Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Dracula Untold κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Gary Shore
Ηθοποιοί: Luke Evans, Charles Dance, Dominic Cooper, Sarah Gadon, Art Parkinson , Diarmaid Murtagh


Υπόθεση : Στην Τρανσυλβανία του 15ου αιώνα μια μεγάλη
 περίοδος ειρήνης υπό την ηγεμονία του Vlad Tepes III (Luke Evans) καταρρέει ύστερα από την παράλογη απαίτηση του Σουλτάνου Μεχμέτ ΙΙ (Dominic Cooper) να παραδώσει ο πρίγκιπας Vlad 100 αγόρια από το βασίλειο του στους Οθωμανούς ,προορίζοντας τους για γενίτσαρους, ως σύμβολο ειρήνης. Ο πρίγκιπας αρνείται να υπακούσει, γνωρίζοντας όμως ότι δεν έχει καμία ελπίδα ενάντια στον Οθωμανικό στρατό αποζητά την βοήθεια ενός αιμοδυψούς κτήνους που ζει παγιδευμένο στα σκοτάδια ενός σπηλαίου. Η συμφωνία που κάνει με τον βρικόλακα ίσως τον βοηθήσει να κερδίσει τον πόλεμο που θα ξεσπάσει, όμως όλα έρχονται με ένα αντίτιμο και μάλλον ο πρίγκιπας θα χάσει πολλά περισσότερα σε αντάλλαγμα.

Το “Dracula Untold” όπως τολμηρά παρουσιάζει ο τίτλος υπόσχεται να μας αποκαλύψει πτυχές του θρυλικού Vlad Dracul ,που δεν έχουν αποκαλυφθεί ποτέ πριν. Αυτό προσπαθούν να πετύχουν οι σεναριογράφοι με την παρουσίαση ιστορικών γεγονότων. Όμως, από κάποιο σημείο και μετά η ταινία ταλαντεύεται πάνω σε μια αόρατη κλωστή αναποφασιστικότητας ως προς το ύφος που ακολουθεί.

Αν λοιπόν πάτε στον κινηματογράφο με την εντύπωση ότι θα δείτε μια καινούργια παραλλαγή του Dracula του Francis Ford Coppola, θα σας απογοητεύσω. Η ταινία του Gary Shore είναι λιγότερο μια ταινία τρόμου και περισσότερο μια Χολιγουντιανή ταινία εντυπωσιασμού βασισμένη στα CGI (computer generated images) με ασαφή αφηγηματική προσέγγιση.

  Η σεναριακή προσέγγιση με την αφήγηση ιστορικών γεγονότων αρχικά δίνει μια φρέσκια τροπή στον κλασσικό μύθο του Dracula και σίγουρα ενθουσιάζει, στην συνέχεια όμως η ανάγκη για το θέαμα -που είναι ζητούμενο από μια εμπορική ταινία -αποπροσανατολίζει το σενάριο από την αρχική του προδιάθεση και δημιουργεί προβλήματα, καταφεύγοντας σε εύκολες λύσεις και γραφικούς χαρακτήρες (βλέπε σουλτάνο Μεχμέτ και Μινέρα).

Υπάρχουν δυο χαρακτήρες που δίνουν πολλά στην ταινία. Ο πρώτος είναι ο βρικόλακας που είναι καταδικασμένος να ζει στην σπηλιά ( Charles Dance) κοντά στο πρότυπο του Nosferatu (1922) που με την χρήση των ειδικών εφέ και του ήχου σε συνδυασμό με την πολύ καλή ερμηνεία του ηθοποιού δίνει αυθεντικά στοιχεία τρόμου στην ταινία.

Ο άλλος είναι ο πρωταγωνιστής Vlad (Luke Evans) ένας χαρακτήρας πολύ διαφορετικός από τον κλασσικό Δράκουλα που έχουμε συνηθίσει. Μπορεί η πιο συζητημένη ατάκα της ταινίας να είναι «κάποιες φορές ο κόσμος δεν χρειάζεται ακόμη έναν ήρωα, αλλά ένα τέρας» αλλά μέσα στην τραγικότητα του ο Vlad Tepes έχει όλα τα στοιχεία ενός ήρωα – αυτοθυσία, θάρρος και τόλμη – και η εξαιρετική ερμηνεία του Luke Evans καλείται να πάρει στους ώμους της μια ολόκληρη ταινία. 

Από την άλλη πλευρά ο ρόλος της γυναίκας του Vlad, Minera (Sarah Gadon) είναι ο ρόλος μιας γυναίκας γλάστρας, είναι σχεδόν ανύπαρκτη δίπλα στον Vlad  και υποκριτικά ακόμα περνάει χωρίς να ακουμπήσει. Οι cliché ρομαντικές ατάκες καθιστούν τον χαρακτήρα της μάλλον κωμικό σε πολλά σημεία!
Ο μικρός αξιολάτρευτος γιός του Vlad , Ingeras (Art Parkinson) αν και πολύ γλυκός δεν προκαλεί ιδιαίτερο ενδιαφέρον υποκριτικά.

Το σενάριο έχει πολλά κενά και δεν ακολουθεί μια σταθερή γραμμή αφήγησης με αποτέλεσμα να κουράζει. Ακόμα και όταν έχουμε την εντύπωση πως η πλοκή έχει δέσει και πάμε μπρος ολοταχώς προς την μεγάλη αναμέτρηση του Vlad με τον σουλτάνο η αφήγηση μοιάζει να κινείται αυτόματα και στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά η δράση.

Τα ειδικά εφέ είναι όντως εντυπωσιακά, π.χ. όταν ο Vlad μοιάζει να προχωράει ανάμεσα από ένα σμήνος νυχτερίδων.

Η σκηνοθεσία τώρα μοιάζει να είναι ένα κράμα μοντέρνου στυλ που της λείπει η ζωντάνια και κινηματογραφικών cliché. Η αρχική σεκάνς με τον γιό του πρίγκιπα Vlad, Ingeras (Art Parkinson) να αφηγείται σε voice over τα επιτεύγματα του πατέρα του ενώ βλέπουμε πολεμιστές να μάχονται σε slow motion φαντάζει κάπως άτεχνη και άκυρη για αρχή και κάπου προς το τέλος συνδέεται ως σχήμα κύκλου όταν βλέπουμε τον γιο να κάθεται στον θρόνο του πατέρα του ύστερα την λήξη της μάχης.

Η παρουσίαση των βρικολάκων στην ταινία από την μέση και μέχρι περίπου το τέλος με εντυπωσίασε και έλεγα τέλεια, μάλλον όμως βιάστηκα να χαρώ! Γιατί ο Vlad μεταμορφώνει κάποιους από τους υπηκόους του σε βρικόλακες και μια σκηνή μάχης μου θύμισε copy-paste από το Breaking Dawn!
Και ενώ λέω οκ μικρό το κακό , το παντελώς άκυρο τέλος (αλλά πολύ προβλέψιμο για μια ταινία με βρικόλακες που υπόσχεται sequel )με αποτελειώνει. Το τέλος βρίσκεται πολύ κοντά στην ταινία “Just Visiting” (2001) άμα δείτε το τέλος θα καταλάβετε τι εννοώ.

Μια ταινία που μπλέκει πολλά, με απίθανα εφέ και αδύναμο σενάριο. Οι πολύ καλές ερμηνείες ορισμένων ηθοποιών δεν μας αποζημιώνουν πλήρως για τα σεναριακά κενά. Μια ταινία καθαρά εμπορική και με στόχο τον εντυπωσιασμό που δεν κατορθώνει να παρουσιάσει κάτι καινούργιο όπως υπόσχεται.


Ιλόνα Αγγελίδου
Για το Film Critiques
Βαθμολογία : 1,5/5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου