενώ ζει υπό αυτές τις απάνθρωπες συνθήκες, δεν έχει χάσει τη δική του ευαισθησία, την ευαισθησία που κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει, και προσπαθεί με κάθε κόστος να κάνει κάτι το, αν μη τι άλλο, ανθρώπινο. 
Χάρις την ανθρωπιά και το θάρρος του, μας κάνει να πιστεύουμε πως υπάρχει ακόμη ελπίδα.

Ο Σαούλ παίρνει σάρκα και οστά από τον Giza Rοhrig, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είναι ηθοποιός, αλλά Ούγγρος συγγραφέας και ποιητής(!). Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως η ερμηνεία του τον τοποθετεί ισάξιο στη σειρά με τους βετεράνους ηθοποιούς. Μια ερμηνεία τόσο ώριμη, τόσο επαγγελματική.
Ο "Γιος του Σαούλ" είναι μια δυνατή, αβίαστα αληθινή ταινία. 

Βαθμολογία: 4.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2015

Σύμπτωμα κριτική ταινίας


Σκηνοθεσία: Άγγελος Φραντζής
Πρωταγωνιστούν: Κάτια Γκουλιώνη, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Μισέλ Βάλεϊ, Ελένη Βεργέτη, Γιάννης Νικολαΐδης 

Η πολυαναμενόμενη νέα ταινία του αξιόλογου σκηνοθέτη Άγγελου Φραντζή, προβλήθηκε την Παρασκευή 25/9 στα πλαίσια του κινηματογραφικού φεστιβάλ "Νύχτες Πρεμιέρας", ενώ πριν λίγες μέρες, προβλήθηκε και στα πλαίσια του 56ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, και σημείωσε μεγάλη επιτυχία.

Μια πολλά υποσχόμενη δημιουργία για την χαρτογράφηση των αδύτων της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, που σου κεντρίζει το ενδιαφέρον καθώς διαβάζεις ακόμη τις πρώτες δύο σειρές της υπόθεσης: "Ένα πλάσμα με δερμάτινο μπουφάν και μάτια που λαμπυρίζουν στο σκοτάδι πανικοβάλλει τους κατοίκους ενός απομονωμένου νησιού."

Απειλητικά πλάνα σε όλο το μήκος της ταινίας -ο τρόμος για το άγνωστο καραδοκεί σχεδόν σε κάθε πλάνο, ενώ τα αφαιρετικής φύσης πλάνα-αν και υπερβολικά σε σημεία, δίνουν το περιθώριο να αυτοσχεδιάσει η φαντασία του θεατή.
Σκηνοθεσία και σενάριο περπατούν με σφιχτοδεμένα τα χέρια και δημιουργούν στο διάβα τους ένα νέο, άκρως πρωτότυπο μονοπάτι. 
Κάποια στιγμή όμως το σενάριο φαίνεται να αλλάζει πορεία και να προχωρά προς την κατεύθυνση που δείχνει το γνωστό, εύκολο δρομάκι, όταν πρόκειται να ολοκληρωθεί η διαδρομή τους.

Οι σεναριακές ευκολίες και τα κλισέ κάνουν τη διόλου καλοδεχούμενη εμφάνιση τους κάτι που σηματοδοτεί το μεγάλο αρνητικό της ταινίας και φαίνεται να χάνει τη ψυχή της. Υπάρχει μια σκηνή στο "Σύμπτωμα" όπου οι χαρακτήρες, κεντρικοί και μη, παίρνουν το δείπνο τους και συζητάνε περί ανέμων και υδάτων. Παρά τη βαβούρα που επικρατεί, ακούγονται σπουδαία λόγια που καταφέρνουν να προβληματίσουν τον θεατή.

Μεγάλο αρνητικό της ταινίας είναι και το υποκριτικό κομμάτι το οποίο αδυνατεί να αναπνεύσει λόγω του ερασιτεχνισμού του μεγαλύτερους μέρους των ηθοποιών, παρόλα αυτά οι ηθοποιοί κάνουν φιλότιμη προσπάθεια και ειδικά στο κομμάτι του αυτοσχεδιασμού.

Αξίζει να αναφερθεί η μουσική της ταινίας που έχει υπογράψει ο Coti K (Κωνσταντίνος Λουκάς Ρολάνδος Κυριάκος) που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον και ταιριάζει με τον αυθεντικό χαρακτήρα του "Συμπτώματος".

Υ.Γ. Η μεγαλύτερη απειλή είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

56ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλινίκης: Thank you for Bombing

Φόβος και παράνοια. Παράνοια και φόβος.
Τα δύο στοιχεία που γεννιούνται όταν ξεσπάει πόλεμος.
Υπάρχει άραγε ανθρωπιά στο χώρο εργασίας των πολεμικών ανταποκριτών, που για να πληρωθούν πρέπει σκάσουν πολλές βόμβες;

Η δημιουργός Barbara Eder με όπλα τη σαρκαστική της διάθεση μας και την άγρια ματιά της (γιατί όταν αναφέρεσαι σε πόλεμο δεν είναι δυνατόν να είσαι γαλήνιος-ια) διηγείται τις ιστορίες της καθημερινότητας τριών ανταποκριτών πολέμου πίσω από τις κάμερες τους -δύο άντρες και μια γυναίκα-αλλά και πως αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες που αναμενόμενα εμφανίζονται.

Ο σαρκασμός, που αποτελεί τον πυρήνα του σεναρίου και της σκηνοθεσίας , δεν σταματά τη σκηνοθέτιδα από το να αγγίξει ευαίσθητα θέματα όπως είναι ο πανταχού παρών σεξισμός, στην συγκεκριμένη περίπτωση στον εργασιακό χώρο, και να τα τοποθετήσει ομοιόμορφα, χωρίς μέλια και σάλτσες, μέσα στο κείμενο της. Ενώ, μετά από λίγο, σου προκαλεί εύλογα τον προβληματισμό καθώς αναρωτιέσαι «Μέχρι που είναι ικανή να με οδηγήσει η δίψα για τη νίκη και για την επιτυχία;»
Και οι τρεις ιστορίες έχουν κάτι σοβαρό να σου πουν και κάτι δυνατό να σε κάνουν να αισθανθείς. Τη μια συγκινούν την άλλη ταράζουν και αηδιάζουν. Αυτά που δείχνουν όμως είναι βγαλμένα από τη ζωή και συμβαίνουν στην πραγματικότητα-το μόνο σίγουρο. Και το θέμα φυσικά είναι «μέχρι πότε επιτέλους;!»
Μέχρι πότε θα υπάρχει ο φόβος για πολεμική μάχη; Μέχρι πότε θα πρέπει μια γυναίκα επαγγελματίας να ανέχεται και να πέφτει θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης ώστε να την πάρουν στα σοβαρά και να καταφέρει να αγγίξει την επιτυχία; Μέχρι πότε η γυναίκα θα είναι απλά ένα αντικείμενο πόθου;
Με την τόλμη και τη στιβαρότητα που χαρακτηρίζουν την κάμερα της και χτίζουν τις σκηνές της, η ταινία γίνεται μια διεισδυτική ματιά στο ίσως πιο επικίνδυνο και δύσκολο επάγγελμα. Εμείς με τη σειρά μας, ας κρατήσουμε γερά το νόημα του » Όλη αυτή η κουβέντα για αίμα και σφαγές μου χάλασε την διάθεση για τσάι» -Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015

56o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Rams/Δεσμοί Αίματος

To 56o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης έχει ήδη ξεκινήσει. Εμείς τρέχουμε από αίθουσα σε αίθουσα ώστε να προλάβουμε όλες τις αξιόλογες ταινίες που γεμίζουν καθημερινά το πρόγραμμα.


Το "Rams" ("Δεσμοί Αίματος") βρίσκει μια θέση ανάμεσα σε αυτές. Ένα απροσδόκητο διαμάντι που σε παίρνει στην αγκαλιά του, σε κρατά γερά και σφικτά και σου διηγείται την ιστορία του με έναν τρόπο, πέρα για πέρα ανθρώπινο, και έτσι εμπωλιασμένο από πετυχημένο μαύρο χιούμορ όπως είναι, μπορεί να θεωρηθεί μια καθορόαιμη σκανδιναβική ταινία που σέβεται τον εαυτό της.

Ο Grímur Hákonarson είναι ο δημιουργός ετούτης της ιστορίας που μιλά για δύο πεισμωμένα, ηλικιωμένα πλέον, αδέρφια που έρχονται ξανά κοντά μετά από 40 χρόνια. Η καταγωγή του σκηνοθέτη από αυτές τις βόρειες, παγωμένες χώρες, έπαιξε σημαντικό ρόλο στο στήσιμο των "Δεσμών" το οποίο πραγματοποιήθηκε με απλά κινηματογραφικά υλικά. Η σκανδιναβική ατμόσφαιρα επεκτείνεται σε όλο το έργο με μια φωτογραφία που δεν αποχωρεί ποτέ από την παγωμένη χώρα του Ισλανδικού Βορρά. Την ιστορία των δύο αδερφών που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην εκτροφή κριαριών, την παρακολουθούμε κυριώς μέσα από την οπτική του ενός από τους δύο. Δύο χαρακτήρες, χαντακομμένοι στην ξεροκεφαλιά τους και παραδομένοι στο έλεος της, τόσο αυτοί όσο και οι υπόλοιποι κάτοικοι της περιοχής, προσπαθούν να επιβιώσουν μετά τραγικό γεγονός που κάνει την εμφάνισή του. Οι δύο κεντρικοί ρόλοι ερμηνεύονται εξαίσια από τους δύο πρωταγωνιστές, Sigurður Sigurjónsson και Theodór Júlíusson.

Το σενάριο, με στόχο να παραμείνει πιστό στη σοβαρότητα του θέματος και να αποφύγει τους μελοδραματισμούς, αγγίζει την χαοτικότητα των ανθρώπινων σχέσεων αλλά και τη σχέση του ανθρώπου που μπορεί δημιουργήσει με τα ζώα-φύση. 
Η κορύφωση έρχεται ομαλά στην σπαρακτική τελευταία σκηνή όπου άνθρωπος και φύση γίνονται το απόλυτο ένα.

Ένα φιλμικό κείμενο που όπως λέει και ο δημιουργός της "Μας αφορά όλους" καθώς όλοι είμαστε δέσμιοι αίματος.


Παρασκευή Γιουβανάκη

56ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ 

Συνέντευξη Τύπου παραχώρησε η κριτική επιτροπή του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 56ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2015 στην Αποθήκη Γ’, παρουσία του διευθυντή του Φεστιβάλ Δημήτρη Εϊπίδη. 

Φέτος, η κριτική επιτροπή με πρόεδρο τη γαλλίδα παραγωγό Μισέλ Ρέι-Γαβρά, αποτελείται από τους Κορνέλιου Πορουμπόιου (σκηνοθέτης, σεναριογράφος), Τζέι Oυάισμπεργκ (κριτικός κινηματογράφου, δημοσιογράφος), Ελίζ Ζαλαντό (παραγωγός) και Ευθύμη Φιλίππου (σεναριογράφος, συγγραφέας). Τη συζήτηση συντόνισε ο Γιώργος Κρασσακόπουλος.

Τη συνέντευξη Τύπου προλόγισε ο κ. Εϊπίδης λέγοντας: «Σας παρουσιάζουμε σήμερα την κριτική επιτροπή του 56ου Φεστιβάλ, τους οποίους με μεγάλη χαρά καλωσορίζω στη φετινή διοργάνωση. Είμαι ευτυχής γιατί έχουμε κοντά μας καταξιωμένους εκπροσώπους του κινηματογραφικού χώρου. Ο καθένας από την πλευρά του βοηθά ουσιαστικά τον ανεξάρτητο κινηματογράφο σε διεθνές επίπεδο. Εύχομαι να έχουν μία εξαιρετική συνεργασία και να χαρούν τη διαδικασία, γιατί το Φεστιβάλ είναι μία γιορτή για όλους. Κι εύχομαι επίσης κάθε επιτυχία στο δύσκολο έργο τους».

Στην ερώτηση για το πώς βλέπουν τον ρόλο τους ως μέλη μιας κριτικής επιτροπής, πρώτος πήρε τον λόγο ο Κορνέλιου Πορουμπόιου, λέγοντας: «Περιμένω να δω καλές ταινίες που ενδεχομένως να αποτελέσουν έμπνευση για μένα στη μελλοντική μου δουλειά. Επίσης περιμένω να συζητήσω με συναδέλφους μου για τον κινηματογράφο, πράγμα πολύ ευχάριστο, καθώς επίσης και να αποφασίσουμε μαζί για το ποια είναι η καλύτερη ταινία. Δεν είναι κάτι ιδιαίτερα περίπλοκο αυτό». 

Στο ζήτημα αυτό, η πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Μισέλ Ρέι – Γαβρά πρόσθεσε ότι «κάποιες φορές είναι περίπλοκη η διαδικασία να επιλέξεις την καλύτερη ταινία, σίγουρα όμως αυτό γίνεται πιο εύκολα όταν έχεις μία πενταμελή επιτροπή σε σύγκριση με μία επταμελή». Από την πλευρά της, η Ελίζ Ζαλαντό έδωσε έμφαση στη σημασία των βραβεύσεων για έναν δημιουργό τονίζοντας: «Ως μέλος κριτικής επιτροπής έχω τη συναίσθηση του τι σημαίνουν οι διακρίσεις. Η βράβευση μιας ταινίας είναι κάτι πολύ σημαντικό που επηρεάζει τη μετέπειτα πορεία του φιλμ και συχνά και την καριέρα του ίδιου του σκηνοθέτη».

Από την πλευρά του, ο Τζέι Ουάισμπεργκ αναφέρθηκε με ιδιαίτερη χαρά στη συμμετοχή του στην κριτική επιτροπή του 56ου ΦΚΘ, παρατηρώντας: «Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης χαίρει μεγάλου σεβασμού στο  παγκόσμιο φεστιβαλικό τοπίο. Το να πάρεις ένα βραβείο εδώ, έχει πράγματι  σημασία για τη συνέχεια της πορείας της ταινίας». 

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης φιλοξενεί τις πρώτες ή δεύτερες ταινίες σκηνοθετών από όλο τον κόσμο. Στην ερώτηση για το αν μπορεί κανείς να διαισθανθεί το ταλέντο ενός δημιουργού από την πρώτη του ταινία, η Μισέλ Ρέι – Γαβρά απάντησε ότι «σίγουρα τα μέλη της κριτικής επιτροπής το έχουμε αυτό κατά νου, αν και συχνά είναι πιο δύσκολο να κάνεις κάτι τέτοιο στη δεύτερη ταινία ενός σκηνοθέτη και όχι στην πρώτη του». Σχετικά με το θέμα του τρόπου με τον οποίο τα μέλη της επιτροπής βλέπουν τις διαγωνιζόμενες ταινίες και αν, πιο συγκεκριμένα, έχουν κάποια στρατηγική στην προσέγγιση των φιλμ, η κ. Ρέι - Γαβρά διευκρίνισε: «Βλέποντας τις ταινίες κάνουμε τα σχόλια που θα έκανε ένας μέσος θεατής. Συζητάμε τις απόψεις μας σαν να μην ήμασταν μέλη μιας κριτικής επιτροπής».

Πιο περίπλοκο και ασαφές είναι το ζήτημα των χαρακτηριστικών που  κάνουν μία ταινία άξια για βράβευση. Σε σχετική ερώτηση η κ. Ρέι-Γαβρά απάντησε: «Πρόκειται για ένα δύσκολο ερώτημα. Ήμουν μέλος της κριτικής επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών πριν από 20 χρόνια. Είχαμε να επιλέξουμε ανάμεσα σε μία ταινία του Κουστουρίτσα (Underground) και του Αγγελόπουλου (Το βλέμμα του Οδυσσέα). Μέχρι το Σάββατο ήταν κοντά ο ένας με τον άλλο. Και το Σάββατο βράδυ είδαμε τις ταινίες και το επόμενο πρωί ήμασταν όλοι σύμφωνοι για το τι έπρεπε να ψηφίσουμε. Είναι όμως πολύ δύσκολο να διακρίνεις από την αρχή τα ποιοτικά  εκείνα χαρακτηριστικά που θα σε κάνουν να δώσεις το βραβείο σε μία ταινία». 

Αναφερόμενη σε αυτό το θέμα, η Ελίζ Ζαλαντό πρόσθεσε: «Όταν βλέπεις την πρώτη ταινία ενός δημιουργού δεν έχεις την ίδια προσδοκία, όπως όταν για παράδειγμα βλέπεις μία ταινία του Κουστουρίτσα. Εγώ προσωπικά δεν θα ήθελα να είναι τέλειες οι πρώτες ταινίες νέων δημιουργών, περιμένω όμως να δω δυναμισμό, φρεσκάδα. Δεν δουλεύεις όπως στα 60 σου χρόνια όταν κάνεις την πρώτη σου ταινία. Πάντως θεωρώ ότι η συχνά η πρώτη ή η δεύτερη ταινία ενός δημιουργού είναι και η καλύτερή του». Με τη σειρά του, ο Τζέι Ουάισμπεργκ παρατήρησε: «Ξαφνιάζομαι με τις περιπτώσεις των σκηνοθετών που δεν σε αφήνουν να καταλάβεις ότι παρουσιάζουν την πρώτη ταινία τους, δεν βιάζονται δηλαδή να συμπυκνώσουν σε ένα φιλμ όσα έχουν μάθει μέχρι τότε. Η φρεσκάδα της πρώτης ταινίας είναι κάτι πολύ ελκυστικό. Το ζήτημα είναι πώς να συγκρατήσει τον ενθουσιασμό του ο σκηνοθέτης στο πρώτο του αυτό εγχείρημα και παράλληλα να βάλει αυτόν τον ενθουσιασμό στην ταινία».
Σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος βλέπει τις ταινίες στο Φεστιβάλ καθώς βρίσκεται  στη διοργάνωση όχι ως δημιουργός, αλλά από την απέναντι πλευρά, ως μέλος της κριτικής επιτροπής, ο Ευθύμης Φιλίππου εξήγησε: «Προσπαθώ να είμαι ένας φυσιολογικός θεατής. Τουλάχιστον το προσπαθώ, δεν ξέρω αν το πετυχαίνω. Προσπαθώ απλά να βλέπω ταινίες και να λέω μετά αν μου άρεσαν ή όχι. Οι σκηνοθέτες και οι σεναριογράφοι είναι φυσιολογικοί άνθρωποι, που βλέπουν ταινίες οι οποίες τους αρέσουν ή όχι». Μία επιπλέον δυσκολία στο ζήτημα αυτό επισήμανε η κ. Ρέι-Γαβρά λέγοντας: «Στα φεστιβάλ ως μέλος κριτικής επιτροπής δεν βλέπεις απλά τις ταινίες, αλλά καταλήγεις σε μία συγκριτική διαδικασία. Συγκρίνεις κάθε ταινία με τις υπόλοιπες προκειμένου να επιλέξεις το νικητή».

Από την πλευρά του ο Κορνέλιου Πορουμπόιου παρατήρησε: «Θα ήθελα να δω κάτι φρέσκο. Ως σκηνοθέτης βλέπω μια ταινία σαν ένα ταξίδι και αυτό που περιμένω από αυτήν είναι να με εμπνεύσει. Για μένα είναι σημαντικό ότι σε φεστιβάλ όπως αυτό συναντάς νέους σκηνοθέτες». 

Τέλος, στην ερώτηση σχετικά με το αν αποτυπώνεται στην κινηματογραφική παραγωγή η τρέχουσα κατάσταση λόγω κρίσης στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, η κ. Ρέι – Γαβρά απάντησε: «Θα χρειαζόμουν ώρες για να απαντήσω σε αυτό το θέμα. Όταν υπάρχει κρίση δεν πρέπει να κάνεις περικοπές στον πολιτισμό, αντίθετα πρέπει να αυξήσεις τη χρηματοδότηση. Κι αυτό γιατί ο πολιτισμός και ο κινηματογράφος μπορούν να βοηθήσουν σε όλα τα πεδία. Συνεπώς, όχι περικοπές».

Τετάρτη, 4 Νοεμβρίου 2015

Crimson Peak κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Guillermo del Toro
Ηθοποιοί: Mia Wasikowska, Tom Hiddleston, Charlie Hunnam, Jessica Chastain, Leslie Hope

Mέχρι που μπορούν να σε φτάσουν ο παράφορος, απαγορευμένος έρωτας και αγάπη; Σε τι δοκιμασίες δεν διστάζεις να βάλεις τον εαυτό για το όνομα του ανθρώπου που αγαπάς; Ο Μεξικανός σκηνοθέτης που μας χάρισε τον υπέροχο, "Λαβύρινθο του Πάνα", Guillermo del Toro, επιστρέφει, (και χαιρόμαστε πάρα πολύ για αυτό) με ένα σκοτεινό, αιματοβαμμένο γοτθικό ρομάντζο, που δεν σε αφήνει σε ησυχία ακόμη και μετά, που έχεις πλέον φύγει από την αίθουσα. Ένα ακόμη φιλμικό κείμενο, πιστό στην οραματική σκηνοθετική φύση του Del Toro που αποτελεί φόρο τιμής στο είδος ταινιών με στοιχειωμένα σπίτια ("The Haunting", "Innocents"). 

Μεταφερόμαστε μέσα από υπέροχα, εκθαμβωτικά σκηνικά υψηλής αισθητικής, στην Αγγλία του 19ου αιώνα, όπου μια νεαρή συγγραφέας, η Edith, παραδίδεται στην έλξη της για έναν μυστηριώδη, χαρισματικό άγνωστο που θα την παρασύρει σε αιματοβαμμένα μονοπάτια πάθους. Προσπαθώντας να ξεφύγει από τα φαντάσματα του παρελθόντος της, βρίσκει «καταφύγιο» στον πύργο του, ένα σπίτι που αναπνέει και ματώνει, έχοντας καλά θαμμένα μυστικά που ζητάνε εκδίκηση. Εκεί θα συμβιώσει με την αδελφή του συζύγου της, μια απειλητική παρουσία, καθώς και με αρκετά φαντάσματα που κρύβουν την ανείπωτη, φρικτή αλήθεια, πως, δηλαδή, η αγάπη έχει τη δύναμη να μας μεταμορφώνει όλους σε τέρατα… 

Την νεαρή και ταλαντούχα συγγραφέα υποδύεται η εξίσου ταλαντούχα Mia Wasikowska η οποία μας προκάλεσε να την προσέξουμε από την "Αλίκη" του Burton και από τότε σε κάθε της ρόλο, μας αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο. Tom Hiddleston και Jessica Chastain, τα δύο αδέρφια που προσκαλούν-προκαλούν τη νεαρή να μείνει μαζί τους στον πύργο τους... Δύο (πλέον) ερμηνευτικές εγγυήσεις όπως είναι, στέκονται επάξια σε κάθε πλάνο που προδίδει την άψογη κινηματογραφική δουλειά που κρύβεται από πίσω. Η δε Chastain είναι τόσο απίστευτη όσο και απολαυστική παρά το κακό που κυριαρχεί στον ρόλο της. Ο Hiddleston, υποκριτικά γοητευτικός όπως πάντα.
Η σκηνοθεσία του Del Toro καθώς επιθυμεί να τονίσει ακόμη περισσότερο τον μυθικό χαρακτήρα του "Λόφου", χρησιμοποιεί συχνά τα γνωστά από τον βωβό κινηματογράφο iris shots που ολοκληρώνουν το πλάνο στο κατάλληλο σημείο. Επιθυμεί όμως και να μας εισβάλει στον κόσμο του, στον κόσμο όπου "τα φαντάσματα είναι μια μεταφορά του παρελθόντος", όπως μας εκμυστηρεύεται δια στόματος Edith (από την επιλογή του ονόματος και μόνο καταλαβαίνουμε από τι απειλητικά μονοπάτια θέλει να μας οδηγήσει ο σκηνοθέτης). Στήνει άκρως επιτυχημένα ένα παραμύθι και μας εγκλωβίζει σε αυτό αλλά παράλληλα δεν θέλουμε να βρούμε τη διέξοδο, γιατί προτιμούμε τα παραμύθια από την πλέον καθημερινότητα.

Η τελευταία σκηνή απογειώνει τη μοναδική γοτθική αισθητική και το σκηνοθετικό πάθος του Del Toro: πλάνα καθηλωτικά, κυριευμένα από τις απειλητικές καιρικές μορφές, το χιόνι και την ομίχλη, ολοκληρώνουν την ιστορία. Αλλά εσύ ζητάς και άλλο.

Βαθμολογία 4/5
Παρασκευή Γιουβανάκη