Σκηνοθεσία: Andrew Haigh
Ηθοποιοί: Charlotte Rampling, Tom Courtenay, Geraldine James
To "45 Χρόνια" έχει μπει εδώ και μήνες, συγκεκριμένα από τότε που προβλήθηκε στο φεστιβάλ του Βερολίνου, δηλαδή τον Φεβρουάριο, στη λίστα "Ποιες ταινίες ανυπομονούμε να δούμε μέχρι το τέλος του 2015". Και έτσι έγινε, ένα βράδυ κατά τη διάρκεια του 21ου Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Αθήνας, "Νύχτες Πρεμιέρας".
Η απερίγραπτα όμορφη, μουντή αισθητική της ταινίας, δεν αργεί να εμφανιστεί. Η πρωταγωνίστρια Κate, έχει βγει πρωινή βόλτα με παρέα τον οικογενειακό τους σκύλο σε καταπράσινες εκτάσεις, εκεί όπου δεσπόζει η ηρεμία και η ομορφιά της φύσης. Εκεί όπου γίνεσαι ένα με τη φύση είτε βρίσκεται σε εκείνο ακριβώς το μέρος είτε το παρακολουθείς από μίλια μακριά καθισμένος-η σε μια θέση κινηματογραφικής αίθουσας. Και πως γίνεται αυτό? Όταν ο διευθυντής Φωτογραφίας γνωρίζει πολύ καλά τη δουλειά του και μπορεί να ξεχωρίσει και να γαντζωθεί από το αυθεντικό ύφος του αντίστοιχου σεναρίου. Στην περίπτωση των "45 Χρόνων" ο χαρακτήρας του σεναρίου είναι μουντός και νοσταλγικός και αυτό ακολουθείται πιστά από τη φωτογραφία.
Charlotte Rampling και Tom Courtenay (Βραβεία ερμηνείας στο Φεστιβάλ Βερολίνου) είναι οι Kate και Geoff της μεγάλης οθόνης. Οι ερμηνείες τους, συμπληρώνουν η μία την άλλη. Λιγομίλητες ως επί το πλείστον, κλιμακώνονται καθηλωτικά από σκηνή σε σκηνή όπως κλιμακώνεται και η σχέση του κινηματογραφικού ζευγαριού.
Ένα ζευγάρι γιορτάζει την επέτειο 45 χρόνων γάμου (στα 40 χρόνια ο Geoff έτυχε να παρουσιάσει ένα πρόβλημα υγείας οπότε αποφάσισαν να γιορτάσουν όταν φτάσουν στα "στρόγγυλα" 45 χρόνια). Όμως ενώ οι ετοιμασίες της γιορτής έχουν μπει στην τελική ευθεία και ενώ η Kate διαλέγει ποια μουσικά κομμάτια θα παίξει ο DJ της ξεχωριστής βραδιάς, ένα γράμμα με συνοδεία μια αμήχανη είδηση καταφθάνει και ταράζει την ομαλότητα των ημερών. Το επί πολλά χρόνια εξαφανισμένο, νεκρό σώμα ενός πρώην έρωτα του Geoff, βρέθηκε.
Το φιλμ μπορεί να χαρακτηριστεί και ως μια νέα οπτική στις σχέσεις, το γήρας, τη συγχώρεση, την ανασφάλεια και τα καλά θαμμένα μυστικά.
Το σενάριο, που υπογράφεται από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, παρουσιάζει τον φαινομενικά ακλόνητο έρωτα του ηλικιωμένου ζευγαριού που ζει αρμονικά έξω από την πόλη, ζουν έναν ενδιαφέρον και διόλου ρουτινιασμένο έγγαμο βίο, παρά τα πολλά χρόνια που κουβαλά στις πλάτες τους. Δύο άτομα, φανερά αγαπημένα, αλλά με τυπικές συμπεριφορές-ατάκες σε ορισμένα σημεία, και όπως αποδεικνύεται, δεν μοιράζεται τα πάντα ώσπου έρχεται και η αναπόφευκτη έκρηξη.
Έρχεται η ανατροπή, η δυσάρεστη έκπληξη και νιώθεις να
χάνεις τη γη κάτω από τα πόδια σου. Έχεις ζήσει πάρα πολλά (20,30,40) χρόνια με έναν άνθρωπο, έχεις μοιραστεί τον έρωτα σου, την αγάπη σου, νιώθεις πως πλέον τον γνωρίζεις καλά. Τελικά όχι. Κανένας αριθμός, καμία δεκάδα, δεν αρκούν ώστε να έχεις την πλήρη επίγνωση για αυτόν που έχεις απέναντί σου, ποιον αγάπησες. Είναι θέμα ατόμου το αν θα σε αφήσει να τον-την γνωρίσεις πραγματικά.
Ένα γεγονός μονάχα, ένα μυστικό, μπορεί να καταστρέψει μια σχέση και να σιγοσβήσει τη φλόγα της αγάπης.
H αναπόφευκτη έκρηξη για το κινηματογραφικό ζευγάρι τοποθετείται στην τρίτη πράξη. Με ξώφαλτσο τρόπο και απογοητευτικά γρήγορο κινηματογραφικό ρυθμό, όμως. Αρκεί ή μάλλον καλύτερα αρμόζει, ένα τέτοιο τέλος μπροστά στη δύναμη που καραδοκεί σιωπηλά ώσπου περιμένει την κατάλληλη στιγμή να ορμήσει, σε κάθε προηγούμενη σκηνή? Ναι μεν κόβει την ανάσα, αλλά δεν είναι αρκετό. Φαντάζει τόσο εύκολο μπροστά στην πολυπλοκότητα της κατάστασης που προηγήθηκε. Άξιζε περισσότερη λεπτοδουλειά στο σενάριο, ειδικά στην τελευταία σκηνή.
Τελικά, είναι όντως δύσκολο να είμαστε ειλικρινείς με τα συναισθήματα μας ή το κάνουμε εμείς να φαντάζει σαν άθλος?
Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 3/5
Σκηνοθεσία: Παντελής Καλατζής
Ηθοποιοί: Αλέξης Γεωργούλης, Γιώργος Κιμούλης, Γιούλικα Σκαφιδά, Γιώργος Χρανιώτης, Άκης Σακκελάριος, Κλέλια Ρένεση, Τάσος Νούσιας, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης
Οι ταινίες που ανήκουν στο είδος του μυστηρίου και θρίλερ είναι από αυτές που δυστυχώς εδώ στην Ελλάδα είναι εντελώς παραμελημένες, είτε διότι τις αποφεύγουν είτε δεν τολμούν να τις αγγίξουν. Για τα ελληνικά κινηματογραφικά δεδομένα λοιπόν, ο σκηνοθέτης Παντελής Καλατζής στέκεται επαρκής στο ρόλο του και παραδίδει μια αξιοπρεπή περιπέτεια μυστηρίου.
Στόχος των "Μαριονετών", σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, είναι να μας προκαλέσει προβληματισμό με τα ερωτήματα "Μήπως τελικά όλοι γινόμαστε, ενσυνείδητα ή μη, “μαριονέτες” και κρεμόμαστε από τα νήματα ενός συστήματος; Μήπως υποκινούμαστε και εξυπηρετούμε σκοπούς που δεν συνειδητοποιούμε; Μπορούμε να ξεφύγουμε ή παραμένουμε “μαριονέτες”;"
O Φίλιππος είναι δημοσιογράφος που ζει απομονωμένος σε κάποιο χωριό της Ελλάδας τα τελευταία έξι χρόνια. Η άγρια δολοφονία του αδελφικού φίλου και πρώην συνεργάτη του Στέργιου, ανατρέπει τη ζωή του ενώ την ίδια στιγμή ο ίδιος γίνεται ο επόμενος στόχος. Ψάχνοντας απαντήσεις, επιστρέφει στην Αθήνα, όπου κατά περίεργο τρόπο πολλοί τον βοηθούν στην αναζήτησή του. Είναι όμως τα στοιχεία που συλλέγει πραγματικά ή μια καλοστημένη παγίδα;
H, σαν Γόρδιος δεσμός, ιστορία του Φίλιππου ξετυλίγεται με ικανοποιητικές δόσεις σασπένς, με την κατάλληλη σκοτεινή ατμόσφαιρα χάρη στη φωτογραφία του Βαγγέλη Κατριτζιδάκη, με ένα χαοτικό ίσως σενάριο όπου όλοι μπλέκονται με όλους, αλλά κακά τα ψέματα κάτι τέτοιο είναι πολύ συνηθισμένο στις αντίστοιχες ταινίες του είδους. Επίσης, σημαντικό ρόλο στο χτίσιμο της μυστηριώδης ατμόσφαιρας έχει και η μουσική που είναι γραμμένη από τον Γιώργο Αλκαίο.
Η σκηνοθεσία για να φτάσει στο αποκορύφωμα του μυστηρίου αλλά και να ωραιοποιηθεί στα μάτια μας έχει δανειστεί μια από τις πιο εμβληματικές και καθηλωτικές σκηνές των χρονικών του κινηματογράφου, ο λόγος γίνεται για την αξεπέραστη σκηνή από τα «Μάτια ερμητικά κλειστά» του Stanley Kubrick, και καταφέρνει να την αποδώσει με αξιοπρόσεκτο τρόπο που μπορεί κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως ένας φόρος τιμής στον σπουδαίο σκηνοθέτη.
Παρόλα αυτά, στο χαοτικό σενάριο, οι ανακρίβειες και οι αφαιρετικές υπερβολές δεν αργούν να εμφανιστούν και να προκαλέσουν σύγχυση στο μυαλό των θεατών, γεγονός που σηματοδοτεί το μεγάλο αρνητικό του φιλμ ενώ παράλληλα φαίνεται να αδυνατεί να απαντήσει στα ερωτήματα που θέτει.
Παρασκευή Γιουβανάκη
Βαθμολογία 2.5/5
OLD CLASSIC, Κλασσικές ταινίες από το ’60 & πριν:
Broken Blossoms ή The Yellow Man and the Girl (1919)
Βωβό μελόδραμα δια χειρός D. W. Griffith που εξιστορεί την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού που ζει με τον βίαιο πατέρα της και κάποια στιγμή συνάπτει σχέση με έναν νεαρό Κινέζο πρόσφυγα, σε μια εποχή όταν το Λονδίνο ήταν ένα άκρως βάναυσο μέρος για να ζεις.
Δύσκολη συναισθηματικά ταινία, πράγμα λογικό αφού πραγματεύεται ένα εξίσου δύσκολο θέμα.
Περιέχει μια από τις συγκλονιστικότερες σκηνές στην ιστορία του Κινηματογράφου, η διάσημη σκηνή της ντουλάπας.
Οι ερμηνείες των ηθοποιών είναι συγκλονιστικές.
Σινέ-διασκέδαση για όλους:
Moonrise Kingdom (2012)
Ο πάντα πολύχρωμος και ερωτεύσιμος κόσμος του Wes Anderson, μας αφηγείται την ερωτική ιστορία ενός ανήλικου ζευγαριού την εποχή ενός καλοκαιριού, μέσα από τη δική του μάτια.
CINEFIL:
The Return (2003)
Aριστούργημα από τον Andrey Zvyagintsev.
Ύστερα από χρόνια απουσίας, ο αυταρχικός πατέρας δυο ανήλικων παιδιών επιστρέφει σπίτι και τα παίρνει για ένα ταξίδι με άγνωστο προορισμό. Road movie ενηλικίωσης ή ένα σχόλιο για την σύγχρονη Ρωσία όπως εύστοχα συνηθίζει να κάνει ο σκηνοθέτης. Μετά από αυτό, αξίζει να δείτε, το τελευταίο του δημιούργημα, το συγκλονιστικό "Leviathan".
SMALL DIAMONDS, αληθινά διαμάντια του παγκόσμιου κινηματογράφου:
The Elephant Man (1980)
Κάπου στην Αγγλία της βικτωριανής εποχής, ένας χειρουργός (Anthony Hopkins) συναντά έναν φριχτά παραμορφωμένο άντρα, ο οποίος επιβιώνει κάνοντας το τέρας σε διάφορα τοπικά πανηγύρια. Σιγά σιγά θα ανακαλύψει πίσω από αυτό το τερατόμορφο πρόσωπο κρύβονται πραγματικά συναισθήματα. Σε σκηνοθεσία David Lynch, το ''The Elephant Man'' ισορροπώντας προσεχτικά ώστε να μην πέσει στο κενό του μελοδράματος θίγει το πως αντιμετωπίζεται η διαφορετικότητα από την "ανθρωπότητα".
Ταινίες χωρίς διθυραμβικές κριτικές αλλά εμείς τις γουστάρουμε:
Scoop (2006)
Ο Woody Allen παραδίδει μια απολαυστική ταινία μυστηρίου με έξυπνο και πετυχημένο χιούμορ. Πρωταγωνιστούν οι Hugh Jackman και Scarlett Johansson.
Μετά τον θάνατο του, ένας δημοσιογράφος ξεγελάει τον χάρο, εμφανίζεται ως φάντασμα σε μια φοιτήτρια δημοσιογραφίας και τις αποκαλύπτει το όνομα ενός serial killer του Λονδίνου…
Καλή προβολή!
Παρασκευή Γιουβανάκη
Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος
Ηθοποιοί: Colin Farrell, Lea Seydoux, Ben Whishaw, Rachel Weisz, John C. Reilly, Olivia Colman, Ariane Labed, Aγγελική Παπούλια

Σε ένα δυστοπικό, κοντινό μέλλον ο David ένας σύζυγος που μόλις τον παράτησε η γυναίκα του, αναγκάζεται από με τους κανόνες της Πόλης, να ζήσει σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο για 45 μέρες. Σκοπός της διανομής αυτής δεν είναι 45 μέρες ξέγνοιαστων διακοπών, ώστε να ξεφύγει το μυαλό από τον πόνο που προφανώς βιώνει, αλλά το να βρει άλλο ταίρι μέσα σε ούτε καν ένα μήνα. Αν δεν τα καταφέρει, είναι εξίσου αναγκασμένος να μεταμορφωθεί σε ένα ζώο. Ο David επιλέγει, διόλου τυχαία, να μεταμορφωθεί σε αστακό. Τον επιβραβεύει για αυτό η αρχηγός της διοίκησης του ξενοδοχείου. Στο Ξενοδοχείο συναντάει μια εντελώς άκαρδη, που γουστάρει πόνο και θάνατο, γυναίκα, αλλά και μια καλοσυνάτη καμαριέρα. Συναντάει επίσης έναν ψευδό άντρα που δεν περιμένει από άλλο άτομο (του ίδιου ή του αντίθετου φύλου) να τον ευχαριστήσει αλλά το κάνει μόνος του, και έναν νεαρό που κουτσαίνει και κάνει τα αδύνατα δυνατά να αποκτήσει ταίρι μέσα σε αυτήν την περιορισμένη περίοδο. Υπάρχει όμως και το Δάσος. Εκεί ο David θα συναντήσει τη δογματική και σκύλα αρχηγό του, αλλά και μια γυναίκα που θα του τραβήξει τόσο το βλέμμα όσο και την καρδιά.
Αυτοί είναι οι χαρακτήρες και αυτή είναι η νέα ταινία του Γιώργου Λάνθιμου ("Κυνόδοντας", "Άλπεις") η οποία και κέρδισε το Ειδικό Βραβείο Επιτροπής στο φετινό, 68ο Φεστιβάλ Καννών. Η πρωτότυπη, αλληγορική και σαδιστική (πάντα), περίεργα ρομαντική και μαυροχιουμοριστική απόπειρα του σκηνοθέτη να μας εξηγήσει τι είναι αγάπη, τι αυτοθυσία και αν η ανθρώπινη κοινωνία σέβεται και αγαπά το βασικότερο στοιχείο της, τον άνθρωπο, σηματοδοτεί το αγγλόφωνο ντεμπούτο του.
Το σενάριο (που συνυπογράφει ο σταθερός συνεργάτης του Λάνθιμου, Ευθύμης Φιλίππου) επέλεξε έναν ευφυέστατο τρόπο για να προσεγγίσει το θέμα του που είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Τι μπορεί να κάνει κάποιος για το άτομο που υποστηρίζει πως νοιάζεται?
Οι κανόνες για το ποιον και αν γίνεται να αγαπάμε, πότε και πόσο θα τον αγαπάμε, όλα σε μια ζυγαριά. Και πάνω από όλα η μοναξιά σκοτώνει ή μας μεταμορφώνει σε κάποιο ζώο (προοπτική που μερικούς δεν θα μας ενοχλούσε ιδιαίτερα).
Το "Ξενοδοχείο", που αυτό τον καιρό αντιμετωπίζει "τεχνικά προβλήματα" για την περίπτωση "bisexual"- ή το ένα θα δηλώσεις ή το άλλο, αλλιώς δεν γίνεται πως να το κάνουμε δηλαδή (ξεκάθαρα ένα από τα εξυπνότερα σημεία της ταινίας), δεν διαφέρει και πολύ από την πραγματικότητα που ζούμε. Ούτε το "Δασός". Ούτε η "Πόλη".
Ζούμε και θα ζούμε σε μια κοινωνία που μας σκλαβώνει με ηλίθιους κυρίως κανόνες και στερεότυπα για το πως να χτίσουμε τη ζωή μας, πολλές φορές "για το καλό μας". Και αυτό μας έχει οδηγήσει στο να είμαστε ολοένα και πιο ατομικιστές, σταρχιδιστές και να δημιουργούμε λυκοφιλίες.
Αυτό, με αλληγορικό τρόπο θέλει να δείξει το φιλμ.
Παράλληλα, παρακολουθώντας το αλλά και μεγαλώνοντας στη ζωή, συνειδητοποιείς πως κάθε μορφή εξουσίας είναι αδύνατον να μην ξεφύγει από την παράνοια και τα όρια που χαρακτηρίζουν τον ανθρώπινο σεβασμό.
Αξεπέραστος ο Colin Farrel σε ρόλο πραγματικά έκπληξη.
Διαρκώς με "φλώρικη" έκφραση και περικυκλωμένος από μια αμηχανία που προδίδεται ακόμη και από τις κινήσεις του σώματος του είναι άκρως απολαυστικός και αξίζει μια υποψηφιότητα για κάποιο βραβείο ερμηνείας-ας τον δουν και οι των Oscar που τα τελευταία χρόνια έχουν κολλήσει με τους ίδιους και τους ίδιους (βλ Bradley Cooper). Και η γυναίκα στο "Δάσος", Rachel Weisz ταιριάζει απόλυτα στον κόσμο των "Μοναχικών"-και παραμένει πάντα όμορφη ακόμη και χωρίς make up.
Όλο το καστ που πλαισιώνεται από εξαιρετικούς ηθοποιούς φαίνεται να έχει ρουφηχτεί από το σύμπαν του "Αστακού". Ένα σύμπαν που έχει χτιστεί αισθητικά περίφημα τόσο από τις σκηνοθετικές οδηγίες όσο και από την πανέμορφη φωτογραφία του Θύμιου Μπακατάκη.
Βαθμολογία 4/5
Παρασκευή Γιουβανάκη
Σκηνοθεσία: Paolo Sorrentino
Ηθοποιοί: Michael Caine, Harvey Keitel, Rachel Weisz, Paul Dano, Jane Fonda
«Μόνο τα συναισθήματα μας έχουν μείνει».
Ίσως αυτή είναι η πηγή έμπνευσης του σκηνοθέτη για το νέο του δημιούργημα. Μια ταινία που μήνες τώρα, τόσο με τις φωτογραφίες της όσο και με το τρέιλερ της, μας έκανε να αδημονούμε. Με οδηγό αυτήν τη φράση λοιπόν, ο σκηνοθέτης-στυλίστας, ξεκινά την αφήγηση των εξωτικών διακοπών δύο των ηλικιωμένων πλέον φίλων, Φρεντ και Μικ, αλλά και μια απόπειρα στο να κατανοήσει ο ίδιος αλλά και εμείς, την σημαντικότητα του να περνά ανεκμετάλλευτα ο χρόνος.
Ο Φρεντ, διάσημος συνθέτης και μαέστρος, είναι πια συνταξιούχος και δεν έχει καμία πρόθεση να επιστρέψει στην σκηνή, παρά τις πιέσεις της βασίλισσας Ελισάβετ. Ο σκηνοθέτης Μικ, από την άλλη, δουλεύει ακόμη και οραματίζεται τη νέα του ταινία, την οποία και ονειρεύεται ως το αποκορύφωμα της καριέρας του. Οι δύο παλιοί φίλοι ξέρουν ότι ο χρόνος τους είναι μετρημένος και αποφασίζουν να αντιμετωπίσουν το μέλλον μαζί.
Μια παρέλαση από μεγάλα και γνωστά ονόματα είναι η "Νιότη", με τον Michael Caine στον κεντρικό ρόλο, να δίνει σίγουρα μια από τις καλύτερες του ερμηνείες. Ενώ δίπλα του, ο "κολλητός" του, Harvey Keitel, ίσως και να περνούσε απαρατήρητος αν δεν έβριζε τόσο όταν μιλούσε...
Η Rachel Weisz, η κόρη του κινηματογραφικού Caine, στέκεται άνετη στον όχι ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο της, σίγουρα το διασκεδάζει και μαζί με τον "πατέρα" της έχουν δημιουργήσει όμορφη χημεία. Ο νεαρός Paul Dano που έχει αποδείξει πολλάκις το υποκριτικό του ταλέντο, εδώ είναι μεν απολαυστικός και τραβάει το βλέμμα αλλά ο μικρός του ρόλος δεν του δίνει περιθώρια για κάτι παραπάνω έτσι και νιώθουμε πως υποκριτικά μας λείπει.
Η κινηματογράφηση και το στήσιμο ολόκληρης της "Νιότης" είναι λίγο να χαρακτηριστεί ως πανέμορφη. Με λυρισμό, με την αισθησιακή, φυσική ομορφιά των Άλπεων (την οποία και εκμεταλλεύεται σωστά όχι μόνο ο σκηνοθέτης αλλά και ο πάντα διευθυντής φωτογραφίας του, ο Luca Bigazz), ντύνονται όλες οι σκηνές. Τα πλάνα και τα κάδρα, στυλιζαρισμένα και εντυπωσιακά όπως είναι θυμίζουν το λιγότερο πίνακες ζωγραφικής. Η επιδεικτικότητα του Sorrentino συνεχίζεται και με την αριστοτεχνική μείξη εικόνας και ήχου σε όλο το μήκος της ταινίας (μερικές εκ των οποίων θυμίζουν video clip).
Το σενάριο είναι εμπλουτισμένο με πετυχημένες δόσεις χιούμορ αλλά και με μουσικότητα (η μουσική αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά των ταινιών του σκηνοθέτη άλλωστε) καθώς ο κεντρικός του ήρωας είναι ένας επιτυχημένος συνθέτης κλασικής μουσικής. Ο David Lang υπογράφει το soundtrack του φιλμ στο οποίο περιλαμβάνονται κομμάτια όπερας αλλά και pop επιτυχίες (Paloma Fαith που εμφανίζεται και στην ταινία σε σκηνή-βίντεο κλιπ που μάλλον θα αφήσει πικρή γεύση σε πολλούς).
H "Νιότη" είναι σίγουρο πως έχει υιοθετήσει την "Τέλεια Ομορφιά". Σε απορροφά και χάνεσαι μέσα στην απέραντη ομορφιά του κάθε της πλάνου.
Φτάνεις όμως σε σημείο να αναρωτηθείς αν σου αρκεί αυτό καθώς νιώθεις ένα συναισθηματικό κενό και τότε θυμάσαι πως η επιφανειακή ομορφιά και καθετί άλλο που στέκεται μονάχα στην επιφάνεια, είναι κάτι το λίγο.
Βαθμολογία 2.5/5
Παρασκευή Γιουβανάκη