Από τις ελάχιστες ταινίες που ανήκουν στο είδος της κωμωδίας που οδηγήθηκαν στον δρόμο των Όσκαρ και μάλιστα τιμήθηκαν με αυτό της Καλύτερης ταινίας. Απολαυστική, έξυπνη και με υπέροχες ερμηνείες.
- H Τζ. Ντεντς κέρδισε το Όσκαρ Β' Γυναικείου, ως Βασίλισσα Ελισάβετ, αν και η παρουσία της στην οθόνη δεν ξεπερνούσε τα 6 λεπτά σε τέσσερις συνολικά σκηνές. Αυτή είναι η δεύτερη πιο μικρή σε διάρκεια ερμηνεία που κέρδισε το συγκεκριμένο βραβείο με μικρότερη όλων την ερμηνεία της Μπεατρίς Στρέιτ στο «Δίκτυο» (1976), που διαρκούσε μόλις πέντε λεπτά.
- Στην πρώτη σκηνή βλέπουμε τον Σαίξπηρ να σκίζει χειρόγραφες σελίδες, να τις κάνει μπάλες και να τις πετά προς διάφορες κατευθύνσεις στο δωμάτιό του. Τα σημεία όπου πέφτουν οι χάρτινες μπάλες δεν είναι τυχαία επιλεγμένα, αλλά αυτοαναφορικά στα έργα του συγγραφέα. Η πρώτη μπάλα πέφτει δίπλα από ένα κρανίο (αναφορά στον «Άμλετ»), ενώ η δεύτερη προσγειώνεται σε ένα σεντούκι (αναφορά στον «Έμπορο της Βενετίας»).
- Η ταινία κέρδισε συνολικά 7 Όσκαρ, ανάμεσα τους και αυτό της Καλύτερης ταινίας, κερδίζοντας το ρεκόρ για ταινία που τιμήθηκε με τα περισσότερα αγαλματάκια, αλλά όχι το βραβείο σκηνοθεσίας. Εκείνη τη χρονιά είχε κερδίσει ο Στίβεν Σπίλμπεργκ για τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν».
- Η Paltrow είχε βρει τυχαία το σενάριο του «Ερωτευμένου Σαίξπηρ» στο γραφείο της Γουινόνα Ράιντερ και τη ρώτησε αν μπορούσε να το διαβάσει. Τελικά, κέρδισε το ρόλο χωρίς καν να ομολογήσει το ενδιαφέρον της στη φίλη της. Φυσικά η φιλία τους έληξε εκεί. Ο εγωισμός της Paltrow την οδήγησε στο Όσκαρ Α' Γυναικείου ρόλου.
- Η Kare Winslet απέρριψε το ρόλο της Βαιόλα μετά την τεράστια επιτυχία του «Τιτανικού» (1997). Αντί αυτού προτίμησε την ταινία της Τζ. Κάμπιον «Ιερός Καπνός» (1999).
- Ο Ben Afflect δέχτηκε τον ρόλο του μόνο και μόνο για να βρίσκεται κοντά στην Πάλτροου, την τότε σχέση του.
- H Τζούντι Ντεντς είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ με το πανομοιότυπο σκηνικό για το Θέατρο του Ρόδου που δημιουργήθηκε για τις ανάγκες του φιλμ, που η Miramax της το χάρισε μετά το τέλος των γυρισμάτων. Το Variety αναφέρει πως στις αρχές του 1999, η ηθοποιός έψαχνε χρηματοδότηση ώστε να μετατρέψει το αντίγραφο σε κανονική θεατρική σκηνή.
- To 1998 έμεινε στην κινηματογραφική ιστορία ως η μοναδική χρονιά όπου δύο ηθοποιοί υπήρξαν υποψήφιοι για τον ίδιο χαρακτήρα σε δύο διαφορετικές ταινίες: η Τζούντι Ντεντς και η Κέιτ Μπλάνσετ για το ρόλο της Βασίλισσας Ελισάβετ Α' στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ» και το «Elizabeth» (1998) του Σεχάρ Καπούρ, αντίστοιχα.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός πως ο Τζόζεφ Φάινς υποδύθηκε τον εραστή και στις δυο ταινίες, ενώ ο Τζέφρεϊ Ρας υποδύθηκε τον θεατράνθρωπο στον «Ερωτευμένο Σαίξπηρ», τον μυστηριώδη συμβουλάτορα στο «Elizabeth» και υπήρξε υποψήφιος για BAFTA και για τις δυο ερμηνείες του, κερδίζοντας τελικά για το «Elizabeth».
- Οι Τζόντι Φόστερ, Έλεν Χαντ, Νικόλ Κίντμαν, Νταϊάν Λέιν, Μισέλ Φάιφερ, Ρόμπιν Ράιτ, Μέγκ Ράιαν και Ντέμπρα Γουίνγκερ ήταν επίσης υποψήφιες για το ρόλο της Βαιόλα, Όπως και η Κιμ Μπέισινγκερ, που απορρίφθηκε λόγω... ηλικίας, πράγμα περίεργο αν αναλογιστεί κανείς πως άλλη προτεινόμενη ήταν 5 χρόνια μεγαλύτερη της.
- Περίπου έξι χρόνια πριν τη δημιουργία της ταινίας, η Julia Roberts πέρασε από καστ για το ρόλο της Βαιόλα και ταξίδεψε μέχρι τη Μ. Βρετανία με σκοπό να πείσει τον Ντάνιελ Ντέι-Λιούις να αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Λιουίς τελικά αρνήθηκε καθώς προτίμησε τον ρόλο στο «Εις το Όνομα του Πατρός» (1993). Τα στούντιο της Universal παράτησαν το πρότζεκτ λόγω μη εναλλακτικής πρότασης. Χρόνια μετά ο Τζόζεφ Φάινς ήταν ο μόνος ηθοποιός που πέρασε από καστ για τον ρόλο του Σαίξπηρ.
Παρασκευή Γιουβανάκη
“Ενάμιση χρόνο παίρνει να φύγει ένα τατού. Αφού πεθάνεις”.
Αυτό και άλλες αλήθειες και πραγματικότητες, όπως “οι κακοί δεν χάνουν”, ξεστομίζει αβίαστα η νέα ταινία του Γιάννη Σακαρίδη. Ένας κινηματογραφιστής που πλέον μας έχει κάνει γνώριμη την ρεαλισιτική μα και ανθρώπινη ματιά του. Αυτή τη φορά, έχοντας στήσει ένα έγχρωμο νεονουάρ που τοποθετείται στην αθηναϊκή Πλατεία Αμερικής του 2016, έφθασε να διεκδικεί τον Χρυσό Αλέξανδρο στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ενώ κέρδισε το βραβείο για το καλύτερο μοντάζ από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου.
Στη μοντέρνα «Κασαμπλάνκα» των καιρών μας, Πλατεία Αμερικής, συναντιούνται ο Μπίλλη, ένας rock ’n’ roll σαραντάρης tatto artist, ο Τάρεκ, πρόσφυγας από την Συρία με τη δεκάχρονη κόρη του, κι ένας μπανάλ ρατσιστής, ο Νάκος. Το μοιραίο λάθος του Νάκου γίνεται η αφορμή ν’ ανατραπούν τα σχέδια του Τάρεκ, αλλά και η μοίρα του
Μετά την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, “Wild Duck”, ασχολείται και πάλι ως επί το πλείστον με μια αθηναϊκή αστικού περιβάλλοντος, δηλαδή με μια μικρή ομάδα ανθρώπων, την αλληλεπίδραση μεταξύ τους και με τον έξω κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, ένας από τους κατοίκους της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην Πλατεία, ο 38αρης Νάκος, τα βάζει με τους “ξένους” που γεμίσανε την “Πλατεία του”. Τον υποδύεται ο Μάκης
Παπαδημήτριου δίνοντας μια μεστή ερμηνεία τόσο μέσα στο πλάνο όσο και από “έξω”, καθώς ακούμε συχνά voice over του (ένα ακόμη στοιχείο του σκοτεινού κινηματογραφικού είδους “film noir”), που προδίδουν, άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε χωρίς, τις επικίνδυνες σκέψεις του.
Mεστή ερμηνεία δίνει και ο συμπρωταγωνιστής του, Γιάννης Στάνκογλου, που υποδύεται τον τατουατζή “Μπίλλη” ο οποίος “δεν κατάφερε να φύγει”, με την πάντα στιβαρή παρουσία του.
Διακρίνονται και κάποιες σεναριακές ευκολίες ώστε να ενωθούν οι ιστορίες των χαρακτήρων μεταξύ τους, όμως αυτό δεν χαλάει την εικόνα του σκληρού ρεαλισμού που έχει ήδη δημιουργηθεί. Ούτε αναιρεί την αφηγηματική δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη καθώς το αίσθημα της αγωνίας για την κατάληξη των ηρώων, δεν φεύγει.
Ο σκηνοθέτης/συνσεναριογράφος της θέλει να μας χώσει στον κόσμο της ταινίας του, στον κόσμο της “Πλατείας”, έναν κόσμον που εμείς ως κάτοικοι της χώρας αυτής, δεν αργούμε καθόλου να γνωρίσουμε αλλά και να τον νιώσουμε σαν τσιμπιά στο πετσί μας ώστε να μας προσγειώσει στην πραγματικότητα του/μας.
Παρασκευή Γιουβανάκη
Bαθμολογία 3/5
O Oυίλιαμ Ολντρίντ, είναι ένας διάσημος θεατρικός σκηνοθέτης -κάτι που γίνεται φανερό στην πρώτη αυτή κινηματογραφική σκηνοθεσία του. Στην παρθενική του μεγάλου μήκους λοιπόν, καταφέρνει να μας αποδείξει πως με όπλο μονάχα τον μινιμαλισμό, είναι υπεραρκετό για να εκφράσεις όσο χρειάζονται, δίχως περιττούς ψευτοεντυπωσιασμούς.
Αρκεί μονάχα ένα…μπλε φόρεμα.
Συλλαμβάνοντας αβίαστα, μα με απόλυτη ακρίβεια, λεπτές ψυχολογικές, συναισθηματικές και κοινωνικές αποχρώσεις, αυτό το κομψό, εντυπωσιακό φιλμ λαμβάνει χώρα στην αγγλική εξοχή του 1865. Η Κάθριν ασφυκτιά μέσα στο γάμο της μ’ έναν πικρόχολο άνδρα που έχει τα διπλά της χρόνια και μια ψυχρή, αμείλικτη οικογένεια. Όταν μπαίνει σε μια παθιασμένη σχέση μ’ έναν νεαρό εργάτη που δουλεύει στο κτήμα του συζύγου της, ξυπνά μέσα της μια αδάμαστη δύναμη, τόσο ισχυρή, που δεν θα καταλαγιάσει αν δεν πετύχει αυτό που θέλει.
Μέσα σε λιγότερο από 90 λεπτά, κατορθώνει την επαρκή εξιστόρηση της ζοφερής και τραγικής ιστορίας της νεαρής ηρωίδας Κάθριν, που τολμά και τα βάζει με τον πατριαρχισμό με ανορθόδοξους και ακραίους τρόπους μεν αλλά η πικρή αλήθεια είναι πως πολλές φορές είναι απαραίτητο να φτάσεις στα άκρα για να καταφέρεις να ακουστείς. Ο μινιμαλισμός αλλά και το μαύρο χιούμορ που χρησιμοποιεί ανά στιγμές ο δημιουργός, ανυψώνονται σαν γροθιά μέσα στις σκηνές, φυσικά απροσδόκητα, με στόχο το πρόσωπο του εξευτελιστικού καθωσπρεπισμού εκείνης και όχι μόνο, της εποχής.
Ο δημιουργός επιλέγει κοφτό και με ασυνέχειες μοντάζ, ώστε να επιτείνει τη δράση και ειδικά το σασπένς που γεννιέται από το γεμάτο ανατροπές και ορισμένες έξυπνες αλλαγές σε σύγκριση με τη νουβέλα, σενάριο.
Florence Pugh είναι το όνομα της πρωταγωνίστριας το οποίο καλό είναι να το κρατήσουμε στην κινηματογραφική μας μνήμη , αφού την είδαμε και τη θαυμάσαμε σε αυτή, τη μόλις δεύτερη ταινία της. Σκοτεινή και λιγομίλητη, δίνει μια στιβαρή ερμηνεία με μια διαρκή ειρωνεία και απειλή στο βλέμμα της, που είναι και τα ακριβή στοιχεία που εκφράζουν την ηρωίδα της. Κινείται απειλητικά όχι μόνο σε εσωτερικούς αλλά και σε εξωτερικούς χώρους (το απέραντο λιβάδι φαντάζει ένας μικρός θάμνος μπροστά της), με το εντυπωσιακό μπλε φόρεμα της να την τοποθετεί όχι μόνο στο κέντρο του πλάνου αλλά και της προσοχής μας. Ερμηνευτικά αξιοπρόσεχτη είναι και η πρωτοεμφανιζόμενη Naomi Ackie, η σεναριακή Anna, που με τη συγκρατημένη ερμηνεία της είναι η ανύμπορη να αντιδράσει με όλα αυτά που βλέπει να συμβαίνουν γύρω της, οικιακή βοηθός.
Μια διαφορετική ιστορία εποχής που αξίζει την προσοχή μας.
Παρασκευή Γιουβανάκη
Το πρώτο έργο των “Daniels” μπορεί να περιγραφεί μέσα σε 4 λέξεις μόνο: πρωτότυπο, έξυπνο, ευαίσθητο, ξεκαρδιστικό.
Α, και σίγουρα δεν θα σε κάνει να σκεφτείς “Ωχ πάλι τα ίδια;!”.
Έρχεται από το φεστιβάλ που όλοι-ες εμπιστευόμαστε, το Sundance όπου έκανε (καλό και κακό) πάταγο, να μας “ταράξει και στη Θεσσαλονίκη, στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου.
Σε περισσότερα λόγια είναι μια «γκόνζο» κωμωδία και μαζί μια buddy movie δια χειρός δύο επιφανών σκηνοθετών βιντεοκλίπ και διαδραστικών ταινιών, πότε παράλογη και πότε συναισθηματική, πότε πνευματώδης και πότε μύχια, και πάλι από την αρχή.
Ο Χανκ είναι χαμένος στην ερημιά κι έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να επιστρέψει σπίτι. Ώσπου κάποια μέρα όλα αλλάζουν, όταν ένα πτώμα με το όνομα Μάνι ξεβράζεται στην ακτή. Οι δυο τους γίνονται κολλητοί και ξεκινούν για μια επική περιπέτεια που θα ξαναφέρει τον Χανκ στην αγκαλιά της γυναίκας των ονείρων του.
Το κάφρικο χιούμορ σε όλο του το μεγαλείο. Γελάς με τη ψυχή βλέποντας τις κωμικοτραγικές και εντελώς παράλογες καταστάσεις (νεκρό σώμα που κλάνει ασύστολα, αλήθεια τώρα;) που εξελίσσονται μπροστά στα μάτια σου. Τούτες οι κωμικοτραγικές καταστάσεις όμως δεν είναι τυχαίες ή απλά άκυρες ώστε να γελάσουμε, τουλάχιστον οι περισσότερες από αυτές. Μέσα από το πνευματώδες χιούμορ του φιλμ, “ακούγονται” οι φωνές της φιλίας, της αγάπης, της αφοσίωσης. Οι σκηνές δεν αφηγούνται απλά τα γεγονότα, αλλά τα δείχνουν με τέτοιο τρόπο ώστε να γελάς αλλά ταυτόχρονα να σε πιάνει ένα περίεργο feeling ότι εδώ κάτι σημαντικό υπάρχει (αλλά φαινομενικά, κρύβεται). Η αχαλίνωτη φαντασία των δημιουργών που βάζει για πρωταγωνιστή έναν πεθαμένο, μιλά για της αξίες της αγάπης, του έρωτας και της φιλίας όπως μια κλασική ρομαντική ταινία που έχει για πρωταγωνιστές…ζωντανούς ήρωες.

Στους δύο πρωταγωνιστικούς ρόλους βλέπουμε το δίδυμο Paul Dano-Daniel Radcliffe, να δίνουν δύο αξεπέραστες ερμηνείες και να το γουστάρουν τρελά που τους δόθηκαν οι αντίστοιχοι ρόλοι. Ο δεύτερος, που όλοι και όλες μας τον μάθαμε μέσα από τον ρόλο του ως ο αγαπημένος μαθητευόμενος μάγος Harry Potter, κάνει ότι περνά από το χέρι του να βγάλει επιτέλους αυτήν την (κινηματογραφική) “κάπα” από πάνω του και να αποδείξει πως μπορεί να “παίξει” και με κάτι άλλο εκτός από σκουπόξυλα. Και εδώ, μας δίνει την τρανταχτή απόδειξη.
Αν και κάπου προς τα τελευταία του…η ταινία, όχι το πτώμα του Radcliffe, φαίνεται να ξεφεύγει από τα κάφρικα χωρίς στάνταρ κατεύθυνση μονοπάτια και να κατευθύνεται προς εκείνα να πιο περπατημένα και πιο ασφαλή, παραμένει ένα έργο-ελβετικός σουγιάς.
Μπορεί και σου προσφέρει (σχεδόν) τα πάντα.
Παρασκευή Γιουβανάκη
Mετά τη βράβευση στο 69ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, το ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Στέργιου Πάσχου έρχεται να διαγωνιστεί αλλά και να κάνει την πρεμιέρα του στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
To «ΑΦΤΕΡΛΩΒ» του Στέργιου Πάσχου με τους Χάρη Φραγκούλη και Ηρώ Μπέζου είναι μια αστεία, συγκινητική και καυστική μετα-ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων που αρνούνται να μεγαλώσουν με το φιλμ να παρακολουθεί την απέλπιδα προσπάθεια ενός ζευγαριού για επικοινωνία. Αποκλεισμένοι και έγκλειστοι, αγκαλιά με λέξεις που περισσεύουν αλλά δεν φτάνουν για να εκφράσουν την ταραχή τους, περικυκλωμένοι από αναμνήσεις και ανήμποροι να εξηγήσουν αυτό που τους συμβαίνει, οι δυο ήρωες ξεκινούν μια αθώα βόλτα στην εξοχή για να συνειδητοποιήσουν πολύ γρήγορα πως έχουν χαθεί σ’ ένα αφιλόξενο κι ανεξερεύνητο δάσος.

Είναι καλοκαίρι, η Αθήνα βράζει, αλλά ο τριαντάχρονος Νίκος δροσίζεται στα βόρεια προάστια, πίνοντας κοκτέιλ δίπλα στην πισίνα. Η πισίνα δεν είναι δική του, αλλά του Σταύρου, που έχει ζητήσει από τον Νίκο να προσέχει το σπίτι και τη Λέιλα –τον σκύλο του– για το καλοκαίρι. Η ευκαιρία μοιάζει μοναδική στον άφραγκο μουσικό, που αποφασίζει να καλέσει εκεί την πρώην κοπέλα του, Σοφία, για ολιγοήμερες διακοπές στην πόλη. Όταν όμως η ανυποψίαστη Σοφία καταφτάνει, οι διακοπές στον παράδεισο βγαίνουν εκτός τροχιάς. Ο Νίκος την κλειδώνει στο στούντιο του σπιτιού, αποφασισμένος να μην την αφήσει να φύγει, αν δεν μάθει τους λόγους για τους οποίους χώρισαν. Γιατί; Επειδή ακόμα δεν έχει καταλάβει. Κι αν δεν την καταλάβει, πώς θα την ξεπεράσει; Εγκεφαλικά. Γιατί ερωτικά την έχει ξεπεράσει. Φυσικά…
Ο σκηνοθέτης τοποθετεί επίτηδες τους δύο ήρωες του έγκλειστους σε μια σπιταρώνα, αφήνοντας τους μέσα από αυθόρμητες, αυτοσχεδιαστικές κουβέντες να προσπαθούν (;) να επαναφέρουν την αγάπη που τους ένωνε. Επιλέγει τον κλειστό χώρο ως συμβολισμό καθώς σε ποικίλες περιπτώσεις, όλοι και όλες είμαστε κλεισμένοι και φυλακισμένοι των σκέψεων μας δίχως να μπαίνουμε στη διαδικασία να ακούσουμε τα λεγόμενα και του άλλου-ης.
Το στήσιμο της ιστορίας και των χαρακτήρων θυμίζει κάτι από nouvelle vague του '60 και το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά της τελευταίας δεκαετίας.
Αρκεί όμως η "αγάπη" για να επαναφέρει την πραγματική αγάπη;
Αυτό το ερώτημα απαντάται με την εύστοχη τελευταία σκηνή, στην οποία όλοι-ες κάπου θα συναντήσουμε τους εαυτούς μας.
Τα θερμά κυρίως χρώματα (κόκκινο και κίτρινο) έχουν τον δικό τους χαρακτήρα στο φιλμ και τοποθετούνται με τρόπο σαν να μάχονται μεταξύ τους- όπως ακριβώς και οι ήρωες τους που τα φορούν).
Γλυκιά και αστεία νότα δίνει και το μουσικό κομμάτι της ταινίας με πρωτεργάτη αυτό της Melentini που ακούει στο ίδιο όνομα.
Παρασκευή Γιουβανάκη