Σάββατο, 28 Μαρτίου 2015

Far from Men (Loin Des Hommes) Κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: David Oelhoffen
Ηθοποιοί: Viggo Mortensen, Reda Kateb, Djemel Barek

Η ταινία "Mακριά από τους ανθρώπους" είναι βασισμένη στο διήγημα του Αλμπέρ Καμύ "Η Φιλοξενία" από τη συλλογή "Η Εξορία και το Βασίλειο" και έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Διαγωνιστικό πρόγραμμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας αφήνοντας εξαιρετικές εντυπώσεις και στη συνέχεια συμμετείχε με μεγάλη επιτυχία στα Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, Λονδίνου και Ρότερνταμ.

Βρισκόμαστε το 1954 στην Αλγερία στην καρδιά του χειμώνα σε ένα απομονωμένο χωριό, ενώ ξεκινά ο αντιαποικιακός αγώνας ενάντια στους Γάλλους. Καθώς οι αντάρτες περικυκλώνουν την περιοχή η σύγκρουση ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο είναι αναπόφευκτη. Ο Νταρού, ο δάσκαλος του χωριού πρέπει να συνοδεύσει τον Μοχάμεντ, έναν ντόπιο που κατηγορείται για φόνο, μέχρι την πόλη όπου πρόκειται να δικαστεί. Δύο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους είναι αναγκασμένοι να διασχίσουν τις απέραντες πεδιάδες της ενδοχώρας. Κυνηγημένοι από τους συγγενείς του δολοφονημένου που ζητούν εκδίκηση, αλλά και από τους Γάλλους στρατιώτες, οι δύο άνδρες επαναστατούν, έρχονται αντιμέτωποι με τη θρησκευτική μισαλλοδοξία όσο και την παράλογη βία του κατακτητή, αλλά, παράλληλα, και με τα προσωπικά τους ηθικά διλήμματα. 

Αυτό που τραβάει αμέσως την προσοχή είναι τα πανέμορφα και καλοφωτισμένα πλάνα (την φωτογράφηση της ταινίας έχει αναλάβει ο Γκιγιόμ Ντεφοντέν). Ο σκηνοθέτης γοητεύεται και εκμεταλλεύεται το άγριο και συνάμα γαλήνιο τοπίο των βουνών του Άτλαντα της Αλγερίας, και του χαρίζει γενικά πλάνα σαν να υποκλίνεται μπροστά στο μεγαλείο της απεραντοσύνης του. Μέσα σε αυτό το θεόρατο τοπίο, χάνονται οι δύο πρωταγωνιστές.
Δύο πρωταγωνιστές που δίνουν εκπληκτικές ερμηνείες. Ο Viggo Mortensen μαγνητίζει με την ήρεμη παρουσία του και το στιβαρό του βλέμμα. Παραμένει συχνά σιωπηλός και αφήνει το σώμα και το βλέμμα του να μιλήσουν για αυτόν. Αξίζει να αναφερθούν εδώ δύο λόγια του για την ταινία: "Είναι η ταινία που σ’ εμπνέει ν’ αποβάλλεις τον εγωισμό σου, να απορρίψεις την αδικία, να προσεγγίσεις ανθρώπους που θεωρείς πολύ μακριά σου". Και αυτά ακριβώς ισχύουν για το "Μακριά από τους ανθρώπους" γιατί χάνεσαι μέσα στην τραγικότητα της ιστορίας και του πολέμου.

Η σκηνοθετική προσέγγιση που έχει δανειστεί στοιχεία από το είδους του γουέστερν, παραμένει λιτή και προσηλωμένη στο ανθρώπινο δράμα των δύο χαρακτήρων μέχρι και το τέλος της ταινίας με ιδιαίτερη βάση στο ηθικό κομμάτι, κάτι που καταφέρνει να πει πολλά και διαφορετικά πράγματα στον κάθε θεατή.
Την ταινία συνοδεύει ένα πολύ καλό soundtrack δια χειρός Nικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις. Μάλιστα σε ορισμένα κομμάτια έχει συνεργαστεί και ο "δικός μας" Ψαραντώνης.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία  3.5/5

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

A Thousand Times Good Night κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Erik Poppe
Ηθοποιοί: Juliette Binoche, Nikolaj Coster-Waldau, Maria Doyle Kennedy, Larry Mullen Jr.

Όταν βρίσκεται το όνομα "Juliette Binoche" ανάμεσα στο καστ και ειδικά στους πρώτους ρόλους, γνωρίζεις καλά πλέον, πως από το ερμηνευτικό κομμάτι τουλάχιστον θα νιώσεις καλυμμένος σαν θεατής. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και στις "1000 φορές καληνύχτα". Η κυρία Binoche υποδύεται την Ρεμπέκα, το κεντρικό πρόσωπο του σεναρίου, και καταφέρνει για μία ακόμη φορά να παρασύρει τον θεατή με την ερμηνευτική της παρουσία. Άλλοτε δυναμική άλλοτε εύθραυστη, με ελάχιστες εκφράσεις προσπαθεί να μπει στον κόσμο της Ρεμπέκα.

H Ρεμπέκα είναι μία από τις πιο ικανές και δημοφιλείς φωτογράφους εμπόλεμων σκηνών. Σε μια αποστολή, ενώ φωτογραφίζει μια γυναίκα υπεύθυνη για βομβιστική επίθεση στην Καμπούλ, τραυματίζεται επικίνδυνα. Επιστρέφοντας πίσω στην οικογένειά της, άλλη μια βόμβα εκρήγνυται. Ο άντρας της Μάρκους και οι κόρες της δεν μπορούν πλέον να αντέξουν το φόβο και την αγωνία ενός ενδεχόμενου σοβαρότερου τραυματισμού της ή ακόμη και θανάτου της, σε κάποια αποστολή και της θέτουν το δίλημμα: Η Ρεμπέκα πρέπει να διαλέξει μεταξύ της δουλειάς και της οικογένειάς της...Αξίζει να αναφερθεί εδώ πως ο σκηνοθέτης υπήρξε και ο ίδιος φωτογράφος σε εμπόλεμες ζώνες.

Η εναρκτήρια σκηνή είναι καθηλωτική. Χωρίς λόγια, παρακολουθούμε την αποστολή της επιτυχημένης φωτογράφου στην Καμπούλ. Η φωτογράφος καλείται να απαθανατίσει γυναίκες που ντύνονται με βόμβες και ετοιμάζονται να ολοκληρώσουν τον σκοπό τους...Μια σκηνή δύσκολη θεματικά, και χάρης την εκπληκτική φωτογράφιση της γίνεται ακόμη πιο ανατριχιαστική. Το κομμάτι της φωτογραφίας είναι εκπληκτικό καθ όλο το εύρος της ταινίας.

Η θέση της πρωταγωνίστριας είναι το λιγότερο άβολη. Οικογένεια ή φωτογραφική αποστολή? Και τα δύο, από διαφορετικούς οπτικές, είναι σημαντικά. Το ποιο είναι πιο σημαντικό είναι στην κρίση του καθενός. Αυτό, μαζί με τη ψυχολογική κατάσταση της Ρεμπέκα, προσπαθεί να αναλύσει το σενάριο.

Από το σενάριο δεν λείπουν οι αναφορές- κριτικές σε αυτά που συμβαίνουν στον τρίτο κόσμο- με πάθος η πρωταγωνίστρια-φωτογράφος υποστηρίζει πως όλα αυτά πρέπει να τα μάθει ο κόσμος και για αυτόν ακριβώς το λόγο συνεχίζει να έχει το θάρρος να βρίσκεται εκεί και να φωτογραφίζει τα πάντα. Δεν λείπει όμως ούτε η καταφυγή προς τα εύκολα και αναμενόμενα αφηγηματικά μονοπάτια με μελό χαρακτήρα.

Υ.Γ Δεν είναι καθόλου εύκολο να απορρίψεις μια ταινία όταν πρωταγωνίστρια είναι η Juliette Binoche.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Louis Βunuel.


Ένα κείμενο με αφορμή την προβολή της ταινίας "Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας" από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ 3, τη Δευτέρα 30/3 στον κινηματογράφο "Αλέξανδρος".

Oι δεκαετίες του 1910 και 1920 αποτέλεσαν την περίοδο των "ιστορικών αβαγκάρντ", το ζενίθ του πειραματισμού στις τέχνες: ο ιμπρεσιονισμός στη Γαλλία, ο κονστρουκτιβισμός στη Σοβιετική Ένωση, ο εξπρεσιονισμός στη Γερμανία, ο φουτουρισμός στην Ιταλία, η μεξικάνικη σχολή της τοιχογραφίας στο Μεξικό, ο μοντερνισμός της Βραζιλίας και ο σουρεαλισμός στην Ισπανία και τη Γαλλία.

Όσον αφορά το κίνημα του σουρεαλισμού, οι εκπρόσωποι του πίστευαν πως ο κινηματογράφος είχε την υπερβατική δυνατότητα να απελευθερώνει αυτό που ήταν συμβατικά καταπιεσμένο, να αναμιγνύει το γήινο με το ονειρικό, το καθημερινό με το φανταστικό. Χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες κινηματογραφικές τεχνικές όπως η διπλοτυπία, το dissolve, και η αργή κίνηση, κάτι που ταιριάζει απόλυτα στην αναπαράσταση των ονείρων. Ο υπερρεαλιστικός κινηματογράφος, όντας ριζοσπαστικό κίνημα, παρήγαγε ταινίες που σαστίζουν και σοκάρουν ακόμη και σήμερα τους θεατές. Με αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό μας έρχεται στο νου το "Un Chien Andalou" (1929), μία ταινία μόλις 17 λεπτών, η οποία ήταν το πρώτο φιλμικό κείμενο με την υπογραφή του Louis Βunuel. Ο ίδιος αποκαλούσε τον "Ανδαλουσιανό σκύλο" -το σενάριο του οποίου συνυπέγραψε με τον Salvador Dali, ως "μια παθιασμένη έκκληση για φόνο". Επόμενη ταινία του Ισπανού κινηματογραφιστή ήταν η "Χρυσή Εποχή" το 1930. H "Χρυσή Εποχή" αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του σουρεαλιστικού κινηματογραφικού ύφους- σε μια από τις σκηνές της μια γυναίκα αρχίζει να πιπιλάει μανιωδώς τα δάχτυλα των ποδιών ενός αγάλματος.

Ο Βunuel υπήρξε ένας από τους σκηνοθέτες που ήξεραν να αναμιγνύουν με λεπτότητα τον ονειρισμό και τον ρεαλισμό, ακόμη και σε ταινίες που δεν συνδέονται με το θαυμαστό στην κυριολεκτική του έννοια. Είχε υιοθετήσει αντίθετες θέσεις από τον αφηγηματικό κινηματογράφο του Hollywood αλλά και από τους ιμπρεσιονιστές σκηνοθέτες της αβανγκάρντ όπως ο L' Herber και ο Epstein. Εξέφρασε μάλιστα την απογοήτευσή του για τα δύο αυτά πρότυπα διότι όπως υποστήριζε, δεν εκμεταλλευόταν τις ανατρεπτικές δυνατότητες του μέσου και προέβαλλαν τα αστικά ερωτικά δράματα κάτι που στο μυαλό του επικρατούσε σαν "συναισθηματική μόλυνση". Παράλληλα υποστήριζε πως ο συμβατικός κινηματογράφος, είχε σπαταλήσει άσκοπα τη δυνατότητα του να δημιουργήσει μια επαναστατική, νευρώδη τέχνη που θα έδινε μορφή στην αυτόματη γραφή του κόσμου αφού είχε επιλέξει την αφηγηματική λογική και το αστικό ντεκόρ.

Yπήρξε καταγοητευμένος με τον υπερρεαλισμό και κατέληξε να μείνει στην κινηματoγραφική ιστορία ως ο διασημότερος κινηματογραφιστής του. Συνέχισε να δουλεύει το μοναδικό υπερρεαλιστικό του ύφος από το 1930 και για τα επόμενα 50 χρόνια, παρά το γεγονός ότι ο γαλλικός υπερρεαλισμός δεν ήταν πια βιώσιμος. Άλλα είδη με τα οποία είχε ασχοληθεί ο Ισπανός κινηματογραφιστής, ήταν το μελόδραμα ("Σουζάνα η διερφθαμένη", 1950), η ταινία δημιουργού ( "Τριστάνα", 1970). 

Ένα από τα θέματα που πρωταγωνιστούσaν στα έργα του ήταν και ο ερωτισμός. Σαν πιστός οπαδός του σουρεαλισμού όπως ήταν
ήξερε καλά να κρύβεται από την τότε λογοκρισία, μέσω των παραλλαγών του παθιασμένου έρωτα που παρουσίαζε στις ταινίες του.
H "Ωραία της Ημέρας" (1967), "Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου" (1977), "Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας", αλλά και η "Χρυσή Εποχή" είναι αντίστοιχα παραδείγματα.

Η διαμονή του στη Γαλλία σηματοδότησε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του. Τότε ήταν που δημιούργησε  μερικά από τα αριστουργήματα του όπως το "Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας" που κέρδισε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, η "Ωραία της Ημέρας" η οποία τιμήθηκε εκτός των άλλων και με όσκαρ Ξενόγλωσσης, αλλά και το "Ημερολόγιο μιας καμαριέρας". Λιγότερο γνωστές, αλλά εξίσου σημαντικές ταινίες που γυρίστηκαν εκείνη την περίοδο, είναι ο "Γαλαξίας" και το "Φάντασμα της ελευθερίας".

"Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας" (1964) που θα προβληθεί από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ 3, ήταν η πρώτη γαλλική ταινία του. Το σενάριο αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μιρμπό, με αρκετές παραλλαγές. Η σημαντικότερη μετατροπή ήταν πως μετέφερε τη δράση, από τα τέλη του 19ου αιώνα στα 1930, στην εποχή της ανόδου των ακροδεξιών δυνάμεων στη Γαλλία. Πολιτικός στόχος του ήταν το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του με τους σοβινιστές και αντιδραστικούς δεξιούς. Ο σκηνοθέτης ασχολείται με την απατηλή αρμονία της αστικής τάξης διαμέσου της προβληματικής αστικής οικογένειας. Σκιαγραφεί λεπτομερώς, από κοινωνική και πολιτική άποψη, τα πρόσωπα, ασχολούμενος επίσης με την ερωτική ζωή τους. Αξίζει να αναφερθεί πως ο τρόπος με τον οποίο κλείνει η ταινία, επανεισάγει καθοριστικά στη μυθοπλασία τον πολιτικό παράγοντα, και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη ισχυροποίηση των ακροδεξιών και φιλοφασιστικών δυνάμεων στη Γαλλία και την Ευρώπη.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

The November Man κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Roger Donaldson
Ηθοποιοί: Pierce Brosnan, Olga Kurylenko, Eliza Taylor, Will Patton
Με κωδικό όνομα, ‘The November Man’, ο Πίτερ Ντέβερο  είναι ένας εξαιρετικά επικίνδυνος και καλά εκπαιδευμένος πρώην πράκτορας της CIA που παρασύρεται από την ήσυχη συνταξιοδότηση του, εξαιτίας μιας πολύ προσωπικής αποστολής. Πρέπει να προστατεύσει την πολύτιμη μάρτυρα Άλις Φουρνιέ που θα μπορούσε να ξεσκεπάσει την αλήθεια πίσω από μια συνωμοσία δεκαετιών. Βασισμένο στο μυθιστόρημα του Μπιλ Γκρέιντζερ, «There Are No Spies», από την δημοφιλή σειρά βιβλίων "November Man", η ταινία είναι το απόλυτο κυνήγι της γάτας με το ποντίκι, με φόντο τον κόσμο της διεθνούς κατασκοπίας. 


  Ένας από τους αγαπημένους James Bond για πολλούς θεατές, είναι και ο φινετσάτος Brosnan. Ναι κακά τα ψέματα του πάει υπερβολικά αυτό το στυλ. Και επειδή μάλλον το ξέρει πως του πάει, επιστρέφει ξανά στα γνώριμα λημέρια της κατασκοπευτικής περιπέτειας ή αλλιώς στο "κουστούμι, πουκάμισο, πιστόλι". Μαζί με το πιστολίδι, ξανασυναντά και τον σκηνοθέτη Roger Donaldson μετά από 10 και βάλε χρόνια από την «Κορυφή του Δάντη».

Ο "Άνθρωπος του Νοέμβρη" έχει στυλ και αυτό το χρωστάει ξεκάθαρα στον πρωταγωνιστή. Ο πρωταγωνιστής Pierce Brosnan λοιπόν, που ξέρει να κρατά καλά το πιστόλι και μαζί και το ενδιαφέρον των θεατών, το απολαμβάνει που ξαναπαίζει τον James Bond. Η μόνη διαφορά αυτή τη φορά είναι η έλλειψη wow αμαξιών. 

Για να μην τα πολυλογούμε, εκτός από τις απολαυστικές σκηνές δράσης, καλό είναι να μην περιμένετε κάτι άλλο το συγκλονιστικό ειδικά από πλευρά σεναρίου... 

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

H Aρχαιολόγος κριτική

Σκηνοθεσία: Κίμων Τσακίρης

To χρήμα (πολύ) πιο πάνω από τη φύση και τον πολιτιστικό θησαυρό.


Η Γεωργία Καραμήτρου, αρχαιολόγος που έχει αφιερώσει τη ζωής της στην προστασία του φυσικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, δίνει την τελευταία μάχη της καριέρας της. Στις κοιλάδες και τις πεδινές ζώνες του Αλιάκμονα υπάρχουν σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα που χρονολογούνται από τα προϊοστορικά χρόνια. Έχει μερικούς μήνες μπροστά της για να σώσει ότι μπορεί από έναν μεγάλο αρχαιολογικό χώρο που θα χαθεί για πάντα στο βυθό μιας τεχνητής λίμνης. Στην προσπάθειά της αυτή, καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά από εμπόδια, να σταθεί δυνατή και να αναδείξει στο τέλος το νόημα της "προσωπικής ευθύνης" και τη σημασία να την αναλαμβάνεις.

Ο βραβευμένος Κίμωνας Τσακίρης μετά το προ δεκαετίας περίπου «Sugartown: Οι Γαμπροί», ακολουθεί την κυρία Γεωργία Καραμήτρου, σε έναν πεισματώδη αγώνα, να σώσει ότι γίνεται και όσο πιο γρήγορα μπορεί, αφού ο χρόνος μετρά αντίστροφα για τη φυσική και πολιτισμική καταστροφή που πρόκειται να προκληθεί από το έργο της ΔΕΗ. Η σκηνοθεσία είναι διακριτική έως και τρυφερή προς την ηρωίδα της και επικεντρώνεται στην προσπάθεια της να πραγματοποιήσει το στόχο της με μερικούς, μετρημένους στα δάχτυλα, συναδέλφους της. Πλησιάζει με συμπάθεια τους χαρακτήρες και ειδικά την πρωταγωνίστρια, αποτυπώνοντας απλές και ανθρώπινες στιγμές από την καθημερινότητα της δουλειάς της αλλά και της ζωής της, κάτι που την κάνει ακόμη πιο συμπαθητική στα μάτια μας.

 Ένα καλογυρισμένο ντοκυμαντέρ που ενημερώνει, προβληματίζει και συγκινεί, και σίγουρα κερδίζει σε αληθοφάνεια με τα γεγονότα που επιλέγει να παρουσιάσει. Προσεγγίζει το σοβαρό θέμα και το σημαντικό έργο της αρχαιολόγου με ευαισθησία και με μικρές δόσεις χιούμορ. Στόχος του σκηνοθέτη λοιπόν είναι η επίκληση στο συναίσθημα του θεατή και ομολογουμένως, το καταφέρνει. Δεν στέκει πάντα αμέτοχος απέναντι σε αυτήν την πολιτισμική τραγωδία, καθώς  αφήνει το δικό του σχόλιο και μέσα από την μουσική επένδυση του Θανάση Παπακωνσταντίνου, που εντείνει τη συγκίνηση.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

A Most Violent Year κριτική ταινίας

Σκηνοθέτες: J.C. Chandor
Ηθοποιοί: Oscar Isaac, Jessica Chastain, David Oyelowo, Albert Brooks, Catalina Sandino Moreno

Με κινηματογράφηση που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως "φόρος τιμής" στον Scorsese, ο φιλόδοξος δημιουργός του οσκαρικού "All is lost" παρουσιάζει την τρίτη κατά σειρά μεγάλου μήκους ταινία του φιλόδοξου σκηνοθέτη J.C. Chandor, η οποία διαδραματίζεται στο έτος 1981 στην πόλη της Ν.Υόρκης. Το έτος 1981 της Ν.Υόρκης, έχει χαραχτεί στην ανθρώπινη ιστορία ως το πιο βίαιο έτος που καταγράφηκε ποτέ. Προερχόμενη από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70, η πόλη γνώρισε μια δραματική μετάβαση από την αναπτυσσόμενη μητρόπολη που ήταν το ’20 με τις περικοπές, την αύξηση της εγκληματικότητας και την πολιτική διαφθορά να έχουν φτάσει στο ζενίθ τους το ’60. 
Το σενάριο, δια χειρός σκηνοθέτη, ακολουθεί τρεις ημέρες στη ζωή του Άμπελ Μοράλες, ενός Λατινομαερικάνου μετανάστη, που μαζί με τη σύζυγο του Άννα (γέννημα- θρέμα του Μπρούκλυν) χτίζουν μια μικρή επιχείρηση πετρελαίου θέρμανσης που παρέλαβαν από το μαφιόζο πατέρα της Άννα. Αφιερωμένοι να διοικήσουν την επιχείρηση με νόμιμους τρόπους, ανακαλύπτουν ότι ο δρόμος για την επιτυχία εκτός από απειλητικός είναι και διεφθαρμένος. 

Η μοναδική σε στυλ σέπια, φωτογραφία του Μπράντφορντ Γιανγκ, που έχει δώσει τα φώτα του και στο  «Ain’t Them Body Saints» αλλά και στο φετινό οσκαρικό «Selma», δημιουργεί μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, αποπνικτική. Δημιουργεί την ατμόσφαιρα αυτή ακριβώς που υποδηλώνει η εσωτερικότητα των χαρακτήρων. O J.C. Chandor εστιάζει την κάμερά του στα βασικά πρόσωπα της ιστορίας και στη εσωτερική πάλη που κυριαρχεί μέσα τους και τα τοποθετεί-κυρίως τον κεντρικό χαρακτήρα, σε μουντούς και μοναχικούς χώρους όπου φαίνονται να χάνονται μέσα σε αυτούς (η σκηνή με τον πρωταγωνιστή που τρέχει μόνος σε ερημικές τοποθεσίες, χιονισμένες και μη, είναι εκπληκτικές).
O πρωταγωνιστής Oscar Isaac είναι η ήρεμη δύναμη της
ταινίας. Έχοντας υιοθετήσει υποκριτικά στοιχεία από την εμφάνιση του Al Pacino στον "Noνo", στέκεται διαρκώς σοβαρός και επικοινωνεί κυρίως με το στιβαρό του βλέμμα- οι ατάκες που βγαίνουν από το στόμα του είναι  μετρημένες. Ο χαρακτήρας του  είναι αποφασισμένος να παραμείνει στα έντιμα και δίκαια πιστεύω του, κάτι που φαντάζει άθλος μπροστά στη διαφθορά που επικρατεί. Σε αντίθετο πεδίο όμως βρίσκεται η γυναίκα του, Jessica Chastain, που είναι πιο αδίστακτη. Η Chastain που ήταν υποψήφια για Χρυσή Σφαίρα για τον ρόλο αυτό, ναι μεν δίνει μια συγκρατημένη ερμηνεία αλλά δεν ξεπερνά την δυναμική της εμφάνιση στο "Ζero Dark Thirty".

Τέλος, έχουμε να κάνουμε με ένα φιλμικό κείμενο αχρείαστα αργό σε πολλά σημεία, με ελάχιστη δράση. Το στοιχείο αυτό σε συνδυασμό με την ομοιότητα που έχει με τις ταινίες "Νονός" και το σκηνοθετικό στυλ του Martin Scorsese, ίσως αφήσει ορισμένους θεατές ανικανοποίητους.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

The Salt of the Earth κριτική

Σκηνοθέτες: Wim Wenders και Juliano Ribeiro Salgado


Ένα δυνατό μήνυμα ζωής με ασπρόμαυρο φόντο, μέσα από το βιογραφικό ντοκιμαντέρ για τον επιτυχημένο βραζιλιάνο φωτογράφο Sebastiao Salgado.
Εδώ και 40 χρόνια, ο φωτογράφος Sebastiao Salgado έχει ταξιδέψει στα πέρατα της γης, φωτογραφίζοντας μία ανθρωπότητα που αλλάζει. Μάρτυρας ιστορικών γεγονότων και ανθρώπινης κρίσης, ξεκινά ένα νέο ταξίδι στη φύση για να παρουσιάσει μέρη του πλανήτη που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ με παρόμοιο τρόπο. To έργο του μας αποκαλύπτεται από τον γιο του Juliano Ribeiro, που τον συνόδευε στα πιο πρόσφατα ταξίδια του, και από τον Wim Wenders που είναι και ο ίδιος φωτογράφος. Μαζί στήνουν ένα καθηλωτικής ομορφιάς ντοκιμαντέρ που τιμήθηκε φέτος στα Φεστιβάλ Καννών και Σαν Σεμπαστιάν και βρέθηκε υποψήφιο για Οσκαρ.

Οι σκηνοθέτες είναι σχεδόν εξαφανισμένοι κατά τη διάρκεια του φιλμ, καθώς τους ακούμε και τους βλέπουμε ελάχιστες φορές. Είναι φανερό ότι επιλέγουν να λειτουργήσουν με αυτόν τον τρόπο, από σεβασμό και δέος προς τον φωτογράφο.
Ο βραζιλιάνος καλλιτέχνης είναι ένας καλλιτέχνης που δεν περιορίζεται μονάχα στην αποτύπωση ενός όμορφου τοπίου ή προσώπου. Μέσα από τις φωτογραφίες του πηγάζει μια συμπόνια και αγάπη προς το υποκείμενο που επιλέγει να απαθανατίσει με την φωτογραφική του. Aντιμετωπίζει με ευλάβεια τους ανθρώπους και τα γεγονότα που φωτογραφίζει. Αυτή η ενσυναίσθηση είναι που μάγεψε και τον Wenders και τον τοποθετεί στο κέντρο κοντινών πλάνων, μπροστά σε μια οθόνη όπου προβάλλονται οι φωτογραφίες του, αφήνοντας τον να μας διηγηθεί αυτά που γνώρισε και αντίκρισε, αλλά και να μοιραστεί μαζί μας τα συναισθήματα που του προκάλεσε η κάθε φωτογράφηση.
Το φιλμ (φυσικά) είναι γεμάτο από ένα πάμπλουτο φωτογραφικό υλικό που αποτελεί μία συγκλονιστική ιστορική καταγραφή της ανθρωπότητας και του πλανήτη από τα τέλη του 20ου μέχρι και τις αρχές του 21ου πρώτου αιώνα. Με επίκεντρο την ανθρώπινη ύπαρξη και με όπλο το πιστεύω του "ο υπόλοιπος κόσμος οφείλει να τα δει αυτά" ο Sebastiao Salgado καταγράφει μερικά από τα πιο σημαντικά για την ανθρωπότητα γεγονότα, όπως η ξηρασία της Νιγηρίας, η λιμοκτονία της Αιθιοπίας, ο αφανισμός εκατομμυρίων πληθυσμών κατά τη διάρκεια μετανάστευσης. 
Παράλληλα, δεν στάθηκε ασυγκίνητος ούτε μπροστά στο θαυμαστό μεγαλείο της φύσης . Προς το τέλος του φιλμ παρακολουθούμε ένα κομμάτι από το θαυμαστό φωτογραφικό αφιέρωμα του καλλιτέχνη στην ομορφιά του πλανήτη με το όνομα «Genesis». Όμως δεν παρέμεινε ένας "απλός"  φωτογράφος και δεν αρκέστηκε στα αμέτρητα ντοκουμέντα που χάρισε στη φύση. Με βαθύ οικολογικό συναίσθημα και μαζί με την οικογένεια του ανέλαβαν την αναφύτευση ολόκληρου δάσους στη Βραζιλία.

Έχοντας γίνει μάρτυρας αμέτρητων αποτρόπαιων πράξεων, η  πίκρα του για την κατάντια της ανθρωπότητας είναι φανερή και εξομολογείται στην κάμερα "Πολλές φορές άφησα την μηχανή μου στο πάτωμα και έπιασα το κεφάλι μου με τα δυο μου χέρια κλαίγοντας με λυγμούς".

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Still Alice: Κάθε Στιγμή Μετράει κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Richard Glatzer, Wash Westmoreland
Ηθοποιοί: Julianne Moore, Kristen Stewart, Kate Bosworth, Alec Baldwin, Hunter Parrish

Μία από τις πολυαναμενόμενες ταινίες έφτασε στις ελληνικές αίθουσες. Το δίδυμο του ανεξάρτητου αμερικάνικου κινηματογράφου, Richard Glatzer και Wash Westmoreland, φέρνει στη μεγάλη οθόνη το best seller της Lisa Genova. Η ιστορία πραγματεύεται  τη συγκλονιστική πορεία μιας δυναμικής και νέας γυναίκας, της Alice Howland, που προσβάλλεται αναπάντεχα από τη νόσο του Αλτσχάιμερ, και τις συνέπειες που έχει αυτό στη ζωή, την προσωπικότητα  και την οικογένεια της. Το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Λιβάνη.

Όλη η ταινία είναι Julianne Moore. Το "Still Alice" θα μείνει στην κινηματογραφική ιστορία αλλά και στη μνήμη μας, ως η ταινία που έδωσε (επιτέλους) το βραβείο της Ακαδημίας στην υπέροχη πρωταγωνίστρια της. Η Moore έχει υπάρξει και άλλες φορές υποψήφια για ΄Οσκαρ ("Boogie Nights", "The End Of The Affair", "Far From Heaven" και "The Hours") αλλά δυστυχώς είχε αγνοηθεί τελείως. Ήρθε ο καιρός λοιπόν που το αγαλματάκι ήταν θέμα χρόνου για να γίνει δικό της. Φέτος τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης ηθοποιού στο Φεστιβάλ Καννών για την ερμηνεία της στην τελευταία ταινία του Κρόνενμπεργκ «Maps to the Stars», για το οποίο όλως περιέργως δεν ήταν υποψήφια για Όσκαρ (καλά τι να λέμε τώρα που είχε αγνοηθεί και για το "Boogie Nights"..) όπως ήταν για το "Still Alice", που επιτέλους και το κέρδισε. Ναι, η ερμηνευτική της παρουσία για ακόμη μια φορά είναι συγκλονιστική. Δίνει τη δική της μοναδική χροιά στον απαιτητικό χαρακτήρα που υποδύεται. Αποφεύγει τις μούτες και τις υπερβολές (άλλωστε για αυτό και την αγαπάμε) και προσεγγίζει την Alice γενναία και διακριτικά. Δίπλα της, ο Alec Baldwin δίνει μια εξίσου μετρημένη και σοβαρή ερμηνεία, αλλά και η γενικώς κατακραυγμένη Kristen Stewart, που αυτή τη φορά παίρνει επιτέλους τον εαυτό της στα σοβαρά.
Το ερμηνευτικό κομμάτι αποτελεί το απόλυτο δυναμικό της ταινίας. Η σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να ξεφύγει από την σεναριακή έλλειψη πρωτοτυπίας και τους κουραστικούς μελοδραματισμούς μέσω της συχνής χρήσης κλαψιάρικης μουσικής. Θυμηθείτε μονάχα το "Amour" του Χάνεκε που θίγει το ίδιο θέμα και θα καταλάβετε τη διαφορά...Ο στεγνός ρυθμός που χαρακτηρίζει τη σκηνοθεσία, κάνει το "Still Alice" να αγγίζει τα όρια μιας ταινίας για τη μικρή οθόνη της τηλεόρασης.

Υ.Γ. Πριν λίγες ώρες, ο ανεξάρτητος κινηματογράφος είπε αντίο στον Richard Glatzer...

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Taken 3 κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Olivier Megaton
Ηθοποιοί:  Liam Neeson, Forest Whitaker, Sam Spruell, Dougray Scott, Famke Janssen

O Λίαμ Νίσον επιστρέφει στον ρόλο του πρώην μυστικού
 πράκτορα, Μπράιν Μιλς, η προσπάθεια του οποίου για επανένωση με την πρώην σύζυγό του διεκόπη βίαια, μετά τη στυγερή δολοφονία της. Γεμάτος οργή, και κατηγορούμενος για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει, προσπαθεί αυτή τη φορά να αποφύγει την ανελέητη καταδίωξη της CIA, του FBI και της αστυνομίας.


Μετά το πρώτο "Taken" που σημειώσε τεράστια επιτυχία (ναι ήταν και είναι από τις καλύτερες και δυνατότερες περιπέτειες που έχουν βγει στη μεγάλη οθόνη!) ακολούθησε (φυσικά) το "Taken 2", και να που τώρα έρχεται το "Taken 3".  Όχι που δεν θα ερχόταν! Μετά από Παρίσι και Κωνσταντινούπολη λοιπόν, ερχόμαστε στο L.A όπου και κατοικεί ο "όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω" Μπράιν Μιλς. Στην ίδια πόλη ζει και η πολυαγαπημένη του κόρη- αυτή που απήγαγαν στο πρώτο "Taken" αλλά και η πρώην γυναίκα του, αυτή που επίσης έπεσε θύμα απαγωγής, στο δεύτερο "Taken". Πάλι καλά που δεν υπάρχει καμιά σεναριακή γιαγιά, αλλιώς θα την αρπάζανε και αυτήν!
Ανάμεσα στους σεναριακούς χαρακτήρες, ενδιαφέρον παρουσιάζει μονάχα ο χαρακτήρας του επικεφαλή της αστυνομικής έρευνας,  Forest Whitaker, ο οποίος δεν παρουσιάζεται ως ο κλασικός ρηχός μπάτσος που ψάχνει τον καταζητούμενο. Φαίνεται ότι γίνεται μια προσπάθεια σκιαγράφησης χαρακτήρα, καθώς τον παρακολουθούμε να παίζει διαρκώς με ένα λάστιχο ανάμεσα στα δάχτυλά του, δείγμα αυτοσυγκέντρωσης ή και προσωπικού στρες.
Υπερβολικό όσο δεν πάει -μερικές σκηνές δράσεις είναι λες και έχουμε να κάνουμε με super hero movie, αλλά και βαρετό καθώς προσπαθεί να εμβαθύνει στους χαρακτήρες, να παρουσιάσει μια περισσότερο 'προβληματισμένη' εκδοχή  εκτός από μπουνίδια και πιστολίδια αλλά...στην προσπάθεια έμεινε. Το κακό δεν σταματά εδώ. Δεν είναι κουραστικό το να είσαι 100% σίγουρος για το πως θα καταλήξει το όλο θέμα? Εντάξει καλή και η (ελάχιστη) δράση αλλά και λίγη πρωτοτυπία δεν αποτελεί απαραίτητο κακό. Και δυστυχώς δεν είναι η μοναδική ταινία που αδιαφορεί για την έννοια της πρωτοτυπίας.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2/5

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Τhe Wonders κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Alice Rohrwacher
Ηθοποιοί: Monica Bellucci, Alexandra Maria Lungu, Alba Rohrwacher, André Hennicke, Margarete Tiesel, Sabine Timoteo, Sam Louwyck, Agnese Graziani, Luis Huilca Logrono

Η ταινία παρουσιάζει τη ζωή μιας εξαμελούς πατριαρχικής οικογένειας  η οποία περιορίζεται στις αγροτικές δραστηριότητες και κυρίως στη μελισσοκομεία για όλα τα μέλη της που κατά βάση είναι μικρής ηλικίας κορίτσια. Η σκληρή δουλειά είναι επιβεβλημένη για όλους και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στις αγροτικές εργασίες αυστηρά παραδοσιακοί με φόβο για οτιδήποτε καινούριο και εισαγώμενο. Παρά την επιβλητική παρουσία του πατέρα και την αυστηρότητα του, το ικανότερο μέλος της οικογένειας από την οποία περνούν όλες οι ευθύνες είναι η μεγαλύτερη κόρη, που είναι 12 χρονών. 

Ο πατέρας αποτελεί μια φιγούρα απόμακρη και με κλειστές πεποιθήσεις. Επενδύει στην μεγάλη του κόρη για να συνεχίσει τη δουλειά του ενώ παράλληλα αρνείται να αποδεχτεί ότι μεγαλώνει.  Την ρουτίνα της καθημερινότητας τους θα σπάσει η άφιξη ενός μικρού Γερμανού εφήβου ο οποίος λόγος της παραβατικής συμπεριφοράς καταφτάσει σπίτι τους για να κάνει κοινωνική εργασία. Το παιδί φαίνεται τρομαγμένο και δεν μιλάει αλλά μπορεί να σφυρίζει  με ιδιαίτερο τρόπο. Τα κορίτσια της οικογένειας που ζουν αποξενωμένα από άλλους ανθρώπους υποδέχονται τον έφηβο με χαρά και μάλιστα η μεγαλύτερη κόρη αναπτύσσει συναισθήματα γι’ αυτόν.  Οι οικονομικές δυσκολίες της οικογένειας και η ελπίδα για αλλαγή θα κάνουν την 12χρονη να κάνει αίτηση σε κάποιο reality show για λογαριασμό της οικογένειας της για την ανάδειξη της καλύτερης παραδοσιακής αγροτικής επιχείρησης. 

Αποτελεί μια άκρως ρεαλιστική απεικόνιση του αγροτικού βίου με ό,τι καλό ή κακό αυτό συνεπάγεται. Σε πολλά σημεία η ταινία μπορεί να κάνει το μέσο αστό να αναρωτηθεί το λόγο της ύπαρξης της, παρολαυτά ενδεχομένως να βρει υποστηρικτές μεταξύ των ανθρώπων της επαρχίας οι οποίοι θα μπορούσαν να ταυτιστούν αν είχαν ποτέ βέβαια την ευκαιρία να δουν τη συγκεκριμένη ταινία… Παρολαυτά για τους υπόλοιπους έχει κάποιο ενδιαφέρον όπως θα είχε κάποιο ντοκυμαντέρ με εστίαση στην καθημερινή ζωή όπως δεν την ξέρουμε!  

Δεν εντοπίζονται στοιχεία υπερβολής ή συναισθηματικών εξάρσεων, αντιθέτως τα γεγονότα παρατίθενται με απλό τρόπο χωρίς να επιδιώκεται κάποια ιδιαίτερη εμβάθυνση ή νοηματοδήτηση. Στην ταινία διακρίνονται κάποια αντιθετικά σχήματα. Όπως η αληθινή ζωή απέναντι στην ζωή του θεάματος, η ελπίδα απέναντι στην απογοήτευση, η παιδικότητα απέναντι στην ωρίμανση και η ενήλικη ζωή απέναντι στην παιδική ζωντάνια.  Το πιο αξιοσημείωτο μεταξύ των οποίων είναι  ότι ένα 12χρονο κορίτσι που του επιβάλλουν την ωρίμανση αποδίδοντας του ευθύνες ενηλίκων ενώ παράλληλα προσπαθούν να το κρατήσουν παιδί αγνοώντας τις εφηβικές επιθυμίες του. Αυτά τα σχήματα είναι που θα δημιουργήσουν σε ολόκληρη την ταινία υπόκωφες συγκρούσεις και το τελικό αποτέλεσμα θα είναι η ίδια η ζωή. Χωρίς κανένα συμπέρασμα, χωρίς καμία απάντηση, χωρίς καμία βεβαιότητα, όπως πρέπει να είναι η ζωή άλλωστε.

Οι ερμηνείες είναι εξαιρετικές και η παρουσία της λαμπερής Monica Bellucci δίνει έξτρα πόντους στην ταινία.  Η ταινία είναι Βραβευμένη στο φεστιβάλ των Καννών με βραβείο κριτικής επιτροπής το 2014.   

Αλεξάνδρα Τσαγάνη,
Βαθμολογία 2.5/5

Film Critiques

Κυριακή, 8 Μαρτίου 2015

Elle l'adore/ Έγκλημα Ψάχνει Άλλοθι κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Jeanne Herry
Hθοποιοί:  Sandrine Kiberlain, Laurent Lafitte, Pascal Demolon


Η Μιριέλ είναι αισθητικός. Λατρεύει να φλυαρεί ακατάπαυστα και έχει την συνήθεια να επινοεί ιστορίες, που ενοχλούν τους φίλους της. Και εδώ και δύο δεκαετίες, η Μιριέλ είναι η νούμερο-ένα θαυμάστρια του Γάλλου τραγουδιστή Βενσάν Λακρουά και περνά τον ελεύθερό της χρόνο συνήθως ακούγοντας τα τραγούδια του και πηγαίνοντας στις συναυλίες του. Ώσπου, ένα βράδυ, ανοίγει την πόρτα για να βρει τον Βενσάν –το μεγάλο της είδωλο- να στέκεται στο κατώφλι της για να της ζητήσει μια αναπάντεχη χάρη. Η άφιξή του θα ανατρέψει τα πάντα στη ζωή της Μιριέλ, η οποία θα κάνει ένα ταξίδι που ούτε εκείνη δεν θα μπορούσε να επινοήσει…

Η πρωτότυπη αυτή σεναριακή ιδέα που έρχεται στη μεγάλη οθόνη με στοιχεία αστυνομικού θρίλερ,γεννήθηκε πριν δέκα χρόνια στο μυαλό της σκηνοθέτη και σεναριογράφου, Jeanne Herry, που κάνει το σκηνοθετικό της ντεμπούτο μετά από χρόνια καριέρας ως ηθοποιός. Μια ιδέα με δόσεις σασπένς και χιούμορ, που καταφέρνει να κεντρίσει το ενδιαφέρον του θεατή αλλά και να κερδίσει δυο υποψηφιότητες στα φετινά βραβεία Σεζάρ. 

Την ιστορία του παραλόγου συνοδεύει μια καυστική κριτική προς τη διασημότητα, στον τρόπο που κάποιος τη διαχειρίζεται-εκμεταλλεύεται, είτε από την πλευρά του διάσημου ατόμου είτε από αυτήν του θαυμαστή. Οι χαρακτήρες του σεναρίου είναι καλογραμμένοι αλλά παραμένουν ουδέτεροι στα μάτια του θεατή καθώς το σενάριο δεν τους παρουσιάζει ούτε συμπαθητικούς αλλά ούτε και το αντίθετο. Παρ'ολα αυτά ίσως δημιουργηθεί η ιδέα της κάθαρσης, προς το πρόσωπό τους. 
Η πλοκή ενώ κυλά με χιούμορ και ανατροπές, κάπου φαίνεται να χάνεται ο διασκεδαστικός ρυθμός της και να εμφανίζονται μακροσκελείς και κυρίως περιττοί διάλογοι, είτε μικροιστορίες που έχουν μοναδικό στόχο να γελάσει ακόμη περισσότερο ο θεατής. Όμως το αποτέλεσμα αυτών έχει αδιάφορο χαρακτήρα. Αχρείαστα και περιττά παραμένουν και τα αμέτρητα κοντινά πλάνα που απαρτίζουν τις σκηνές.

Όσον αφορά το ερμηνευτικό κομμάτι, η πρωταγωνίστρια Sandrine Kiberlain παραμένει απολαυστική ως η αφελής φανατική θαυμάστρια που πραγματικά δεν διστάζει να κάνει τα πάντα για το είδωλό της. Το "Έγκλημα Ψάχνει Άλλοθι" κρατάει τον εαυτό του μακριά από ένα αστυνομικό θρίλερ, (έστω αστυνομική περιπέτεια) αλλά και από ένα κινηματογραφικό κείμενο καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί επεισόδιο τηλεοπτικής σειράς.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Timbuktu κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Abderrahmane Sissako
Hθοποιοί:  Ibrahim Ahmed, Toulou Kiki, Abel Jafri

Δολοφονικές πράξεις και εγκληματικές λογικές, στο όνομα της θρησκείας. Το λυρικό και υπόκωφο δράμα από τον πολύπλευρο μαυριτανό καλλιτέχνη Abderrahmane Sissako, που είναι στηριγμένο σε αληθινά γεγονότα, έκλεψε τις εντυπώσεις κοινού και κριτικών κατά τη διάρκεια της προβολής του στo φεστιβάλ Καννών και κέρδισε υποψηφιότητα για όσκαρ ξενόγλωσσης. Οι τζιχαντιστές, τις πρώτες μέρες της κατάληψης μιας βόρειας επαρχίας του Μαλί, εκτέλεσαν με λιθοβολισμό ένα ζευγάρι για το λόγο ότι δεν ήταν παντρεμένοι. Αυτό είναι το αληθινό γεγονός που ώθησε τον σκηνοθέτη να πραγματοποιήσει την ταινία αυτή.

Ο χρόνος στο Τιμπουκτού άρχισε να κυλά αντίστροφα. Οι δρόμοι έρημοι, οι πόρτες κλειστές. Οι γυναίκες έχουν γίνει σκιές και το σκοτάδι έχει τυλίξει όλα όσα έδιναν κάποτε χρώμα σ’ αυτή την εξωτική πόλη του Μάλι. Ο "νόμος" εφαρμόζεται με τρόπο αυθαίρετο και σκληρό. Τέλος η μουσική, τέλος το παιχνίδι, τέλος η ελευθερία: η αρχή του σκοταδισμού. Ο ισλαμικός φονταμενταλισμός είναι πλέον η νέα τάξη πραγμάτων που σκορπά τον τρόμο στην περιοχή. Μακριά από το χάος, ο Κιντάν με την γυναίκα του Σατίμα, την κόρη του Τόγια και τον μικρό Ισάν, απολαμβάνουν μια ήρεμη ζωή. Ένα περιστατικό θα ωθήσει τον Κιντάν να αφαιρέσει κατά λάθος μια ανθρώπινη ζωή. Αυτό θα τον φέρει αντιμέτωπο με την καινούρια δικαιοσύνη. Η ιστορία του Κιντάν, όμως, δεν είναι η μοναδική, παράλληλες πράξεις συνθέτουν με έναν ωμό ρεαλισμό την ματωμένη ιστορία μιας ολόκληρης χώρας.
Η αφήγηση του "Τιμπουκτού" σε ορισμένα σημεία θυμίζει ντοκυμαντέρ καθώς η κάμερα "στέκεται" στους χαρακτήρες, στα αμμώδη τοπία, και παρατηρεί. Παράλληλα, παραμένει ευθύγραμμη και απλή αλλά γεμάτη από εικόνες που αποδεικνύουν ότι τα λόγια και τα κινηματογραφικά εφέ  κάποιες φορές, περισσεύουν. Την αφήγηση συνοδεύει μια γοητευτικότατη μουσική υπόκρουση που καταφέρνει να δώσει μια όσο το δυνατόν ήρεμη ίσως και αισιόδοξη χροιά μέσα στην απάνθρωπη ατμόσφαιρα που επικρατεί. Αξέχαστη με αυτά τα χαρακτηριστικά, θα παραμείνει η  μοναδική σεκάνς όπου μια ομάδα αγοριών παίζει ποδόσφαιρο χωρίς μπάλα.

Με μια δόση μαύρου χιούμορ (είναι αξιοπερίεργο το πως κατάφερε να χωρέσει το χιούμορ μέσα σε αυτήν την τραγικότητα), ο σκηνοθέτης σχολιάζει και κατακρίνει τον φανατισμό που επικρατεί και επιβάλλεται, με φρικιαστικά αλλά αληθοφανή πλάνα. Έναν φανατισμό που απορρίπτει την έννοια του ανθρώπινου δικαιώματος. Παράλληλα, εμφανίζει την ανθρώπινη αδυναμία που υπάρχει (πολύ καλά κρυμμένη όμως) στους φανατικούς ισλαμιστές. Ο ένας από αυτούς υποστηρίζει πως δεν καπνίζει ενώ όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζουν πως αυτό είναι ψέμα αλλά τον αφήνουν να το κάνει, παρά το γεγονός ότι  μια από τις εντολές τους είναι "το κάπνισμα απαγορεύεται". Ένταση και αγωνία κλιμακώνονται με παράλληλο μοντάζ όπου παρακολουθούμε όμορφες στιγμές (μια παρέα παίζει μουσική και τραγουδάει) ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε τους τζιχαντιστές να καραδοκούν πάνω στις στέγες.

Άκρως επίκαιρο το "Τιμπουκτού", ταράζει και εύλογα προβληματίζει.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3.5/5

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Nightcrawler/Νυχτερινός Ανταποκριτής κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Dan Gilroy
Ηθοποιοί: Jake Gyllenhaal, Rene Russo, Bill Paxton 


Aυτό είναι το ανεξάρτητο διαμάντι που αδικήθηκε φέτος από την Ακαδημία (μία μονάχα υποψηφιότητα, αυτή του Πρωτότυπου Σεναρίου). Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σεναριογράφου των «Η κληρονομιά του Μπορν» και «Real Steel», Dan Gilroy, είναι ένα δυνατό, εθιστικό στην παρακολούθησή του, θρίλερ, με φόντο το νυχτερινό (δημοσιογραφικό) υπόκοσμο του Λος Άντζελες.  
Στο σημερινό Λος Αντζελες, μακριά από τα celebrities και τις φωτογραφήσεις, στο σκοτάδι της νύχτας και του εγκλήματος, ο Λου Μπλουμ, απεγνωσμένος να βρει μια δουλειά, ανακαλύπτει τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες του αστυνομικού ρεπορτάζ. Διεισδύει σ’ ένα ανεξάρτητο τηλεοπτικό συνεργείο που μαγνητοσκοπεί τρακαρίσματα, πυρκαγιές, φόνους κι όποια καταστροφή βρεθεί στο διάβα του και, μαζί τους, ο Λου βυθίζεται στην απειλητική, επικίνδυνη σφαίρα του «nightcrawling», εκεί όπου ο λυγμός της κάθε σειρήνας του περιπολικού ακούγεται σα λαχείο και τα θύματα μεταφράζονται σε δολάρια. Με τη βοήθεια της Νίνα, μιας βετεράνου στις τοπικές τηλεοπτικές ειδήσεις, ο Λου θριαμβεύει. Στη διψασμένη αναζήτηση υλικού, γίνεται ο σταρ της δικής του ιστορίας. 

Ο κανόνας έχει περίπου ως εξής: όσο περισσότερο αίμα χύνεται στα αστικά προάστια με θύματα λευκούς, από κακοποιούς αλλοδαπής προέλευσης, τόσο περισσότερο αυξάνονται τα νούμερα τηλεθέασης και άρα τα έσοδα από τις διαφημίσεις των καναλιών, τόσο τοπικά αλλά και διεθνώς. Μπορεί να μας φαίνεται κανιβαλιστικό αυτό, απάνθρωπο και ακραίο όπως όντως είναι, αλλά είναι κομμάτι δουλειάς κάποιων. Και όχι λίγων δυστυχώς. Το αίμα (εκτός από το σεξ), πουλάει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε τους ανταποκριτές των ειδησεογραφικών πρακτορείων που σύμφωνα με την ταινία, κάθε νύχτα, αφήνοντας στο σπίτι τους κάθε ίχνος ηθικής, ξεκινούν το κυνήγι της 'επιτυχίας'. Αδημονούν για σφοδρούς φόνους, ώστε να παραδώσουν ένα υλικό που "σπαρταράει" και να ανταμειφθούν γερά. Τα "απλά" ατυχήματα δεν τους συγκινούν καθώς δεν πουλάνε τόσο όσο ένας φόνος από αλλοδαπό κακοποιό. Οι στερεοτυπικές αντιλήψεις λοιπόν, καλά κρατούν.


Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ένας αγνώριστος και γλοιώδης Jake Gyllenhaal. O χαρακτήρας του αδίστακτου Λου Μπλουμ με την παράνοια αποτυπωμένη στο βλέμμα, θυμίζει κάτι από τον χαρακτήρα του "Ταξιτζή". Η όψη του αποκρουστική και το βλέμμα του δολοφονικό. Δεν αφήνει περιθώρια συμπάθειας από την πλευρά του θεατή. Όμως δεν είναι δυνατόν να σταματήσεις να τον παρακολουθείς όπως ο ίδιος είναι αδύνατον να πάψει να καταγράφει με αποκρουστικά κοντινά πλάνα, έναν στυγερό φόνο. Το δημοσιογραφικό του βλέμμα βρίσκεται στα όρια της ηδονοβλεψίας. Καταγράφει ένα σκηνικό φόνου με τέτοια ανυπομονησία και χαρά λες και είναι τα πρώτα βήματα του παιδιού του. Ο Jake Gyllenhaal επισήμως πλέον, αναγνωρίζεται ως ένας από τους καλύτερους Αμερικανούς και μη ηθοποιούς.

H κατάληξη της ιστορίας έχει απειλητικό χαρακτήρα για την ανθρώπινη κοινωνία καθώς διαπιστώνουμε ολοένα και πιο βαθιά πως εξαφανίζεται κάθε ίχνος ανθρωπιάς.. Ας κρατήσουμε αυτό που θέλει να υπογραμμίσει ο σκηνοθέτης, ότι "ο πραγματικός τρόμος δεν προέρχεται από τον ίδιο το Λου, αλλά από τον κόσμο που τον δημιούργησε και τον αντάμειψε στην πορεία". 

Υ.Γ. Ένα φιλμικό κείμενο που καταφέρνει να πει διαφορετικά πράγματα σε κάθε άνθρωπο. Όπως σχολιάζει και ο σκηνοθέτης "Ο στόχος είναι οι θεατές να αναγνωρίσουν ένα μέρος του εαυτού τους στον Λου και στον κόσμο μέσα στον οποίο κινείται". 

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 4/5

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

GOOD MORNING, VIETNAM (1988), Aφιέρωμα


Αμερικάνικη πολεμική κωμωδία, με στοιχεία δράματος, καθώς όταν γίνεται λόγος για ένα ευαίσθητο θέμα όπως αυτό του πολέμου, είναι αδύνατον να μην υπάρχει και το δραματικό κλίμα. Το 1987 λοιπόν, ο Barry Levinson επέλεξε τον Robin Williams για το ρόλο του Adrian Kronauer στην ταινία "Καλημέρα Βιετνάμ!", που είναι βασισμένη σε αληθινή ιστορία. 

Το «Καλημέρα, Βιετνάμ» χάρισε στον πρωταγωνιστή της, την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ -αλλά κέρδισε τη Χρυσή Σφαίρα, και μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές της καριέρας του. O ξεχωριστός κύριος Williams, άφησει πίσω τoυ μια λαμπρή καριέρα για την οποία θα τον θυμόμαστε πάντα. Είχε βραβευτεί με Όσκαρ Β' ανδρικού ρόλου το 1997 για την ταινία "Good Will Hunting", ενώ είχε προταθεί τρεις φορές για βραβείο Όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου. Είχε επίσης βραβευθεί με δύο βραβεία Έμμυ, έξι Χρυσές Σφαίρες, δύο βραβεία Σωματείου Ηθοποιών και τέσσερα βραβεία Γκράμι.

Είναι μια καθαρή ταινία ερμηνείας. Το σενάριο παρακολουθεί κυρίως τις κωμικές και μη στιγμές, του ραδιοεκφωνητή στο στρατιωτικό σταθμό της Σαιγκόν το 1965, όπου τα τολμηρά και αθυρόστομα προγράμματά του, φέρνουν σε αμηχανία το στρατιωτικό κατεστημένο. Ο Williams «όπλισε» τον DJ που αναλαμβάνει να ψυχαγωγήσει τους Αμερικανούς φαντάρους στις στρατιωτικές βάσεις του Βιετνάμ, με μια ασύλληπτη ενέργεια και μια γκάμα συναισθημάτων που ανεβοκατέβαιναν από τη φρενίτιδα στο βούρκωμα σε κάθε δεύτερη σκηνή της ταινίας. Σαν χαμαιλέοντας, αλλάζει και πηδάει από τη μια φωνή και από το ένα ύφος στο άλλο, μέσα σε δευτερόλεπτα. Η εκπληκτική και ξεκαρδιστική ερμηνεία του έχει το στυλ του stand-up comedy. Η σκηνοθεσία του δίνει άπλετο χρόνο με κοντινά πλάνα και τον αφήνει να κάνει τα μαγικά του. Από το δευτερόλεπτο που κάθεται μπροστά στο ραδιοφωνικό μικρόφωνο, ξεκινά ένας συνωστισμός, ένας πυρετικός σπασμός, από μιμήσεις και ατάκες.


Ετοιμόλογος με τους πάντες και τα πάντα, καταφέρνει να τον αγαπήσουν και να τον θαυμάσουν οι (ακομπλεξάριστοι) συνάδελφοί του. Χάρις το πανέξυπνο και διασκεδαστικό χιούμορ του, ο Adrian Kronauer,  οπλίζει τους γύρω στρατιώτες με δυνατό γέλιο και τους κάνει να αδημονούν για την κάθε πρωινή εκπομπή του. To παράδοξο όμως είναι πως δεν μας δίνεται καμία περαιτέρω πληροφορία για το παρελθόν του. Δεν μαθαίνουμε για τη θητεία του στον στρατό, ούτε αν έχει οικογένεια, είτε μια σταθερή δουλειά "πίσω στην πατρίδα". Πληροφορούμαστε  μόνο για το παρόν του. Ερωτεύεται μια νεαρή Βιετναμέζα και φθάνει μέχρι και να το παίξει καθηγητής αγγλικών ώστε να της τραβήξει την προσοχή. Μέσα στην τραγικότητα του πολέμου, δεν χάνει στιγμή το χιούμορ του ή τουλάχιστον κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να μην το χάσει. Εν τέλει, τον άνθρωπο-"χαρά της ζωής", τον τρώει η διχόνοια και ο κομπλεξισμός. Σαν να σου λέει πως οτιδήποτε έχει χαρμόσυνο χαρακτήρα, αυτό το μαύρο σαν το μαύρο που περικλείει τον πόλεμο...

To cast που πλαισιώνει  τον Williams, δεν είναι γεμάτο από φανταχτερά ονόματα-μια ακόμη απόδειξη για το ότι η ταινία είναι ένα One-man show. Ξεχωρίζουμε τον Forest Whitaker ("The last king of Scotland") ως τον κολλητό του Adrian στο στρατό αλλά και τον μεγαλύτερο θαυμαστή του.

Μια ταινία που σημείωσε μεγάλη εμπορική επιτυχία στις ΗΠΑ, ενδεχομένως γιατί ήταν η πρώτη ταινία για το Βιετνάμ που δεν στηρίζεται πάνω στο μοτίβο της ένοχης συνείδησης ή του συναισθήματος της ήττας. Παράλληλα, έχει τη θέση 100 στη λίστα "American Film Institute's 100 Funniest American Movies".

Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

John Wick κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Chad Stahelski, David Leitch
Ηθοποιοί:  Keanu Reeves, Bridget Moynahan, Willem Dafoe, Ian McShane, Jason Isaacs

Μια (ακόμη) ιστορία εκδίκησης και μια περιπέτεια δράσης που διαδραματίζεται σε μια αγνώριστη νυκτερινή Νέα Υόρκη, σε μια ταινία η οποία περιλαμβάνει στοιχεία μαύρου χιούμορ με πρωταγωνιστή τον γοητευτικό και λιγομίλητο Keanu Reeves. Ως συνταξιούχος εκτελεστής John Wick επιστρέφει στην ενεργό δράση για να εκδικηθεί αυτούς που δολοφόνησαν τον αγαπημένο του σκύλο και έκλεψαν το σπάνιο αυτοκίνητο του. 

Ο Keanu Reeves, που τον τελευταίο καιρό έχει αφιερωθεί στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο Man of Tai Chi, έφτασε 50 χρονών, κάτι που ομολογουμένως δεν του φαίνεται!Επιστρέφει λοιπόν με μια καταιγιστική περιπέτεια και αρνείται να αφήσει οτιδήποτε όρθιο στο πέρασμά του. Το θέμα πιστολίδι και ξύλο δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο για τον ίδιο -μπορούμε να πούμε πως το κατέχει κατά πολύ μάλιστα. Mε μια φιλμογραφία  που περιλαμβάνει την τριλογία Matrix, τα δύο κεφάλαια του Speed, και το Point Break, σίγουρα θα νιώθει σιγουριά και άνεση για τον κόσμο των ταινιών δράσης. Εδώ, εμφανίζεται μελαγχολικός, λιγομίλητος-κάτι που τον κάνει ακόμη πιο γοητευτικό και μυστηριώδη, και κυρίως αποφασισμένος για την εκδίκηση που έχει βάλει σκοπό να πάρει. Η ερμηνεία του σταθερή και στιβαρή.
Σιγουριά για το "τα παίρνω όλα σβάρνα"-δράση, δεν έχει μονάχα ο πρωταγωνιστής. Η πρώτη αυτή απόπειρα σκηνοθεσίας και των δύο συνεργατών, χαρακτηρίζεται από αυτοπεποίθηση καθώς φαίνεται να ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν όταν χτίζουν τόσο θεαματικές και άρτιες σκηνές δράσης. Διόλου τυχαίο αφού και οι δύο θεωρούνται βετεράνοι του είδους έχοντας εργαστεί ως κασκαντέρ για περισσότερα από 20 χρόνια. Ο  David Leitch έχει δουλέψει με τον Brad Pitt και τον αντικαθιστούσε σε ταινίες όπως "Fight Club", "Mr. and Mrs. Smith", και "Troy". Ο  Chad Stahelski εργαζόταν ως ντουμπλέρ για τον Μπράντον Λι (τον οποίο αργότερα αντικατέστησε) στο The Crow κι εκτέλεσε όλες τις σκηνές μάχης του Keanu Reeves  για την τριλογία των Matrix.  

Με τις περισσότερες σκηνές ανθρωποκυνηγητού να είναι γυρισμένες νύχτα και γεμάτες σκοτεινά χρώματα- ειδικά η σκηνή στο κλαμπ όπου κυριαρχεί το σκοτεινό μπλε και κόκκινο, είναι τέρμα γοητευτική και αγωνιώδης, το "John Wick" κερδίζει σε σασπένς. Εντυπωσιακό είναι και το επιλεγμένο soundtrack, που κάθε κομμάτι του ταιριάζει γάντι με αυτό που διαδραματίζεται στην κάθε σκηνή αντίστοιχα.

Μια ταινία λοιπόν, που θα αφήσει τους λάτρεις του είδους αρκετά ευχαριστημένους, αλλά όχι και τους πιο απαιτητικούς θεατές, για το λόγο του ότι δεν δείχνει κάτι το πρωτότυπο.

Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5