Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Louis Βunuel.


Ένα κείμενο με αφορμή την προβολή της ταινίας "Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας" από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ 3, τη Δευτέρα 30/3 στον κινηματογράφο "Αλέξανδρος".

Oι δεκαετίες του 1910 και 1920 αποτέλεσαν την περίοδο των "ιστορικών αβαγκάρντ", το ζενίθ του πειραματισμού στις τέχνες: ο ιμπρεσιονισμός στη Γαλλία, ο κονστρουκτιβισμός στη Σοβιετική Ένωση, ο εξπρεσιονισμός στη Γερμανία, ο φουτουρισμός στην Ιταλία, η μεξικάνικη σχολή της τοιχογραφίας στο Μεξικό, ο μοντερνισμός της Βραζιλίας και ο σουρεαλισμός στην Ισπανία και τη Γαλλία.

Όσον αφορά το κίνημα του σουρεαλισμού, οι εκπρόσωποι του πίστευαν πως ο κινηματογράφος είχε την υπερβατική δυνατότητα να απελευθερώνει αυτό που ήταν συμβατικά καταπιεσμένο, να αναμιγνύει το γήινο με το ονειρικό, το καθημερινό με το φανταστικό. Χρησιμοποιούσαν συγκεκριμένες κινηματογραφικές τεχνικές όπως η διπλοτυπία, το dissolve, και η αργή κίνηση, κάτι που ταιριάζει απόλυτα στην αναπαράσταση των ονείρων. Ο υπερρεαλιστικός κινηματογράφος, όντας ριζοσπαστικό κίνημα, παρήγαγε ταινίες που σαστίζουν και σοκάρουν ακόμη και σήμερα τους θεατές. Με αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό μας έρχεται στο νου το "Un Chien Andalou" (1929), μία ταινία μόλις 17 λεπτών, η οποία ήταν το πρώτο φιλμικό κείμενο με την υπογραφή του Louis Βunuel. Ο ίδιος αποκαλούσε τον "Ανδαλουσιανό σκύλο" -το σενάριο του οποίου συνυπέγραψε με τον Salvador Dali, ως "μια παθιασμένη έκκληση για φόνο". Επόμενη ταινία του Ισπανού κινηματογραφιστή ήταν η "Χρυσή Εποχή" το 1930. H "Χρυσή Εποχή" αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα του σουρεαλιστικού κινηματογραφικού ύφους- σε μια από τις σκηνές της μια γυναίκα αρχίζει να πιπιλάει μανιωδώς τα δάχτυλα των ποδιών ενός αγάλματος.

Ο Βunuel υπήρξε ένας από τους σκηνοθέτες που ήξεραν να αναμιγνύουν με λεπτότητα τον ονειρισμό και τον ρεαλισμό, ακόμη και σε ταινίες που δεν συνδέονται με το θαυμαστό στην κυριολεκτική του έννοια. Είχε υιοθετήσει αντίθετες θέσεις από τον αφηγηματικό κινηματογράφο του Hollywood αλλά και από τους ιμπρεσιονιστές σκηνοθέτες της αβανγκάρντ όπως ο L' Herber και ο Epstein. Εξέφρασε μάλιστα την απογοήτευσή του για τα δύο αυτά πρότυπα διότι όπως υποστήριζε, δεν εκμεταλλευόταν τις ανατρεπτικές δυνατότητες του μέσου και προέβαλλαν τα αστικά ερωτικά δράματα κάτι που στο μυαλό του επικρατούσε σαν "συναισθηματική μόλυνση". Παράλληλα υποστήριζε πως ο συμβατικός κινηματογράφος, είχε σπαταλήσει άσκοπα τη δυνατότητα του να δημιουργήσει μια επαναστατική, νευρώδη τέχνη που θα έδινε μορφή στην αυτόματη γραφή του κόσμου αφού είχε επιλέξει την αφηγηματική λογική και το αστικό ντεκόρ.

Yπήρξε καταγοητευμένος με τον υπερρεαλισμό και κατέληξε να μείνει στην κινηματoγραφική ιστορία ως ο διασημότερος κινηματογραφιστής του. Συνέχισε να δουλεύει το μοναδικό υπερρεαλιστικό του ύφος από το 1930 και για τα επόμενα 50 χρόνια, παρά το γεγονός ότι ο γαλλικός υπερρεαλισμός δεν ήταν πια βιώσιμος. Άλλα είδη με τα οποία είχε ασχοληθεί ο Ισπανός κινηματογραφιστής, ήταν το μελόδραμα ("Σουζάνα η διερφθαμένη", 1950), η ταινία δημιουργού ( "Τριστάνα", 1970). 

Ένα από τα θέματα που πρωταγωνιστούσaν στα έργα του ήταν και ο ερωτισμός. Σαν πιστός οπαδός του σουρεαλισμού όπως ήταν
ήξερε καλά να κρύβεται από την τότε λογοκρισία, μέσω των παραλλαγών του παθιασμένου έρωτα που παρουσίαζε στις ταινίες του.
H "Ωραία της Ημέρας" (1967), "Το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου" (1977), "Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας", αλλά και η "Χρυσή Εποχή" είναι αντίστοιχα παραδείγματα.

Η διαμονή του στη Γαλλία σηματοδότησε μία από τις σημαντικότερες στιγμές της καριέρας του. Τότε ήταν που δημιούργησε  μερικά από τα αριστουργήματα του όπως το "Η κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας" που κέρδισε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας, η "Ωραία της Ημέρας" η οποία τιμήθηκε εκτός των άλλων και με όσκαρ Ξενόγλωσσης, αλλά και το "Ημερολόγιο μιας καμαριέρας". Λιγότερο γνωστές, αλλά εξίσου σημαντικές ταινίες που γυρίστηκαν εκείνη την περίοδο, είναι ο "Γαλαξίας" και το "Φάντασμα της ελευθερίας".

"Το ημερολόγιο μιας καμαριέρας" (1964) που θα προβληθεί από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ 3, ήταν η πρώτη γαλλική ταινία του. Το σενάριο αποτελεί διασκευή του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μιρμπό, με αρκετές παραλλαγές. Η σημαντικότερη μετατροπή ήταν πως μετέφερε τη δράση, από τα τέλη του 19ου αιώνα στα 1930, στην εποχή της ανόδου των ακροδεξιών δυνάμεων στη Γαλλία. Πολιτικός στόχος του ήταν το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών του με τους σοβινιστές και αντιδραστικούς δεξιούς. Ο σκηνοθέτης ασχολείται με την απατηλή αρμονία της αστικής τάξης διαμέσου της προβληματικής αστικής οικογένειας. Σκιαγραφεί λεπτομερώς, από κοινωνική και πολιτική άποψη, τα πρόσωπα, ασχολούμενος επίσης με την ερωτική ζωή τους. Αξίζει να αναφερθεί πως ο τρόπος με τον οποίο κλείνει η ταινία, επανεισάγει καθοριστικά στη μυθοπλασία τον πολιτικό παράγοντα, και κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την επερχόμενη ισχυροποίηση των ακροδεξιών και φιλοφασιστικών δυνάμεων στη Γαλλία και την Ευρώπη.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου