Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/κης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/κης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Άφτερλωβ Κριτική ταινίας



Mετά τη βράβευση στο 69ο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, το ντεμπούτο μεγάλου μήκους του Στέργιου Πάσχου έρχεται να διαγωνιστεί αλλά και να κάνει την πρεμιέρα του στο Διαγωνιστικό Τμήμα του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

To «ΑΦΤΕΡΛΩΒ» του Στέργιου Πάσχου με τους Χάρη Φραγκούλη και Ηρώ Μπέζου είναι μια αστεία, συγκινητική και καυστική μετα-ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων που αρνούνται να μεγαλώσουν με το φιλμ να παρακολουθεί την απέλπιδα προσπάθεια ενός ζευγαριού για επικοινωνία. Αποκλεισμένοι και έγκλειστοι, αγκαλιά με λέξεις που περισσεύουν αλλά δεν φτάνουν για να εκφράσουν την ταραχή τους, περικυκλωμένοι από αναμνήσεις και ανήμποροι να εξηγήσουν αυτό που τους συμβαίνει, οι δυο ήρωες ξεκινούν μια αθώα βόλτα στην εξοχή για να συνειδητοποιήσουν πολύ γρήγορα πως έχουν χαθεί σ’ ένα αφιλόξενο κι ανεξερεύνητο δάσος.

Είναι καλοκαίρι, η Αθήνα βράζει, αλλά ο τριαντάχρονος Νίκος δροσίζεται στα βόρεια προάστια, πίνοντας κοκτέιλ δίπλα στην πισίνα. Η πισίνα δεν είναι δική του, αλλά του Σταύρου, που έχει ζητήσει από τον Νίκο να προσέχει το σπίτι και τη Λέιλα –τον σκύλο του– για το καλοκαίρι. Η ευκαιρία μοιάζει μοναδική στον άφραγκο μουσικό, που αποφασίζει να καλέσει εκεί την πρώην κοπέλα του, Σοφία, για ολιγοήμερες διακοπές στην πόλη. Όταν όμως η ανυποψίαστη Σοφία καταφτάνει, οι διακοπές στον παράδεισο βγαίνουν εκτός τροχιάς. Ο Νίκος την κλειδώνει στο στούντιο του σπιτιού, αποφασισμένος να μην την αφήσει να φύγει, αν δεν μάθει τους λόγους για τους οποίους χώρισαν. Γιατί; Επειδή ακόμα δεν έχει καταλάβει. Κι αν δεν την καταλάβει, πώς θα την ξεπεράσει; Εγκεφαλικά. Γιατί ερωτικά την έχει ξεπεράσει. Φυσικά…

Ο σκηνοθέτης  τοποθετεί επίτηδες τους δύο ήρωες του έγκλειστους σε μια σπιταρώνα, αφήνοντας τους μέσα από αυθόρμητες, αυτοσχεδιαστικές κουβέντες να προσπαθούν (;) να επαναφέρουν την αγάπη που τους ένωνε. Επιλέγει τον κλειστό χώρο ως συμβολισμό καθώς σε ποικίλες περιπτώσεις, όλοι και όλες είμαστε κλεισμένοι και φυλακισμένοι των σκέψεων μας δίχως να μπαίνουμε στη διαδικασία να ακούσουμε τα λεγόμενα και του άλλου-ης. 
Το στήσιμο της ιστορίας και των χαρακτήρων θυμίζει κάτι από nouvelle vague του '60 και το ανεξάρτητο αμερικάνικο σινεμά της τελευταίας δεκαετίας.

Αρκεί όμως η "αγάπη" για να επαναφέρει την πραγματική αγάπη;
Αυτό το ερώτημα απαντάται με την εύστοχη τελευταία σκηνή, στην οποία όλοι-ες κάπου θα συναντήσουμε τους εαυτούς μας.

Τα θερμά κυρίως χρώματα (κόκκινο και κίτρινο) έχουν τον δικό τους χαρακτήρα στο φιλμ και τοποθετούνται με τρόπο σαν να μάχονται μεταξύ τους- όπως ακριβώς και οι ήρωες τους που τα φορούν).
Γλυκιά και αστεία νότα δίνει και το μουσικό κομμάτι της ταινίας με πρωτεργάτη αυτό της Melentini που ακούει στο ίδιο όνομα.

Παρασκευή Γιουβανάκη

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης -Heartstone / Η πέτρα της καρδιάς Kριτική

Σκηνοθεσία/Σενάριο: Guðmundur Arnar Guðmundsson

Μια ταινία για όλους και όλες που έχουν χωθεί στην τρύπα (και πολύ πιθανόν κάπου εκεί να χάθηκαν) ώστε να αναζητήσουν αλλά και να αποδεχτούν τον εαυτό τους.

Μια ιστορία ενηλικίωσης για την αδελφική φιλία, τα χειραφετημένα κορίτσια και τη σημασία της οικογένειας, που αντλεί έμπνευση από τη φύση, αλλά και από τα έντονα συναισθήματα που ξυπνούν καθώς βαδίζεις σε απάτητο έδαφος.
Μια ιστορία που φυσικά, δεν έχει ηλικία.

Σ’ ένα απομακρυσμένο ψαροχώρι της Ισλανδίας, δύο έφηβοι περνούν ένα ανήσυχο καλοκαίρι, καθώς ο ένας προσπαθεί να κερδίσει την καρδιά ενός κοριτσιού, ενώ ο άλλος ανακαλύπτει πως τρέφει άλλου είδους αισθήματα για τον κολλητό του. Όταν το καλοκαίρι τελειώνει και τα καιρικά φαινόμενα της Ισλανδίας επιστρέφουν δριμύτερα, τα αγόρια θα αντιμετωπίσουν τις πιέσεις από το περιβάλλον τους και τις εσωτερικές τους συγκρούσεις, που έχουν τη δύναμη να τους χωρίσουν…
Σκηνοθετημένο με φανερή την παιχνιδιάρικη και πειραχτική διάθεση.
Η κάμερα αγκαλιάζει του έφηβους κυρίως ήρωες της με αμέτρητα κοντινά πλάνα και μοιράζεται μαζί τους τα προβλήματα που τους απασχολούν και τα αποδίδει με σεβασμό και αληθοφάνεια, ενώ την ίδια στιγμή, η φωτογραφία τους δίνει ζεστά και φυσικά χρώματα.

Εκτός από τους κεντρικούς χαρακτήρες, πρωταγωνιστούν η παιδική/εφηβική αφέλεια -κυρίως από την πλευράς των αγοριών καθώς τα κορίτσια παρουσιάζονται πιο ξεπεταγμένα και θαρραλέα, τα πειράγματα ανάμεσα στους φιλικούς και οικογενειακούς δεσμούς, η wanna be αλητεία. Και όλα αυτά, εφόσον είναι δοσμένα και κινηματογραφημένα με χιούμορ, γίνονται η ανάσα ανακούφισης που παίρνουμε και ξεχνάμε για λίγο τα προβλήματα που δημιουργούνται αν μη τι άλλο από τα τα στερεότυπα που πνίγουν και καθορίζουν την ανθρώπινη κοινωνία αλλά και την ταινία, καθώς αποτελούν τη βασική θεματική της (σεξουαλικότητα στην παιδική και μη ηλικία, κοινωνική θέση της γυναίκας). Στη θεματική αυτή, ο σκηνοθέτης προσθέτει μερικά αυτοβιογραφικά στοιχεία κάτι που βοηθά στην πειστικότητα ανάπλαση και μετέπειτα παρουσίαση των γεγονότων.

Και φυσικά, αξίζει να αναφερθούν οι γεμάτες ζωντάνια και νεύρο ερμηνείες των μικρών ηθοποιών, που ενώ βρίσκονται ακόμη στο ερασιτεχνικό επίπεδο, οι ερμηνείες τους θυμίζουν αυτές του επαγγελματικού.

Κλείνει, χαρίζοντας μας μια ελπίδα για μια καλύτερη ανθρωπότητα και ένα καλύτερο μέλλον.

Παρασκευή Γιουβανάκη


Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

Κυλά στο Αίμα» («In the Blood»), κριτική -57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσ/κης,

Ο διακεκριμένος Δανός σεναριογράφος του  «Κορίτσι με το Τατουάζ», Ράσμους Χέιστερμπεργκ, μας παρουσιάζει την παρθενική του σκηνοθετική δουλειά, με ταραχώδης αλλά και γλυκιά σε σημεία κινηματογράφηση μιλώντας για τη φιλία, τη μοναξιά, τους προβληματισμούς της τρυφερής ηλικίας των 20, μέσα από μια παρέα τεσσάρων αγοριών κατά την περίοδο των καλοκαιρινών μηνών. Έδρα τους, η πανέμορφη πόλη της Κοπεγχάγης, την οποία όμως έχουν βαρεθεί πλέον οι ήρωες της.

Η ταινία του Heisterberg δεν είναι μια ακόμη ταινία ενηλικίωσης, μα περισσότερο μια σπουδή πάνω στο υπαρξιακό άγχος μιας γενιάς που μοιάζει προνομιούχα και δίχως προβλήματα. Πρωταγωνιστής είναι ο 23χρονος Σίμον που βλέπει τη ζωή του να αλλάζει ριζικά στη διάρκεια ενός καλοκαιριού στην Κοπεγχάγη, το τελευταίο που περνά με τους τρεις συγκατοίκους του. 
Κάθε νύχτα, τα τέσσερα αγόρια παρτάρουν, μεθούν και κυνηγάνε κορίτσια, την άλλη μέρα ξυπνούν και πάλι απ’ την αρχή. Μόνο που οι καιροί αλλάζουν: όταν όλοι στην παρέα εκτός από τον Σίμον συμφωνούν να πουλήσουν το διαμέρισμά τους, ξεκινούν οι εντάσεις. Ο Σίμον δεν είναι έτοιμος ν’ αφήσει πίσω του τις ανέμελες μέρες, κι όμως βλέπει τους άλλους να βρίσκουν απάγκιο στην ενηλικίωση. 

Πάρα το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μία οπτικοακουστικά γεμάτη αλλά σεναριακά κενή ταινία, μπορούμε να διακρίνουμε την αληθοφάνεια της ενώ είναι εμφανέστατο πως ο σκηνοθέτης δεν προσπαθεί να σου πουλήσει κάτι το πρωτότυπο. Προσπαθεί όμως να σε αγγίξει και να σε κάνει να ταυτιστείς με έναν από τους ήρωες του. Και το καταφέρνει, ειδικά αν είσαι ηλικιακά κοντά μαζί τους. Νιώθεις πως αγαπά και σέβεται τους ήρωες του και πως αρνείται κατηγορηματικά να κρίνει την αστάθεια, την αυτοκαταστραφικότητα που πνίγει τον πρωταγωνιστή του, Σιμόν. 
Oύτε καν όταν ο κολλητός του, τον κατηγορεί φωνάζοντας του "Γιατί πρέπει να τα σκατώνεις όλα και πάντα γαμώτο;!"
Ιδιαίτερη βάση δίνεται στην οπτική απεικόνιση της ιστορίας με επίκεντρο στο μοντάζ που "παίζει" με τα πλάνα εμφανίζοντας το ένα μέσα στο άλλο προσδίδοντας έτσι μια ονειρική ατμόσφαιρα. Ενώ τη μια στιγμή καλείται να αποδώσει τις παρενέργειες των ουσιών που παίρνει ο πρωταγωνιστής αλλά και αυτές των χαρακτήρων, την άλλη καλείται να αποτυπώσει μαζί με τη σκηνοθεσία, ονειρικές σκηνές, φωτισμένες με ζεστά και θαμπά χρώματα. Τις ονειρικές σκηνές και όχι μόνο συνοδεύει ένα άκρως επιτυχημένο soundtrack γεμάτο μοντέρνους και νεανικούς ήχους.

Εν ολίγοις, ναι μεν το φιλμ δεν σφύζει από πρωτοτυπία, μπορεί όμως να μας προβληματίσει (με την καλή έννοια) βυθίζοντας μας στον κόσμο του.

Παρασκευή Γιουβανάκη