Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Papa ou Maman κριτική ταινίας

Σκηνοθεσία: Martin Bourboulon
Hθοποιοί: Laurent Lafitte, Marina Foïs, Alexandre Desrousseaux

Παραμονή πρωτοχρονιάς του έτους 2000. Ένα όμορφο και ευτυχισμένο φοιτητικό ζευγάρι περνάει τις τελευταίες στιγμές της προηγούμενης χιλιετίας με απροσδόκητο τρόπο. Αυτός επιθυμεί, ακόμα και αυτή την ακατάλληλη ώρα, να μελετήσει, προκαλώντας τον εκνευρισμό της. Σε μια κρίση παιδικού παροξυσμού, αυτή αρπάζει τον υπολογιστή του και αρχίζει να τρέχει, προκαλώντας τον να την κυνηγήσει για τον πάρει πίσω, δίχως όμως αποτέλεσμα. Ο υπολογιστής καταλήγει θρυμματισμένος στο έδαφος και το ζευγάρι αγκαλιάζεται σπινθηροβόλα, παίρνοντας μια γεύση του απεριόριστου του νεανικού έρωτα. 

Με αυτήν την άκρως εντυπωσιακή σεκάνς ο Martin Bourboulon μας εισάγει στην ταινία του και μας συστήνει τους πρωταγωνιστές του. Στη συνέχεια μας προσγειώνει ανωμάλως στο σήμερα, όπου το ζευγάρι βρίσκεται πια αντιμέτωπο με τα συναισθηματικά αδιέξοδα της ενήλικης ζωής. Ο Vincent (Laurent Lafitte) και η Florence (Marina Fois) είναι δύο επιτυχημένοι επαγγελματίες που έχουν φτιάξει μια κατά τα φαινόμενα τέλεια πενταμελή οικογένεια, αφημένοι να παρατηρούν ανήμποροι την πάλαι ποτέ αδάμαστη φλόγα της σχέσης τους να σβήνει. Παίρνουν, λοιπόν, την ώριμη επιλογή του μέσου Ευρωπαίου: διαζύγιο και από κοινού άσκηση της επιμέλειας των τέκνων. Μόνο που τα τέκνα, σωστά θεριά, δεν το δέχονται εύκολα. Σαν να μη έφταναν αυτά, όταν προκύπτει ταυτόχρονα προοπτική εργασιακής ανέλιξης για τον Vincent στην Αϊτή και για τη Florence στη Δανία και τα παιδιά είναι πλέον υποχρεωμένα να διαλέξουν με ποιον θα μείνουν, οι κωμικοτραγικοί γονείς κάνουν τα πάντα για να αποτελέσουν ο καθένας την πιο αποκρουστική επιλογή, αφήνοντάς τα να διαλέξουν ανάμεσα σε μια φαιδρή Σκύλλα και μια σαχλή Χάρυβδη. 

Το γαλλικό σινεμά, ακόμη και όταν δεν γεννά ταινίες-σταθμούς, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικό σε κινηματογραφικά κλισέ και νόρμες, ειδικά όταν αγγίζει είδη που είναι ιδιαζόντως δεκτικά σε αυτά, όπως η κομεντί. Περίτρανη απόδειξη αυτού αποτελούν τα πρόσφατα επιτυχημένα Le Prenom, της ίδιας συγγραφικής ομάδας με την παρούσα ταινία, και Le Nom des Gens. Έτσι και εν προκειμένω, η ταινία δεν αναλώνεται σε ασυγχώρητες ευκολίες και στρογγυλοποιήσεις. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης φαίνεται να χάνει το μέτρο μεταξύ γέλιου και δράματος, οδηγώντας το έργο του σε ένα αποτέλεσμα αποσπασματικά ενδιαφέρον και άνισο. Οι αρχικά ευφάνταστες κωμικές καταστάσεις που δημιουργούν οι δύο πρωταγωνιστές είναι επαναλαμβανόμενες, με αποτέλεσμα να κουράζουν, ενώ παράλληλα δεν επιτρέπουν στα πραγματικά ερωτήματα της ταινίας να εγερθούν. Απεικονίζονται αυτοί με γλυκό, συμπονετικό φίλτρο, αντιμέτωποι με τα βάρη της σχέσης, λησμονώντας πως ο αγώνας για την προσωπική ευδαιμονία είναι διαρκής και βυθισμένοι σε ψευδεπίγραφα αδιέξοδα. Ο σκηνοθέτης μας καλεί μέσω του ζευγαριού να θυμηθούμε ότι η σχέση είναι ένα παιχνίδι κυριαρχίας δίχως νικητή και πως αν κοιτάξουμε τη γενική εικόνα μπορούμε να τα καταφέρουμε, ενώ αν επιδοθούμε σε λεπτομερειακή ανάλυση των διαφορών μας, θα επιτύχουμε το χάος. Το κάλεσμά του όμως, παρότι βαθιά ανθρώπινο, βυθίζεται στην ακραία παιδιάστικη συμπεριφορά των ηρώων του που, αν και είναι εκεί για να εξυπηρετήσει το μήνυμα του, τελικώς αποπροσανατολίζει το φιλμ.

Επιπλέον, οι μουσικές επιλογές είναι αταίριαστες και κάπως εκβιαστικές (το Modern Love του Bowie ίσως πρέπει να αποσυρθεί μετά την κορυφαία χρήση του στο Frances Ha), ενώ και η χημεία του ζευγαριού δεν είναι η καλύτερη. Ο πρωτόπειρος Bourboulon επιλέγει κάποια ιδιαίτερα πλάνα, δίνοντας στο φιλμ έναν συνολικά ασυνήθιστο τόνο, που βέβαια δεν αρκεί για να το απογειώσει. Επιπλέον, οι αναφορές στο Γουντιαλλενικό Husbands and Wives, με την παρόμοια σκηνή αναγγελίας του χωρισμού σε ένα φιλικό ζευγάρι, και πολύ περισσότερο στον Πόλεμο των Ρόουζ, με τις σκηνές της οικιακής καταστροφής, μοιάζουν λιγάκι βεβιασμένες, χωρίς βέβαια να είναι ασύμβατες με το συνολικό κλίμα της ταινίας.

Συνολικά, πρόκειται για ένα έργο που μολονότι διαθέτει ευχάριστη ατμόσφαιρα και αρκετή φαντασία, δεν καταφέρνει τελικώς να κοινωνήσει την ουσία του στο θεατή. Το ιδανικό σημείο τομής μεταξύ χιούμορ και δραματικής έντασης, αυτό που θα έκανε το τελικό αποτέλεσμα αξιοσημείωτο και αποτελεί το στόχο κάθε συναφούς ταινίας, είναι δυστυχώς εξ αρχής απόν. Παρολ’ αυτά, πρόκειται για μια σχετικά αξιοπρεπή πρόταση που δε θα απογοητεύσει του φανατικούς οπαδούς της γαλλικής κομεντί. 

Βαθμολογία 2/5
Φίλιππος Χατζίκος 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου