Τρίτη 20 Μαΐου 2014

Salvo κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Fabio Grassadonia & Antonio Piazza
Ηθοποιοί: Saleh Bakri, Sara Serraiocco, Mario Pupella,
Giuditta Perriera, Luigi Lo Cascio
 
  “SALVO” σημαίνει: "ταυτόχρονοι πυροβολισμοί" στα αγγλικά, "σώζω / αυτός που έχει σωθεί" στα ιταλικά, ενώ στην Σικελία “Salvo” είναι το χαϊδευτικό του Salvatore (τι μαθαίνει κανείς ε?) Ο τίτλος της, καθόλου τυχαίος.

Με λίγα λόγια η υπόθεση: “O Σάλβο (Saleh Bakri), ένας εκτελεστής της Σικελικής μαφίας, όταν εισβάλει σε ένα σπίτι για να σκοτώσει τον άνθρωπο που επιτέθηκε στον αρχηγό του, ανακαλύπτει  μια νεαρή τυφλή κοπέλα, τη Ρίτα (Sara Serraiocco), να στέκεται αδύναμα δίπλα στον αδελφό της την ώρα που εκείνος δολοφονείται. Ο Σάλβο προσπαθεί να κλείσει τα δυο της μάτια, που με το κενό ενοχλητικό βλέμμα τον κοιτούν επίμονα.  Όμως κάτι παράδοξο συμβαίνει και αποφασίζει να της χαρίσει τη ζωή βάζοντας τον εαυτό του στο μεγαλύτερο κίνδυνο που έχει ποτέ αντιμετωπίσει…”

Υπάρχουν οι παραγωγές του εμπορικού κυκλώματος για απροβλημάτιστο κοινό και υπάρχουν καλλιτεχνικές ταινίες, αντισυμβατικές, που απευθύνονται κυρίως σε περιορισμένο κοινό (κυρίως φεστιβαλικό – προβλήθηκε και στο 54ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (2013) ). Σε αυτή την κατηγορία θεατών απευθύνεται το πολυβραβευμένο (σε Κάννες, αλλά και σε αρκετά ακόμη διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ)  “Salvo”.

Η κινηματογραφική αυτή δουλειά λοιπόν, των Σικελών πρωτοεμφανιζόμενων σε παρόμοια μεγάλου μήκους δημιουργία Fabio Grassadonia & Antonio Piazza, διηγείται μια δραματική ιστορία αγάπης και έχει ηθικό χαρακτήρα. Με (πολύ) αργούς ρυθμούς – και αυτό αποτελεί μεγάλο αρνητικό, παρακολουθούμε λίγες αλλά κρίσιμες μέρες από τη ζωή του πρωταγωνιστή και της τυφλής κοπέλας η οποία βρίσκεται σε παράλληλη κατάσταση με αυτήν του θύματος απαγωγής.

Ο χαρακτήρας του Salvo θυμίζει έντονα αυτόν του Ryan Gosling στο ερωτεύσιμο “Drive” (2011). Τύπος που μιλά μια φορά στο 20λεπτο, με καθηλωτικό βλέμμα και προσεγμένες κινήσεις, ψηλός με εντυπωσιακό παρουσιαστικό, με ροκ στυλ (εξαιρούμε το Lacoste μπλουζάκι), που δε διστάζει να έρθει σε αντίθεση με κάποιους άγραφους κανόνες ώστε να πράξει για το ηθικό καλό. Η συμπάθεια προς το άτομό του, αφήνεται στην κρίση του θεατή.

Το “Salvo” χαρακτηρίζεται από τον ανθρώπινο χαρακτήρα του, κάτι που βοηθάνε οι δυνατές και γήινες παρουσίες των ηθοποιών, από πλευρά υποκριτικής αλλά και εξωτερικής εμφάνισης.

Τέλος για να μην τα πολυλογώ, η αγωνία που δημιουργείται ίσως χαθεί γρήγορα, λόγω των πολλών άστοχων αλλά και μεγάλης διαρκείας πλάνων. Όμως, οι λάτρεις του είδους δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα την ευχαριστηθείτε!

Warning!!!: Η ταινία είναι πέρα για πέρα καταθλιπτική!



Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 3/5

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

August: Osage County κριτική ταινίας

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: John Wells
ΗΘΟΠΟΙΟΙMeryl Streep, Julia Roberts, Ewan McGregor, Chris Cooper, Abigail Breslin, Benedict Cumberbatch, Juliette Lewis, Margo Martindale, Dermot Mulroney, Julianne Nicholson, Sam Shepard, Misty Upham

  Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “Οι τρεις κόρες (Julia Roberts, Julianne Nicholson & Juliette Lewis) της οικογένειας Weston συγκεντρώνονται στο σπίτι των γονιών τους (Sam Shepard & Meryl Streep), στο Osage της Oklahoma, αναζητώντας μαζί με τους κοντινούς συγγενείς (Ewan McGregor, Chris Cooper, Benedict Cumberbatch, Margo Martindale, Dermot Mulroney, κ.ά.) τον πατέρα τους, ο οποίος έχει να δώσει σημάδια ζωής για μέρες.”

   Δυνατή ταινία. Δε γίνεται να ξεκινήσω χωρίς να αναφερθώ αρχικά στη Meryl Streep. Δε γίνεται.
   Η κυρία αυτή, υποδύεται την καρκινοπαθή, ναρκομανή, που καταπίνει μια ποικιλία από χάπια σα νερό, μητέρα της οικογένειας, και που σίγουρα κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να ανάψει τα «σβησμένα» φιτίλια στο «οικογενειακό τραπέζι».
Από το πρώτο μόνο λεπτό (μην πω δευτερόλεπτα), που σαν θεατής καταλαβαίνεις την παρουσία της, μένεις άναυδος να κοιτάς την οθόνη και να θαυμάζεις το πόσο ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΑ παίζει αυτή η γυναίκα. Μόνο το πρώτο πλάνο με το οποίο κάνει την εμφάνισή της (βλέπουμε το πίσω μέρος του σώματός της), αρκεί! Χωρίς να δίνει ουσιαστικά κάτι καινούριο, καταφέρνει να ρουφήξει την κάθε σκηνή. (Εντωμεταξύ, η ίδια είχε δηλώσει ότι δεν πρόκειται να υπάρξει υποψήφια για Oscar, γιατί θεωρείται πλέον “old news”… Και όμως φέτος, ήταν και πάλι ανάμεσα στις 5 υποψήφιες για το βραβείο A’ Γυναικείου Ρόλου).

  Δίπλα της, σε αυτό το λεκτικό πινγκ πονγκ γεμάτο, το λιγότερο, με μοχθηρία και πικρία, δεν περνάνε καθόλου απαρατήρητες οι τρεις κινηματογραφικές της κόρες. Η Julia Roberts,  που έχει το ρόλο της μεγαλύτερης και εκδικητικής κόρης – παλεύει σωματικά και λεκτικά, παίρνοντας εκδίκηση για κάθε πικρόχολο σχόλιο που αβίαστα της προσφέρει η μητέρα της. Η τηλεοπτική ηθοποιός, Julianne Nicholson (καινούρια αδυναμία) ερμηνεύει εξαιρετικά το ρόλο της «ειρηνοποιού», κρατώντας μια ήπια και επιφυλακτική στάση όσον αφορά την προσωπική της ζωή αλλά και προς τη μητέρα της, και τέλος η Juliette Lewis, που με την εφηβική παρουσία της, έχει το ρόλο της ενοχλητικής αδερφής που είναι στην κοσμάρα της. Για να μην πολυλογώ, όλοι οι ηθοποιοί που απαρτίζουν το cast, δίνουν τις δικές τους δυνατές ερμηνείες.

  Το θεατρικό έργο, δια χειρός Tracy Letts (ο ίδιος επιμελήθηκε και το κινηματογραφικό σενάριο), που αποκαλύπτει ξεδιάντροπα το δράμα μιας οικογένειας που κανείς νοήμων άνθρωπος δε θα ζήλευε, μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη, και κατά την προσωπική μου άποψη, θα άξιζε καθαρό 5/5 αν δεν περιττολογούσε και αν η σκηνή την οποία ακολούθησαν οι τίτλοι τέλους, δεν ήταν αυτή που είδαμε…


Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4/5


Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

SUZANNE κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία:Katell Quillévéré
Ηθοποιοί:Sara Forestier, François Damiens, Adèle Haenel, Paul Hamy, Lola Dueñas, Corinne Masiero, Anne Le Ny, Karim Leklou


Κινηματογραφημένο με ένταση, ένα δράμα χαρακτήρων που περιπλέκεται με το θέμα «κάνω ό,τι μου καπνίσει, χωρίς να υπολογίζω τους άλλους», έρχεται από τη Γαλλία για να μας προβληματίσει.

Μεγαλώνοντας με τον πατέρα της (François Damiens) και τη μικρότερη αδελφή της (Adèle Haenel), η Suzanne (Sara Forestier) μένει έγκυος στην εφηβεία, μπλέκει σε μια ριψοκίνδυνη ερωτική περιπέτεια και προσπαθεί να βρει το δρόμο της στη ζωή μέσα από μια σειρά επώδυνων επιλογών.”

Οι απότομες εναλλαγές των πλάνων αποτελούν συνέχεια του άστατου χαρακτήρα της Suzanne, η οποία ζει στο έπακρο τη ζωή της, δίχως να υπολογίζει τα τρία άτομα που συμπληρώνουν τη ζωή της: τον καλοπροαίρετο και υπομονετικό πατέρα της, τη δυναμική, με εξίσου (γαϊδουρινή) υπομονή, αδερφή της, και στη συνέχεια τον 5χρονο γιο της. Η αδερφή της, Μαρία, ερμηνευμένη καταπληκτικά από την Adèle Haenel φαίνεται να κάνει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να ισορροπήσει τις μεταξύ τους σχέσεις.


Το πρωταγωνιστικό τρίο, χωρίς υποκριτικά μέλια και τσιρίδες, δημιουργεί μια απίστευτη και ζηλευτή χημεία μεταξύ τους. Το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας, τη  Suzanne, υποδύεται η βραβευμένη με Aργυρό Αλέξανδρο στο 54ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης αλλά και με Σεζάρ Β' Γυναικείου Ρόλου, μικροκαμωμένη με το όμορφο και γεμάτο εκφραστικότητα πρόσωπο, Sara Forestier. Τη Suzanne δε θα τη συμπαθήσεις, αλλά χάρη στη σκηνοθετική μαεστρία, θα δεθείς μαζί της πριν καν το καταλάβεις. Το μαγικό είναι ότι αυτό συμβαίνει και με τα τρία κεντρικά πρόσωπα της ταινίας.

Δυνατή ταινία, που σε βάζει στη θέση σου μεταφέροντάς σου το μήνυμα «αντιμετώπιση άσχημης πραγματικότητας που ακολούθησε τις ηλίθιες πράξεις μου»  χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια.

Καλή προβολή!


Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4/5

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

SEARCHING FOR SUGAR MAN κριτική ταινίας

 ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Malik Bendjelloul
 ΕΜΦΑΝΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ: Sixto Rodriguez, Stephen ‘Sugar’ Segerman, Dennis Coffey, Mike Theodore, Dan DiMaggio, Jerome Ferretti, Steve Rowland, Willem Möller, Craig Bartholomew Strydom

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, δύο σημαντικοί μουσικοί παραγωγοί ανακαλύπτουν έναν άγνωστο μουσικό σε ένα μπαρ του Ντιτρόιτ. Εντυπωσιασμένοι από τις συγκινητικές μελωδίες, ηχογραφούν μαζί του ένα άλμπουμ, που πιστεύουν ότι θα τον κάνει τον μεγαλύτερο καλλιτέχνη της εποχής του. Όμως το άλμπουμ αποτυγχάνει παταγωδώς εμπορικά, και ο καλλιτέχνης μένει στην αφάνεια. Παρόλα αυτά, μια πειρατική ηχογράφηση του άλμπουμ φτάνει από την Αμερική στη Νότια Αφρική, όπου γνωρίζει εκπληκτική επιτυχία, κάνοντας εκεί τον μουσικό αυτόν πιο διάσημο και από τον Elvis Presley! Xρόνια αργότερα, δύο Νοτιοαφρικανοί θαυμαστές του καλλιτέχνη αποφασίζουν να αναζητήσουν τον ήρωά τους, που έχει αλλάξει το μουσικό τοπίο της χώρας τους. Η έρευνα τους οδηγεί στην πιο απίστευτη ιστορία…”

Το «Ψάχνοντας τον Sugar Μan» έχει σαρώσει τα βραβεία σε φεστιβάλ (33 στο σύνολο!) με κορυφαίο τη βράβευσή του με Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ, το  2013. Η προβολή του γενικότερα έχει ενθουσιάσει κοινό και κριτικούς (και όχι άδικα).

Ο Σουηδός σκηνοθέτης Malik Bendjelloul στην παρθενική του σκηνοθετική απόπειρα παραδίδει σε ‘μας τους θεατές, μουσικόφιλους και μη, μια αληθινή και συγκινητική ιστορία. Μια κινηματογραφική προσέγγιση, πλαισιωμένη από τους ήχους των τραγουδιών του εξαφανισμένου Rodriguez, που προσφέρουν ρομαντική χροιά και προκαλούν έντονα συναισθήματα .Ο Rodriguez ήταν ένας καλλιτέχνης που τα τραγούδια του δεν ήταν απλώς αγαπητά, αλλά βοήθησαν στο να προκληθούν οι πρώτες αντιδράσεις για το απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική.

Παρά το γεγονός ότι σχεδόν όλοι όσοι παρακολουθούμε το βιογραφικό ντοκιμαντέρ δε γνωρίζουμε το κεντρικό πρόσωπο, νιώθουμε την ανάγκη να μάθουμε ό,τι πιο σημαντικό για αυτόν καθώς κυλάει η ιστορία (ακόμη ένα μπράβο στον σκηνοθέτη). Μια τόσο ξεχωριστή ιστορία δοσμένη με έναν εκθαμβωτικό τρόπο. Δε λείπει φυσικά το πρωτόγνωρο για το είδος του, suspense, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

 Σίγουρα από τα πιο ενδιαφέροντα και ιδιαίτερα ντοκιμαντέρ που έχω παρακολουθήσει. Μια πραγματικά υποδειγματική δουλειά που αξίζει να τη δείτε, και να νιώσετε τον ενθουσιασμό της ανακάλυψης. Στην περίπτωση αυτή, την «ανακάλυψη» του αφανή ήρωα, Sixto Rodriguez.

Καλή προβολή!

 Παρασκευή Γιουβανάκη
 ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4.5/5

Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

Beauty and the Beast (La Belle et la Bête) κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Christophe Gans
Ηθοποιοί: Vincent Cassel, Léa Seydoux, André Dussollier, Eduardo Noriega, Myriam Charleins, Sara Giraudeau, Audrey Lamy



Η υπόθεση της ταινίας είναι η εξής: “Στη Γαλλία του 1810,μια νεαρή κοπέλα (Léa Seydoux), θέλοντας να σώσει τη ζωή του πατέρα της (André Dussollier), αποφασίζει να ζήσει στον πύργο ενός ανθρωπόμορφου τέρατος (Vincent Cassel), για να ανακαλύψει ότι εκείνο δεν είναι σκληρό και άκαρδο όπως αρχικά φαίνεται.”

  Η γνωστή ιστορία αγάπης(?), έρχεται μέσα από ακόμη μια κινηματογραφική εκδοχή – απόπειρα, από τα χέρια και τη φαντασία του Christophe Gans, ο οποίος δίνει μια σκοτεινότερη χροιά στο παραμύθι. Όμως η εκδοχή του αυτή, δεν προσφέρει κάτι από το αριστούργημα του Jean Cocteau του 1946, αλλά ούτε και από το γοητευτικότατο animation της Disney.

Για το παραμύθι  του Gans, δεν μπορεί παρά εύλογα να αναρωτηθεί κάποιος, ποιος ήταν ο σκοπός δημιουργίας της ταινίας, αλλά και αν η δημιουργία αυτή, είχε στόχο τη συμμετοχή σε διαγωνισμό ειδικών εφέ κ μόνο. Τα ψηφιακά εφέ πραγματικά ξεφεύγουν κατά πολύ. Ναι μεν δημιουργούν μια παραμυθένια και εντυπωσιακή ατμόσφαιρα, όμως αυτό το μέγεθος εντυπωσιασμού, αποτελεί περιττό στοιχείο. Μέσω μιας παρέλασης από εφέ, χάνονται αρκετά σημαντικά στοιχεία της ταινίας. Άρα τι ήθελε να καταφέρει ο σκηνοθέτης? Να δούμε το βάθος της ιστορίας, ή ότι και η Γαλλία ή γενικότερα η Ευρώπη, μπορεί να συναγωνιστεί την Αμερική – Ηollywood στα εφέ?



  Πρόβλημα επίσης δημιουργούν οι γελοίοι διάλογοι του σεναρίου, τους οποίους υποθέτουμε πως χρησιμοποίησαν για να περάσουν το χαρακτηριστικό της αφέλειας, αλλά μπα… Σίγουρα πάντως προκαλούν αρκετό γέλιο.

  Τέλος, δε θα’ λεγα ότι το πρωταγωνιστικό ζεύγος, Vincent Cassel και  Léa Seydoux, (που την είδαμε τον Oκτώβριο στη «Ζωή της Αντέλ»), κλέβουν την παράσταση, αλλά και να ήθελαν να δώσουν κάτι παραπάνω, δεν νομίζω ότι τους δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, καθώς χάνονται μέσα από τα καλοδουλεμένα και εντυπωσιακά σκηνικά.

…Αυτά!

Παρασκευή Γιουβανάκη
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 2.5/5